14 Δεκεμβρίου, 2019

 

 

 

 

ΑΥΤΟΝΟΜΟΙ, ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ

 

 

Οι πρόγονοι αυτών που σήμερα ονομάζονται αυτόνομοι γεννήθηκαν μέσα στις καταλήψεις σπιτιών της δεκαετίας του ’80 και του ’90. Η έκρηξη της νεολαίας των μητροπολιτικών κέντρων, ο αντικομφορμισμός, η φυγή από την οικογένεια και το συντηρητισμό της, το όνειρο της συλλογικής ζωής, το πανκ και οι μορφές αυτοέκφρασης υπήρξαν όλα τους η πρώτη ύλη που έδωσε σάρκα κι οστά στο «κίνημα των καταλήψεων» αλά ελληνικά, κινητοποιώντας ορισμένους από τους πιο ευαίσθητους νεαρούς και νεαρές της εποχής. Σε πείσμα της αριστερής καθοδήγησης που καλούσε τα μέλη της σε εγκαρτέρηση προς απόλαυση των καρπών της επανάστασης σε ένα μακρινό μέλλον, οι πρώτοι  και πρώτες καταληψίες σπιτιών απαντούσαν ότι ήταν οι ίδιες οι συνθήκες της καθημερινότητας που έπρεπε να μετασχηματιστούν· κι έπρατταν αναλόγως.
    Έκτοτε, οι καταλήψεις πολλαπλασιάστηκαν και μαζί τους πολλαπλασιάστηκαν οι γνώμες για την κατεύθυνση που (θα) έπρεπε να ακολουθήσουν οι κατειλημμένοι χώροι. Η συγκρότηση των αυτόνομων, από σκόρπιες ιδέες, σε πολιτικές ομάδες και συνελεύσεις επηρέασε καταλυτικά τη γνώμη τους για το μέλλον και τη χρησιμότητα των καταλήψεων. Σταδιακά, αλλά με τρόπο πολύ φυσικό, οι αυτόνομοι σταμάτησαν να ταυτίζουν την «κατάληψη» με την αυθόρμητη νεανική απειθαρχία και όλο και πιο πολύ την εννοούσαν ως μέσο στέγασης συλλογικών κινηματικών υποδομών. Από το 2000 και μετά, οι αυτόνομοι έλεγαν «κατάληψη» και επί της ουσίας εννοούσαν χώρους όπου στεγάζονταν βιβλιοθήκες, κινηματικά αρχεία, βάσεις δεδομένων, περιοδικά κι εκδόσεις. Με περισσότερα λόγια: οι καταλήψεις των αυτόνομων ήταν κι είναι ακόμη μέρη, όπου μπορεί κανείς να βρει αρχεία με καταγεγραμμένη και ταξινομημένη την κινηματική μνήμη· επίσης βιβλιοθήκες με αρκετές χιλιάδες τόμους, πολύ μεγαλύτερες και πολύ πιο οργανωμένες, απ’ αυτές που διαθέτει ο καθένας και η καθεμιά στο σπίτι του· επίσης βάσεις δεδομένων, όπου μπορεί κανείς να ψάξει άρθρα καθημερινών εφημερίδων, κατά θέμα ή χρονολογική σειρά· ακόμα, μέρη όπου μπορεί κανείς να έχει πρόσβαση στα ψηφιακά αρχεία ελληνικών και ξένων πανεπιστημίων· τέλος, σημεία, όπου είναι δυνατή η σταθερή έκδοση περιοδικών εκδόσεων για χρονικό διάστημα άνω των δέκα χρόνων, η μετάφραση και η συγγραφή δεκάδων βιβλίων με περιεχόμενο που διατρέχει την ιστορία των κινημάτων, τη θέση του φύλου μέσα στον καπιταλιστικό κόσμο, την τεχνολογία και το ρόλο της, τον ελληνικό εμφύλιο κ.α. Από το 2000 και μετά, η λειτουργία αυτών των καταλήψεων έχει διαμορφώσει ένα περιβάλλον, εντός του οποίου είναι δυνατόν δεκάδες σύντροφοι και συντρόφισσες να οργανώνουν τη συλλογική τους εργασία, να βάζουν κάθε μήνα εκατοντάδες ευρώ για αγορά βιβλίων και απόκτηση κωδικών για βάσεις δεδομένων, δίχως αυτό να θεωρείται «σπατάλη» ή «τρέλα», αλλά αντίθετα να γίνεται αντιληπτό ως βασική προϋπόθεση για την παραγωγή ανταγωνιστικών ιδεών και οργανωτικών μορφών.
