20 Ιανουαρίου, 2018

 

 ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ

Το περιοδικό antifa
και οι εκδόσεις antifa scripta
κυκλοφορούν στο βιβλιοπωλείο Nouveau
[Παντανάσσης 78, στον πεζόδρομο]
 


 

 

 

 


 

 

 

 


 

Είναι το οργανωτικό καλοί μας σύντροφοι και συντρόφισσες!

 

Όπως θα πρέπει να είναι εμφανές για όποιον διαβάσει αυτό το τεύχος, αυτή τη στιγμή οι Έλληνες Εθνικοσοσιαλιστές χρειάζονται πέντε λέξεις (συγκεκριμένα: «Κανένα Σπίτι στα Χέρια Τραπεζίτη») για να καλύψουν ικανοποιητικά ένα θέμα (τους πλειστηρισμούς) για το οποίο εμείς χρειαζόμαστε πέντε χιλιάδες λέξεις (κόψαμε και χίλιες γιατί δεν χώραγαν).[1] Ακόμη χειρότερα, αυτή η στριμόκωλη ασυμμετρία δεν αφορά μόνο το ζήτημα «των πλειστηριασμών», που στην πραγματικότητα είναι το ζήτημα της καπιταλιστικής κρίσης. Αφορά και ζητήματα εξίσου στρατηγικά για την εργατική τάξη, όπως το ζήτημα της μετανάστευσης, το ζήτημα της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και του ρόλου του ελληνικού κράτους, το ζήτημα των «ιδιωτικοποιήσεων», το ζήτημα της «Ε.Ε.», το ζήτημα του «περιβάλλοντος» και της «προστασίας» του και πάει λέγοντας.

Με μια πρώτη ματιά, ετούτη η ασυμμετρία φαίνεται κάπως... πώς να το πούμε... άδικη. Οι οργανώσεις της αριστεράς που σήμερα απολαμβάνουν την ευκολία έκφρασης με πέντε λέξεις, έχουν περάσει τα τελευταία εφτά χρόνια πηδώντας από την ξεφτίλα στο καραγκιοζιλίκι. Ανακάλυψαν την εξέγερση του ελληνικού λαού στην Πλατεία Συντάγματος την ίδια στιγμή που αγνοούσαν το ναζιστικό πογκρόμ στον Άγιο Παντελεήμονα. Υποστήριξαν με κάθε μέσο την άνοδο του Σύριζα στην εξουσία δίχως ποτέ να εξηγήσουν την ακλόνητη συνέχεια της «πρώτης φοράς αριστερά» με τις προηγούμενες κρατικές στρατηγικές. Υποστήριξαν το «Όχι» στο περίφημο δημοψήφισμα του 2015 και ευθύς αμέσως ανέκραξαν «Αλέξης πρόδωσε», δίχως ποτέ να εξηγήσουν ούτε πώς ακριβώς έφτασαν να στελεχώνουν υπουργεία μαζί με τους «προδότες του κινήματος», ούτε πώς ακριβώς έφτασαν να «προδωθούν». Πάνω από όλα όμως, «προδοσία» ή όχι, τα ανώτερα στελέχη των ελληνικών αριστερών οργανώσεων στελέχωσαν και ακόμη στελεχώνουν ό,τι βρέθηκε μπρος τους κατά τη διάρκεια της θριαμβευτικής ανόδου τους, από υπουργεία και κρατικούς οργανισμούς, έως απλές θέσεις προπαγανδιστή κολαούζου των μαφιόζων αστών της χώρας, δίχως βέβαια να ξεχνάμε τους μαζικούς διορισμούς των κατώτερων στελεχών τους ως φύλακες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών εργατών.

