19 Σεπτεμβρίου, 2018

 

 ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ

Το περιοδικό antifa
και οι εκδόσεις antifa scripta
κυκλοφορούν στο βιβλιοπωλείο Nouveau
[Παντανάσσης 78, στον πεζόδρομο]
 


 

 

 

 


 

 

«Ανθέλληνες»!;! Ποιοι, εμείς;

 

Πογκρόμ και ΦΠΑ

Τελικά, όλα έγιναν ταυτόχρονα! Η ξενόδουλη κυβέρνηση πάλεψε με τους ανάλγητους Ευρωπαίους, οι αγαθοί νησιώτες πάλεψαν με τους πρόσφυγες στην πλατεία της Μυτιλήνης, η ξενόδουλη κυβέρνηση έφαγε χριστοπαναγίες από τους αγαθούς νησιώτες... και το ποθούμενον επετεύχθη. Οι επιχειρηματίες του τουρισμού που έχουν τη δυνατότητα να δέρνουν εργάτες αναγνωρισμένους ως πρόσφυγες από την Ε.Ε., θα συνεχίσουν να διεξάγουν τις εργασίες τους δίχως αύξηση του ΦΠΑ! Αν θυμάστε μάλιστα, το ζήτημα της αύξησης του ΦΠΑ στα νησιά, που τώρα καταλήγει επιτυχώς, αποτελεί «διαπραγματευτικό διακύβευμα» από το περίφημο δημοψήφισμα του Ιούλη του 2015, πριν από τρία χρόνια. Γιατί στην πραγματικότητα πρόκειται για το ζήτημα του κρατικού προστατευτισμού επί της τουριστικής βιομηχανίας.[1]

Βρίσκουμε το γεγονός πολλαπλά διαφωτιστικό. Πρώτον, γιατί μας δείχνει τον τρόπο με τον οποίο η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, ο εμπορικός πόλεμος και ο διακρατικός ανταγωνισμός, συνδέονται με τη διαχείριση των μεταναστών στα νησιά και με την καθημερινότητα του ρατσισμού. Το ένα είναι ακατανόητο δίχως το άλλο. Δεύτερον, γιατί μας δείχνει την ποιότητα της ομερτά που μπορούν να επιτύχουν οι τοπικές κοινωνίες: δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, επί τρία ολόκληρα χρόνια, διαπραγματεύθηκαν το θέμα του ΦΠΑ και της σχέσης τους με το κράτος και επί τρία ολόκληρα χρόνια κατάφεραν να παριστάνουν πως αυτό που κάνουν είναι «πρόβλημα με τους μετανάστες» (προφανώς θα συνεχίσουν έτσι). Τρίτον, γιατί μας δείχνει την πραγματική ταξική ουσία, τόσο των «τοπικών κοινωνιών», όσο και των φασιστών: τι σκατά «φτωχοί»,  και «χτυπημένοι από την κρίση», και «πλανημένοι εργάτες»; Μαγαζάτορες και ελαιοπαραγωγοί και η ιδεολογική τους ηγεμονία επί κοινωνιών που, από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, καταφέρνουν να κρύβουν τη σκληρή ταξική τους διάρθρωση κάτω από «χωράφια», εκκλησίες, πανηγύρια στο χωριό, και πέντε ελιές που είναι το ίδιο με πεντακόσιες! Οι ναζιστές των νησιών και η απόκρυψη της φύσης τους δεν είναι παρά μια επιμέρους εφαρμογή ενός ευρύτερου ιδεολογικού κατορθώματος: της αντίληψης περί του μοναδικού παγκοσμίως καπιταλισμού δίχως κοινωνικές τάξεις, δηλαδή του ελληνικού καπιταλισμού.

Όπως θα θυμούνται οι αναγνώστες μας, είχαμε επισημάνει τη σύνδεση μεταξύ πογκρόμ στα νησιά και διαπραγματεύσεων για τον ΦΠΑ, από πέντε μήνες πριν, ως συνήθως μόνοι μας.[2] Ο τρόπος με τον οποίο φτάσαμε σε αυτό το συμπέρασμα είναι γνωστός. Καθώς μάλιστα, για λόγους που μας διαφεύγουν, διατηρούμε την πεποίθηση ότι η μεθοδολογία μας μπορεί να είναι αναπαράξιμη, την περιγράφουμε με κάθε ευκαιρία. Σχετικά μπορεί να δει κανείς την εισήγηση «Τι Είναι η Αυτονομία» που βρίσκεται κάπου στις επόμενες σελίδες.

Αλλά το θέμα μας εδώ δεν είναι ακριβώς αυτό. Είναι ότι, όπως συμβαίνει συνήθως στην καπιταλιστική ζωή, αυτού του είδους οι «επιτυχίες», σπανίως πάνε μόνες τους. Ενίοτε μάλιστα, μπορεί και να σε φέρουν σε δύσκολη θέση.

