14 Νοεμβρίου, 2018

 

 ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ

Το περιοδικό antifa
και οι εκδόσεις antifa scripta
κυκλοφορούν στο βιβλιοπωλείο Nouveau
[Παντανάσσης 78, στον πεζόδρομο]
 


 

 

 

 


 

 

Αυτονομία και Επανάσταση

 

Κάπου γύρω στην τρυφερή ηλικία των δεκαέξι, ο τυπικός βαλκάνιος πανκ ροκ αντιεξιουσιαστής βγαίνει για πρώτη φορά από το λεωφορείο στην Ακαδημίας ή τη Ζήνωνος και παίρνει το δρόμο για τα Εξάρχεια. Εκείνη την ώρα δεν το γνωρίζει, αλλά σύντομα θα έρθει αντιμέτωπος με τη μεγάλη αντίφαση που αντιμετωπίζουν οι νοτιοβαλκάνιοι πανκ ροκ αντιεξουσιαστές από καταβολής κόσμου, δηλαδή από τα τέλη της δεκαετίας του ’60.

Το παράδοξο είναι εύκολο στην περιγραφή: από τη μια τα πραγματικά κίνητρα για να πάρει κανείς το συγκεκριμένο δρόμο (ο «δρόμος» χρησιμοποιείται μεταφορικά :-) είναι διαδικασίες εμπειρικώς αντιληπτές: ο υποχρεωτικός εκκλησιασμός, το φάσμα της υποχρεωτικής στράτευσης, οι πρώτες νυχτερινές επαφές με την αστυνομία και τους φασίστες, οι γονείς, το σχολείο, η έμφυλη βία και τελικά το κερασάκι στην τούρτα, δηλαδή το αφεντικό και η φρίκη του μισθού και του χώρου εργασίας. Με άλλα λόγια, το κίνητρο είναι η καθημερινή, ωμή ταξική εμπειρία, όπως την αντιλαμβάνεται κανείς μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης δεκαετίας της ζωής του. Συν, αν όλα είναι φυσιολογικά, ένας βαθμός ιδεολογικής ηγεμονίας της εργατικής τάξης στον τόπο προέλευσης.

Ενώ όμως αυτού του είδους τα εμπειρικά κίνητρα οδηγούν τους ανθρώπους στον διαβόητο από την εποχή του Δαλιανίδη «δρόμο», ο «δρόμος» οδηγεί σε ένα μέρος όπου τα αρχικά τους κίνητρα θεωρούνται εντελώς ανάξια λόγου. Οι πολιτικές οργανώσεις της άκρας αριστεράς δεν ασχολούνται με την καθημερινή ταξική εμπειρία. Βασικά ασχολούνται με την «επανάσταση».

Ο ακριβής προσδιορισμός αυτής της «επανάστασης» ελάχιστα απασχολεί. Αν είμαστε πρόχειροι, μπορούμε να πούμε πως η «επανάσταση» ταυτίζεται με κάποιου είδους ριζική κοινωνική μεταβολή απροσδιόριστης κατεύθυνσης. Αν όμως κοιτάξουμε προσεκτικότερα, πίσω από την «επανάσταση» βρίσκουμε μια πολύ πιο συγκεκριμένη και πολύ πιο χρήσιμη ιδέα: την ιδέα σύμφωνα με την οποία οι «κοινωνικές μεταβολές» είναι κάτι σαν τα καιρικά φαινόμενα. Επέρχονται εκ του μηδενός μόλις ο λαός «ξυπνήσει».

Το ρήμα «ξυπνάω» είναι ο απαραίτητος μαϊντανός κάθε «επανάστασης». Κάπου μεταξύ του 1941 και του 1943 ο ελληνικός λαός «ξύπνησε» και πήρε τα όπλα ενάντια στον κατακτητή. Το 1973 ο λαός «ξύπνησε», έκανε το Πολυτεχνείο και έριξε τη χούντα. Από το 1990 και μετά τα ΕΑΑΚ περίμεναν τον «λαό» να «ξυπνήσει» κάθε χρόνο και προσδιόριζαν την αναμονή τους με τη θρυλική φράση «έχει κίνημα φέτος». Το 2001 ο λαός «ξύπνησε» και πήρε το δρόμο της αντιπαγκοσμιοποίησης. Τελικά, το 2008, ο λαός «ξύπνησε» και έκαψε την Αθήνα. Το 2011 ξαναξύπνησε και γέμισε τις πλατείες με αγανακτισμένους.