Θα περίμενε κανείς αυτός ο συνδυασμός ανικανότητας, κρατικοποίησης και παλιάς καλής παλιανθρωπιάς να έχει γίνει αντιληπτός. Επίσης θα περίμενε κανείς οι άνθρωποι αυτοί να το έχουν επιτέλους βουλώσει. Αλλά αυτό που συμβαίνει είναι το αντίθετο: οι ακροαριστερές οργανώσεις, όχι μόνο συνεχίζουν να υπάρχουν, αλλά συνεχίζουν να ρίχνουν και πολιτική γραμμή σε εμάς τους υπόλοιπους, για ζητήματα που ξεκινούν από τους πλειστηριασμούς και καταλήγουν στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Αυτό το αριστερό θαύμα μπορεί να χρησιμεύσει για να καταλάβουμε ορισμένα πράγματα γύρω από τη σχέση μεταξύ των απόψεων και των τρόπων οργάνωσης. Η κυρίαρχη και επικίνδυνα σφαλερή αντίληψη σχετικά με τις «ιδέες», τις γνώμες και κυρίως τις «θεωρίες», είναι ότι σε τελική ανάλυση πρόκειται για ατομικά προϊόντα: κάποιος «έχει μια καλή ιδέα» η οποία έπειτα «πείθει» και διάφορους άλλους.

Όποιος από την άλλη έχει παρακολουθήσει τον τρόπο διαμόρφωσης απόψεων σε κινηματικό περιβάλλον, γνωρίζει καλά ότι αυτή η αντίληψη περί της τάχα ατομικής παραγωγής της «θεωρίας» είναι τελείως παραπλανητική. Ο τάχα ατομικός «διανοούμενος του κινήματος», στην πραγματικότητα λειτουργεί σαν διάμεσος: από τη μια μεριά αυτής της μεσολάβησης υπάρχουν οι συγκεκριμένες οργανωτικές δομές που στήνονται από την εργατική τάξη και η συλλογική εργασία που διεξάγεται από αυτές τις δομές ενάντια στη σχέση κεφάλαιο. Από την άλλη υπάρχει η διατύπωση των βασικών νοητικών κατηγοριών που αντιστοιχούν στις συγκεκριμένες οργανωτικές δομές και τη συλλογική τους εργασία, ο εντοπισμός των αντίστοιχων πολιτικών κατευθύνσεων και πάει λέγοντας.

Παράδειγμα: Η πρωτοποριακή κριτική του Ρανιέρο Παντσιέρι στην «καπιταλιστική χρήση των μηχανών», η ιδέα ότι η ίδια η υλική διάταξη των καπιταλιστικών μηχανών είναι η υλική έκφραση της «εξουσίας του αφέντη», είναι μια ιδέα που παριστάνει ότι προέρχεται από το Κεφάλαιο του Μαρξ. Αν προσέξει όμως κανείς το ίδιο το κείμενο του Παντσιέρι, θα δει ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για την εισαγωγή σε μια ολόκληρη μπροσούρα (το πρώτο τεύχος του περιοδικού «Κόκκινα Τετράδια») η οποία είχε προκύψει έπειτα από συστηματική «εργατική έρευνα» στο εσωτερικό των ιταλικών φορντικών εργοστασίων. Η κατά Παντσιέρι «κριτική των μηχανών» δεν προερχόταν από έναν πανέξυπνο διανοούμενο και την -επιτέλους ορθή- ανάγνωση του «τι είπε πραγματικά ο Μαρξ»· η προέλευσή της βρισκόταν στις πραγματικές εργατικές πρακτικές που διατάσσονταν γύρω από τις ιταλικές αλυσίδες συναρμολόγησης το 1961.[2]

Φυσικά αυτού του είδους η υποτίμηση της προσφοράς τους, δεν είναι καθόλου προς το συμφέρον των εκάστοτε «κινηματικών διανοούμενων». Αυτοί προτιμούν να παριστάνουν ότι «προσφέρουν γνώση» που δημιουργείται εντός του εγκεφάλου τους και φυσικά να διεκδικούν τα αντίστοιχα προνόμια. Όλοι τους απαράλλακτα υποτιμούν τις συγκεκριμένες οργανωτικές δομές από όπου αντλούν τις ιδέες τους και υπερτιμούν τις ατομικές νοητικές τους λειτουργίες. Κι έτσι, η Άντζελα Ντέιβις, που κάποτε της δόθηκε το ζηλευτό προνόμιο να παίξει το ρόλο της φωνής των αναλφάβητων μαύρων προλετάριων, τώρα επανδρώνει συριζαϊκές εκδηλώσεις.