Δηλαδή;

 

«Ανθέλληνες»; Ποιοι, εμείς;

Δηλαδή, κάτι ανησυχητικό πήρε τ’ αυτί μας. Οι εχθροί μας, λέει, βρήκαν μια ταμπέλα να μας χώσουν από κάτω. Η ταμπέλα είναι «ανθέλληνες» και το γεγονός μας φάνηκε πολλαπλά ανησυχητικό. Αρχικά, και για να πούμε την αλήθεια κάπως αυθόρμητα, ανησυχήσαμε γιατί νομίζουμε ότι, στους καιρούς που ζούμε, το να κατηγορείς ή να κατηγοριοποιείς κάποιον ως «ανθέλληνα», είναι προφανές κάλεσμα στους απανταχού φιλέλληνες να πράξουν τα δέοντα εναντίον του. Όπως γνωρίζουμε άλλωστε, η ρουφιανιά δεν είναι το τελικό στάδιο της ξεφτίλας· υπάρχουν και επόμενα.

Όταν όμως μας πέρασε το «αυθόρμητο», σκεφτήκαμε και παραπάνω. Kαι η δίκαιη ανησυχία μας για το πώς μας στοχοποιούν οι εχθροί μας και πώς αυτό εντάσσεται στις βλέψεις κυριαρχίας τους στο «kreuzberg των νοτίων βαλκανίων», γρήγορα ενισχύθηκε με δόσεις ενδοσκόπησης και αυτοκριτικής.

Αυτό που οι εχθροί μας αποκαλούν «ανθελληνισμό», βρίσκεται στο DNA μας. Γεννηθήκαμε σε εποχές απόλυτης ιδεολογικής κυριαρχίας των κρατικών μεσολαβήσεων. Γεννηθήκαμε τότε που το νομοσχέδιο Γιαννίτση «έπεφτε» με δυο μέρες απεργία της ΓΣΕΕ, τότε που «η παράδοση του Οτσαλάν στην Τουρκία» καταγγελόταν ως «προδοσία» από την Άκρα Αριστερά, τότε που τα αντιρατσιστικά πανώ έγραφαν «Οι Έλληνες δεν είναι Ρατσιστές». Γεννηθήκαμε από παραδομένες στην πρέζα πλατείες κάτω από εργατικές πολυκατοικίες· από μικροαστικά σαλόνια που επικοινωνούσαν με το «χωριό» και τη μαύρη εργασία της πόλης. Οπότε μισήσαμε πρώτα αυτό που ήταν εμπειρικά αντιληπτό με δεδομένη την ηλικία μας, την κοινωνική θέση μας και την ιστορική μας συγκυρία. Μισήσαμε τα λιόδεντρα και τις εκκλησιές, τα λεωφορεία με τους λαλίστατους ρατσιστές, τις σημαίες στις εθνικές εορτές, τα πανηγύρια και τα σκυλάδικα, τα ιλουστρασιόν περιοδικά, τις πατριωτικές τσόντες, το έθνος που είχε και τα αφεντικά μας μέσα, τη βαθιά υποκρισία μιας κοινωνίας που αναμασούσε την κρίση της και παρίστανε πως όλα βαίνουν καλώς.

Αλλά δεν είμαστε σκέτο κοινωνικό φαινόμενο. Είμαστε ένα κοινωνικό φαινόμενο που οργανώθηκε πολιτικά. Οπότε δε μείναμε εκεί, σε αυτό το DNA που θα μας οδηγούσε στην εμπειρικής προέλευσης επιφανειακή κατανόηση και στην καλών προθέσεων και αμφίβολων αποτελεσμάτων ποιητική παραγωγή. Οι ομάδες που στήσαμε εδώ και είκοσι χρόνια, ασχολήθηκαν συστηματικά με το ζήτημα της μετανάστευσης και της καπιταλιστικής κρίσης. Καθοδήγησαν τη συλλογική τους σκέψη με τα εργαλεία της ταξικής σύνθεσης της κοινωνίας, της ιστορικής προσέγγισης, και του κοινωνικού εργοστασίου που εκτείνεται από το νοικοκυριό μέχρι τον πυρηνικό αντιδραστήρα, και από το Παρίσι μέχρι τη Βαγδάτη. Τέλος, ασχολήθηκαν συλλογικά με τους φασίστες στους δρόμους και τις πλατείες της Αθήνας, επί δεκαπέντε χρόνια. Καταλήξαμε φορείς μακρόχρονης και -κυρίως- συλλογικής μνήμης, άρα φορείς μιας μοναδικής συλλογικής οπτικής γωνίας θέασης της ελληνικής κοινωνίας.