Παρατηρήσεις: Η επανάσταση ως ξύπνημα, δεν είναι μια ιδέα αποκλειστικά ελληνική. Η ίδια ακριβώς ιδέα μπορεί να βρεθεί στους πρώτους στίχους του ιταλικού «Bella Ciao» που τόσο αρέσει στον Μάνο Τσάο: «Ξύπνησα ένα πρωινό - και ανακάλυψα τον εισβολέα». Η επανάσταση ως ξύπνημα συμβιώνει με μισοθρησκευτικές επετείους, με μια κυκλική ετήσια περιπλάνηση στις σελίδες του ημερολογίου, από τη «ΔΕΘ», στη «17 Νοέμβρη» και από εκεί στην «Πρωτομαγιά», με κανονικότητα που θα ζήλευαν ακόμη και το έθνος κράτος και η εκκλησία του. Αλλά η πλέον καίρια παρατήρηση σχετικά με την επανάσταση ως ξύπνημα, είναι πως πρόκειται για μια ιδέα που προφανώς προέρχεται από την ηγεμονία της αριστεράς και των ιδεολογιών της. Και όπως κάθε ιδεολογία, η επιτυχία της κρίνεται από την κοινωνική της λειτουργικότητα.

Ας επιστρέψουμε στους νοτιοβαλκάνιους πανκ ροκ αντεξουσιαστές που έχουν πάρει το «δρόμο», έχοντας για βασικό τους κίνητρο την ταξική εμπειρία. Μικρές ηλικίες, ευαισθησία άνω του μετρίου, πολύμορφες ατομικές ικανότητες, μηδενική εμπειρία πολιτικής οργάνωσης. Ο συνδυασμός μπορεί να αποδειχθεί θανατερός. Το πιο επικίνδυνο και συνηθισμένο: μπορεί όλα να φαίνονται σαν μόλις να ξεκινούν. Το πρώτο τουμπαρισμένο αυτοκίνητο, ο πρώτος «πραγματικός αναρχικός», ο πρώτος «αντίφα», η πρώτη γενική συνέλευση, η πρώτη συναυλία, τα πρώτα ναρκωτικά, το πρώτο σεξ· όλα τους μαγικά και πρωτόφαντα. Η απόσταση μέχρι την αντίληψη ότι καμία από αυτές τις μαγικές πρώτες φορές δεν έχει ιστορία, είναι αμελητέα. Οι νοτιοβαλκάνιοι πανκ ροκ αντεξουσιαστές, στη μεγάλη μας πλειοψηφία, ξεκινάμε την πολιτική μας ύπαρξη νομίζοντας πως το δράμα της ανθρώπινης κατάστασης ξεκινά με την εισαγωγή μας στη σκηνή, ασφυκτικά γεμάτο μέλλον, παντελώς άδειο από παρελθόν.

Η ιδέα της επανάστασης ως ξύπνημα είναι ειδικά κατασκευασμένη για την περίπτωσή μας. Επαληθεύει τις αρχικές αντιλήψεις μας περί εκ του μηδενός ξεκινήματος. Αποκρύπτει την πραγματική ταξική ιστορία και βασικά τον ρόλο των αριστερών ποιμένων που καραδοκούν στο πεζοδρόμιο του «δρόμου». Στρέφει το ενδιαφέρον μας από την αρχική ταξική εμπειρία στο φανταστικό επέκεινα της ανατροπής. Τελικά κατασκευάζει έναν κόσμο παιδιάστικο, ειδικά φτιαγμένο για τα παιδιά που αποφασίζουν να πάρουν το «δρόμο». Οι ετήσιες «επέτειοι» αυτού του κόσμου είναι στην πραγματικότητα πολύ πιο θρησκευτικές από όσο νομίζουμε: στην πραγματικότητα πρόκειται για τελετές αναμονής του Μεσία. Αναμονής, όχι μέχρι την «επανάσταση», αλλά μέχρι τη διαρκή αναπαραγωγή του παιδιάστικου κόσμου μας και μέχρι το τελικό ξενέρωμα, όταν οι νεαροί, που δεν είναι πια και τόσο νεαροί, ανακαλύπτουν ότι όλα αυτά ήταν «ένα μάτσο μαλακίες» και αντικαθίστανται από τους επόμενους.

Αναμενόμενα, η αρχική εμφάνιση των αυτόνομων ιδεών στην Ελλάδα είχε στο επίκεντρο την απέχθεια για αυτές ακριβώς τις θρησκευτικές επετείους. «Τι θα κάνεις του Αγιοπολυτεχνείου;» ρωτάγαμε ο ένας τον άλλο ήδη από το 1996. Αλλά η αντιεπετειακή σιχαμάρα ήταν μόνο το επιφαινόμενο του πραγματικού μας προβλήματος, δηλαδή της αντίφασης που επισημάναμε στην πρώτη παράγραφο. Από τη μια ήμασταν άμεσα προϊόντα της καθημερινής ταξικής εμπειρίας, από την άλλη καλούμασταν να την αγνοήσουμε και να ταχθούμε στην «επανάσταση», δηλαδή τις ήδη σαπισμένες αριστερές θρησκευτικές τελετές αναμονής του Μεσία.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, αυτή η διαισθητική απέχθεια αποδείχθηκε ορθή. Επίσης αποδείχθηκε πως διέθετε μια ενδιαφέρουσα προσθήκη. Συγκεκριμένα: ακολουθώντας το δρόμο της αυτονομίας, που με τόσους φίλους μας γέμισε εν τω μεταξύ, ανακαλύψαμε ότι η «κοινωνική μεταβολή» είναι ένας στόχος κατ’ αρχήν εφικτός. Μόνο που, όπως αποδεικνύουν οι μετέπειτα εμπειρίες μας, δεν είναι μεσσιανική· είναι βαθμιαία και ανεπαίσθητη, αποτέλεσμα μακρόχρονων διαλεκτικών διαδικασιών. Δεν ξεκινά από «τον λαό» και «την κοινωνία»· ξεκινά από εμάς τους ίδιους, τη δική μας καθημερινότητα και τις δικές μας σχέσεις. Τέλος, δεν είναι ανατρεπτική σαν αστροπελέκι, με τον τρόπο που εννοεί η «επαναστατική αριστερά»· είναι ανατρεπτική με τον τρόπο της ιστορικής εξέλιξης και στην κλίμακα της ιστορικής εξέλιξης.