Το θέμα μας ωστόσο δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο διάφοροι γραμματιζούμενοι μπορούν να χρησιμοποιούν τα ταξικά τους προνόμια προς ατομικό τους ώφελος. Είναι η ζημιά που παθαίνουμε εν τω μεταξύ οι ίδιοι και οι ίδιες, νομίζοντας πως οι τρόποι οργάνωσης είναι άσχετοι με τις «ιδέες» και τις «θεωρίες».

Πρόκειται για μια πολύ πραγματική ζημιά σε έναν πολύ πραγματικό κόσμο. Οι οργανωτικές δομές της ελληνικής αριστεράς, αυτό που αποκαλούνταν «αριστερό κόμμα», ήταν ένας τρόπος οργάνωσης αλα καρτ, στενά συνδεδεμένος με τις απαιτήσεις της μεταπολίτευσης. Μια «κεντρική επιτροπή», περίπου δέκα ατόμων, κατέστρωνε «πολιτικές κατευθύνσεις» και αυτές οι κατευθύνσεις έπειτα προβάλλονταν σε ένα κατά τα άλλα παντελώς αδιάφορο και απόν σώμα «μελών» που ούτε ενδιαφερόταν ούτε του επιτρεπόταν να παραβρίσκεται στην κατάστρωση των «πολιτικών κατευθύνσεων». Οι απεργίες της ΓΣΕΕ, οι αντιαμερικανικές διαδηλώσεις, τα περίπου διετή «φοιτητικά κινήματα» και ο ετήσιος εορτασμός του Πολυτεχνείου ήταν οι συγκεκριμένες τελετές που αντιστοιχούσαν σε αυτού του είδους την οργάνωση δίχως οργανωμένους. Η πρακτική εφαρμογή ήταν η αλλεπάλληλη συμμόρφωση με τις πειθαρχίες των κρατικών καλεσμάτων, που κορυφώθηκε με τη μαζική συμμετοχή στο δημοψήφισμα του 2015.[3]

Φυσικά και η βάση αυτών των οργανώσεων ωφελούταν αντιστοίχως από την αλα καρτ συμμετοχή στο τελετουργικό της μεταπολίτευσης, με τρόπους που ξεκινούσαν από το άμεσο δέλεαρ του «να περνάμε καλά» και κατέληγαν στο Άγιο Δισκοπότηρο του διορισμού σε κάποιου είδους δημόσιο. Από την έναρξη της καπιταλιστικής κρίσης και μετά όμως, αυτού του είδους τα οφέλη αποδεικνύονται όλο και περισσότερο δυσπρόσιτα. Τα πεντακόσια ευρώ το μήνα αλέθουν αλύπητα το λίπος της μεταπολίτευσης, οι πάσης φύσεως διορισμοί αφορούν αποκλειστικά τα μέλη της κεντρικής επιτροπής... και φυσικά οι διανοητικές κατηγορίες με τις οποίες αντιμετώπιζαν οι αριστεροί τον κόσμο της μεταπολίτευσης (το ΝΑΤΟ, η ΕΕ, το συνδικάτο, οι λαϊκοί αγώνες, οι αμερικάνοι), έχουν προ πολλού πάψει να αντιστοιχούν σε οποιαδήποτε υποκειμενική ανάγκη, πέρα βέβαια από την ανάγκη της κεντρικής επιτροπής να συνεχίσει να είναι κεντρική επιτροπή.