Μέσα σε αυτά τα δεκαπέντε με είκοσι χρόνια, ανακαλύψαμε και περιγράψαμε τη στρατηγική του ελληνικού κράτους για τη μετανάστευση, ενώ γύρω μας όλοι έλεγαν ότι δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Σημειώσαμε ότι ο φασισμός δεν έχει σβάστικα, ακριβώς την εποχή της ανόδου της Χρυσής Αυγής. Ανακαλύψαμε την ταξική σύνθεση του ΕΑΜ, ενώ γύρω μας όλοι φώναζαν συνθήματα για τον Άρη Βελουχιώτη και ετοιμάζονταν να ψηφίσουν Σύριζα. Ανακαλύψαμε τη σύνδεση των «επιτροπών κατοίκων» του Αγίου Παντελεήμονα με τη μαφία της Συγγρού και το τοπικό Α.Τ., όταν όλοι ασχολούνταν με τα «σπέρματα της επανάστασης» στην Πλατεία Συντάγματος. Αναδείξαμε την επιθετικότητα του ελληνικού κράτους ως κομμάτι ενός παγκοσμίου πολέμου, ενώ όλοι γύρω μας μιλούσαν για «εξάρτηση» και «τουρκική προκλητικότητα». Ανακαλύψαμε ότι η πραγματική παγκοσμιοποίηση ήταν μια περίοδος μεταξύ του 1950 και του 1970.

Και πάνω απ’ όλα, εισαγάγαμε στο ελληνικό λεξιλόγιο μια λέξη -antifa!- που σήμερα χρησιμοποιείται ως συνθηματικό μεταξύ ασαφούς εθνικότητας και σαφούς ταξικότητας πιτσιρικάδων στην Ελευσίνα, για να δηλώσουν αναμεταξύ τους ποιος είναι φασίστας και ποιος κανονικός Αλβανός. Καταφέραμε, ίσως για πρώτη φορά στην κυριαρχία της αριστεροδεξιάς μεταμοντέρνας αταξικότητας, να ξεφύγουμε από την εμπειρική ματιά του οργισμένου περιθωριακού που έβλεπε την ελληνική κοινωνία ως ενιαίο βούρκο. Μάθαμε αντίθετα να την κατανοούμε ως κοινωνία βαθύτατα ταξική, άρα γεμάτη εντάσεις και συγκρούσεις· ως μια διαιρεμένη κοινωνία, όπου εκτός από τους πολυπληθείς εχθρούς μας αρχίσαμε να ανακαλύπτουμε και τους φίλους μας, τους ομοίους μας.

Αυτά τα μικρά επιτεύγματα, που οι εχθροί μας δεν τα έχουν δει ούτε στον ύπνο τους, δεν είναι αποτέλεσμα κάποιου «ανθελληνισμού», ό,τι κι αν εννοούν με αυτό. Είναι αποτέλεσμα της ιστορικής και ταξικής οπτικής του κοινωνικού εργοστασίου, εφαρμοσμένης στην ταξική ελληνική κοινωνία σε περίοδο καπιταλιστικής κρίσης. Είναι κυρίως αποτέλεσμα της διαρκούς οριζόντιας οργάνωσης και της συλλογικής μνήμης που αυτή η οργάνωση γεννά.

Υπάρχει όμως και μια άλλη όψη. Ακριβώς επειδή αυτά που έχουν ήδη γίνει είναι πολύ μεγάλα για τα κυβικά μας, ακριβώς επειδή η δουλειά για να γίνουν ήταν και είναι ασήκωτη, ακριβώς επειδή για να διακρίνει κανείς από μήνες πριν τη σύνδεση μεταξύ ΦΠΑ και πογκρόμ στη Λέσβο, πρέπει να διαβάσει δέκα μήνες εφημερίδων, να έχει δέκα χρόνια εμπειρικής συλλογικής μνήμης, να γνωρίζει τη σχέση μεταξύ τοπικής αυτοδιοίκησης και φασισμού από πρώτο χέρι... ακριβώς για όλα αυτά, είναι πάντα πειρασμός και πάντα ευκολότερο να το γυρίσει κανείς στο εμπειρικό «Ελλάδα Σκάσε».

Το «Ελλάδα Σκάσε» είναι η κραυγή που βγήκε κάποτε αυθόρμητα, τότε που ο πατριωτικός ορυμαγδός μπορούσε ακόμη να μας αφαιρεί τη δυνατότητα κριτικής σκέψης. Τη σεβόμαστε αυτή την κραυγή, είναι στην προίκα μας. Είναι αξιοπρεπέστερη, ακριβέστερη και ασφαλέστερη από τις πατριωτικές μπούρδες που όλο και περισσότερο γίνονται της μόδας στο «ριζοσπαστικό χώρο». Αλλά εδώ και πολύ καιρό είναι πολύ μικρή για να μας περιγράψει. Το ξέρουν οι εχθροί μας. Να το θυμόμαστε κι εμείς.



[1] Για τα ζητήματα όπου «ο λαός ψήφισε όχι», δες «Έθνη Κράτη, Καπιταλιστική Κρίση και τα ΑΤΜ που περίσσεψαν από τον Δεκέμβρη», Antifa #47, 7/2015. Πάτησε εδώ.

[2] «Οι Τοπικές Κοινωνίες στις Επάλξεις: Έργα και Ημέρες των Νησιωτών Κανίβαλων εν Έτει 2016», Antifa #59, 2/2018. Με περισσότερα λόγια, δες «Η Περιπλοκότητα του Μεταναστευτικού Ζητήματος στην Ασφαλέστερη Χώρα του Κόσμου: Συμπεράσματα, Μέθοδοι, Εφαρμογές, ΦΠΑ», Antifa #60, 5/2018. Πάτησε εδώ.