Σήμερα, είναι δυνατόν να οργανώσει κανείς μια κριτική στο ελληνικό κράτος, τόσο από τη σκοπιά των εξωτερικών σχέσεων, όσο και από τη σκοπιά της ιστορίας. Σήμερα, είναι δυνατόν να υπάρχουν ομάδες αποκλειστικά γυναικείες. Σήμερα, είναι δυνατόν εθνικώς απροσδιόριστοι και ταξικώς προσδιορισμένοι νεαροί να οργανώνονται στις γειτονιές σε βάθος χρόνου, όχι ως παρέες αλλά ως πολιτικές ομάδες. Σήμερα, το ελληνικό λεξιλόγιο έχει πλουτιστεί με μια καινούρια λέξη: antifa. Αυτή η λέξη ήρθε να καλύψει ένα πολύ πραγματικό κενό στις σημασίες, δηλαδή στις κοινωνικές πρακτικές: το κενό που δημιουργούνταν καθώς η «δεύτερη γενιά» μεγάλωνε αλλάζοντας την ελληνική κοινωνία εκ βάθρων και ερχόμενη αντιμέτωπη με τους φασίστες.

Αυτά τα ελάχιστα, προφανώς δεν είναι αποκλειστικά δικά μας έργα. Είναι όμως πραγματικές κοινωνικές μεταβολές, που δεν επήλθαν από μόνες τους, αλλά σε διαλεκτική σχέση με τη συνδυασμένη δράση μερικών χιλιάδων από τους πολλούς περισσότερους που πήραν το «δρόμο» τα τελευταία είκοσι χρόνια. Όλοι τους κατηγορήθηκαν για «μερικές ενασχολήσεις», για προσκόλληση στα «δευτερεύοντα», για ελιτισμό. Πράγματι. Οι ίδιοι και τα έργα τους καγχάζουν σαρδόνια μπροστά στην αριστερή έννοια της «επανάστασης». Την ίδια στιγμή, οι ίδιοι και τα έργα τους έχουν μεγάλη σχέση με την κοινωνική μεταβολή. Όπου, αντίθετα με τους κοινωνούς της «επανάστασης», με τη λέξη «κοινωνική» εννοούμε πρώτα τους εαυτούς μας και μετά τους άλλους.

Το βασικότερο από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η αυτονομία όλα αυτά τα χρόνια είναι πρόβλημα αυτοσυνείδησης. Αυτό που παίζεται με εμάς κάθε μέρα είναι η δυνατότητα ή η αδυναμία να αντιλαμβανόμαστε τους τρόπους με τους οποίους οι πράξεις μας αλλάζουν τον κόσμο, την ίδια στιγμή που οι αλλαγές είναι ανεπαίσθητες στην ατομική χρονική κλίμακα των δύο έως πέντε ετών. Επίσης, η δυνατότητά μας να επιμένουμε στη σημασία των όσων κάνουμε, ενώ την ίδια στιγμή, ο βομβαρδισμός των «μεγάλων στιγμών» συνεχίζεται και η κλίμακα των πλησιαζόντων γεγονότων μας κάνει να νιώθουμε μικροσκοπικοί. Είναι εξαιτίας αυτής της διαρκούς αμφιβολίας που ενώ τα λάθη των «επαναστατών» ξεχνιούνται εν ριπή οφθαλμού, τα δικά μας λάθη τείνουν να αποκτούν χροιά σχεδόν υπαρξιακή. Είναι εξαιτίας αυτής της διαρκούς αμφιβολίας που η αυτονομία ως ιστορική διαδικασία συνοδευόταν εξαρχής, και ακόμη συνοδεύεται, από μια αίσθηση ζωής στην κόψη του ξυραφιού.

Πρόκειται ακριβώς για την αίσθηση που θα ‘πρεπε να συνοδεύει το «δρόμο» που κάποια στιγμή πήραμε όλοι μας σαν τυπικοί βαλκάνιοι πανκ ροκ αντεξουσιαστές.