Το πρόβλημα της «βάσης» των αριστερών οργανώσεων διαγράφεται σαφές. Από τη μια οι τρόποι εξήγησης του κόσμου που χρησιμοποιούσαν τόσα χρόνια έχουν πάψει να λειτουργούν. Από την άλλη, οι ίδιοι δεν μπορούν να απελεθερωθούν από το ζουρλομανδύα των αντιλήψεων του είδους «ο Σόιμπλε βάζει το κράτος να μας κόψει τους μισθούς», «ο τραπεζίτης θέλει να πάρει το σπίτι», «η έξοδος από την ΕΕ είναι επαναστατική πράξη» και τα λοιπά. Αυτή η ασφυξία δεν είναι διανοητικής φύσης. Είναι οργανωτικής φύσης. Πηγάζει από την αδυναμία της «βάσης» να ξεπεράσει τους αλα καρτ οργανωτικούς τυφλοσούρτες της μεταπολίτευσης. Το εγχείρημα της συλλογικής οργάνωσης της εργατικής τάξης συνεχίζει να γίνεται αντιληπτό σαν σωρεία «συνελεύσεων» όπου όλοι διαφωνούν με όλους και σε τελική ανάλυση είναι ανεύθυνοι για τα πάντα. Η «συμμετοχή» συνεχίζει να εξαντλείται στην ανάγνωση -και άμα- των ανακοινώσεων του «κόμματος». Η παραγωγή άποψης συνεχίζει να γίνεται αντιληπτή σαν προσφυγή σε προφάνειες. Η συλλογική εργασία συνεχίζει να γίνεται αντιληπτή, όχι σαν συγκεκριμένος υλικός κόπος όλων, αλλά σαν πλατωνική «υποστήριξη» μιας δουλειάς που έρχεται εις πέρας με τρόπους εν πολλοίς άγνωστους (τις αφίσες πολλάκις τις κολλάνε Πακιστανοί εργάτες).

Θα ήταν μεγάλη απαίτηση να περιμένει κανείς πως η κατάρρευση των παλιών τρόπων οργάνωσης θα οδηγούσε σε άμεση ανάδυση νέων. Είναι όμως γι’ αυτό ακριβώς που ενδιάμεσα επικρατούν νοσηρά φαινόμενα. Οι ευρείες νοητικές κατηγορίες της μεταπολίτευσης (το ΝΑΤΟ, η ΕΕ, οι αμερικάνοι, η εξάρτηση) συνεχίζουν να κάνουν κουμάντο στα μυαλά. Γιατί αυτό που πρέπει να ξεπεραστεί δεν είναι απλά οι «θεωρίες». Αυτό που πρέπει πρώτα και κύρια να ξεπεραστεί είναι οι οργανωτικές αντιλήψεις τις οποίες οι πεθαμένες πια «θεωρίες» υπηρετούσαν.

 

 

Καλοκαίρι του 2015. Οι οργανωτικές δομές του εθνικοσοσιαλισμού που δημιουργήθηκαν κατά την περίοδο της μεγάλης μούρλιας, συντάσσονται κάτω από μία και μόνο λέξη. Ήταν η ώρα της μέγιστης απλότητας των νοημάτων και της μέγιστης συνθετότητας των εξελίξεων, η ώρα της «συμμόρφωσης με την πειθαρχία του κρατικού καλέσματος» που λέγαμε παραπάνω, η μεγαλύτερη ως τώρα στιγμή του ελληνικού εθνικοσοσιαλισμού. Αυτουργός ο Σύριζα και οι κολαούζοι του.

Προφανώς την αφίσα την κολλούσαν πακιστανοί εργάτες.



[1] Σε στιγμές κορύφωσης της κρίσης, αυτή η ασυμμετρία έχει φτάσει σε ακραίες στιγμές, όπως το Καλοκαίρι του 2015, όταν ανακαλύψαμε ότι ο Ελληνικός Εθνικοσοσιαλισμός χρειαζόταν μία λέξη («Όχι») για να καλύψει το ίδιο θέμα για το οποίο εμείς είχαμε χρειαστεί επτά χιλιάδες. «Έθνη Κράτη, Καπιταλιστική Κρίση, Δημοψηφίσματα, και τα ΑΤΜ που Περίσσεψαν από τον Δεκέμβρη», Antifa #47, 7/2015. Πάτησε εδώ.

[2] Raniero Panzieri, «The Capitalist Use of Machinery: Marx Versus the ‘Objectivists’», στο Phil Slater (ed.), Outlines of a Critique of Technology, Ink Links, 1980, (A΄  Έκδοση Quaderni Rossi, 1961).

[3] Για τη συμμετοχή εδώ του λοιπού «χώρου» δείτε το «Το Πρόβλημα με Εμάς (δε Χώραγε Ολόκληρο)», Antifa #36, 3/2013. Πάτησε εδώ.