    Η ιδέα ότι οι καταλήψεις μπορούν να λειτουργούν ως χώροι συλλογικής αυτομόρφωσης και στέγασης κινηματικών υποδομών δεν προέκυψε ατομικά, ούτε ήταν προϊόν έκλαμψης. Αντίθετα, υπήρξε το αποτέλεσμα της οργανωτικής και πολιτικής ιστορίας των αυτόνομων κατά τις δυο τελευταίες δεκαετίες. Οι αυτόνομοι συγκροτήθηκαν γύρω από πολιτικές ομάδες και συνελεύσεις, ομάδες γειτονιάς και περιοδικά. Η ιστορία τους ήταν πάντα συνδεδεμένη με συγκεκριμένες πολιτικές πρακτικές και γνώμες γύρω από τα θέματα του φύλου, του αντιφασισμού, της εργασίας. της τεχνολογίας, της ιστορίας, της δημόσιας τάξης και του διακρατικού ανταγωνισμού. Ήταν επίσης συνδεδεμένη με συλλογικές οργανωτικές μορφές, που κοίταγαν πέρα απ’ την ιερότητα του ατόμου, τη λατρεία του αυθόρμητου, την πρόσδεση στην αριστερή ηγεμονία. Μ’ έναν τρόπο που τότε δεν τον καταλαβαίναμε, αλλά που σήμερα μας φαίνεται προφανής, οι αυτόνομοι, πρώτα συγκροτούσαμε ομάδες και τριβόμασταν με ιδέες και μόνον κατόπιν προσπαθούσαμε να τις παράσχουμε στέγη. Το ακριβώς ανάποδο, η ιδέα δηλαδή ότι μπορούμε να καταλάβουμε ένα κτίριο και μετά να σκεφτούμε τι θα το κάνουμε, ήδη είκοσι χρόνια πριν είχε αρχίσει να μας φαίνεται παράλογη - και έκτοτε δεν μας απασχόλησε ποτέ. Το σημαντικό με τις καταλήψεις των αυτόνομων δεν ήταν το πλήθος τους (που άλλωστε ήταν μικρό). Το σημαντικό ήταν ότι εκκινούσαν από προϋπάρχουσες συλλογικές δυνατότητες (πολιτικές κι οργανωτικές), που καθώς ωρίμαζαν και συνειδητοποιούσαν τον εαυτό τους, έψαχναν τρόπο να ισχυροποιηθούν. Κι είναι ακριβώς αυτές τις προϋπάρχουσες συλλογικές δυνατότητες που στέγαζαν και στεγάζουν οι τοίχοι και τα δωμάτια των καταλήψεων. 
      Από τη σκοπιά των αυτόνομων οι καταλήψεις ήταν κι είναι απλώς το κέλυφος. Ο πυρήνας τους είναι η συλλογική εργασία πολλών δεκάδων συντρόφων και συντροφισσών. Αυτή βρίσκεται συγκεντρωμένη εντός των κατειλημμένων κτιρίων κι αυτή, αναλόγως του πόσο πλούσια είναι, κάνει τις καταλήψεις λιγότερο ή περισσότερο σημαντικές. Υπ’ αυτήν την έννοια, οι αυτόνομοι δεν υπήρξαν ποτέ προσκολλημένοι σε κτίρια, αλλά υπήρξαν πεισματικά προσκολλημένοι σε περιεχόμενα. 
     Οι πρόσφατες εξαγγελίες των αρμόδιων υπουργών ότι θα επιτεθούν κατά μέτωπο στις καταλήψεις, οπωσδήποτε δεν ήταν καλός οιωνός. Από την άλλη βέβαια υπήρξαν αφορμή να κατανοήσουμε καλύτερα τη θέση μας μέσα στον καπιταλιστικό κόσμο και να την υπερασπιστούμε ως τέτοια. Κατά τη γνώμη μας, αυτό που σήμερα παρουσιάζεται ως «επίθεση στις καταλήψεις» στην ουσία του δεν αφορά τα κατειλημμένα κτίρια αυτά καθεαυτά. Πολύ περισσότερο στοχεύει κατευθείαν στη δυνατότητα που έχουμε να μιλάμε, να σκεφτόμαστε και να οργανωνόμαστε έξω από τη σχέση κεφάλαιο. Είναι επίθεση στις δυνατότητες να είμαστε αυτόνομοι κι αυτόνομες. Κι έχει τη σημασία του, ότι αυτή η επίθεση, δεν ξεκίνησε από τότε που η «Νέα Δημοκρατία» έγινε κυβέρνηση, αλλά από τότε που η καπιταλιστική κρίση επιτάχυνε την κρατική βία στα σώματα και στα μυαλά. Αυτή η επίθεση θα παραμένει κρατική προτεραιότητα για τους καιρούς που έρχονται.
    Κατά τα άλλα, δε θα πρέπει να ξεχνάμε το εξής: μέσα στα τελευταία είκοσι χρόνια, οι αυτόνομοι «χάσαμε» κάμποσες καταλήψεις. Τις χάσαμε από μπάτσους, τις χάσαμε από «συντρόφους», τις χάσαμε από τις ίδιες μας τις αδυναμίες. Η ζημιά που πάθαμε δεν υπήρξε ποτέ ανεπανόρθωτη. Εκείνο που μας έσωζε είναι ότι κοιτούσαμε να κρατάμε αλώβητες τις συλλογικές μας δυνατότητες είτε αυτές αφορούσαν τα λόγια είτε αφορούσαν τα έργα. Η υπεράσπιση των καταλήψεων είναι σε τελευταία ανάλυση υπεράσπιση αυτών ακριβώς των δυνατοτήτων. Όλα τα υπόλοιπα διορθώνονται.