27 Ιουλίου, 2017

 

 

 


  
 

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
#56

6/2017

 

 

 

Θα το βρείτε σε βιβλιοπωλεία
και περίπτερα των εξαρχείων 
και σε αυτοδιαχειριζόμενους
κοινωνικούς χώρους.
[Αναλυτικά τα σημεία διακίνησης]


Για ταχυδρομική αποστολή του 
τρέχοντος ή παλαιότερων τευχών 
στείλτε mail στο
antifascripta@yahoo.com

 

 

 



 

ΞΑΝΑΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
 

Martin Lux
  ANTIFASCIST '77
Σύντομη ιστορία του
βρετανικού αντιφασισμού
σε πρώτο πρόσωπο (1970-1980)

από τις εκδόσεις antifa scripta
  Ιούνης 2017

 

 

 

 


 

Μνήμη, μετανάστες και ταξικός πόλεμος
τεύχος 55, 3/2017
 

1. Τα blogs είναι το αντίθετο της μνήμης
Το γεγονός ότι όλο και πιο πολλοί τείνουν να καταλαβαίνουν τον κόσμο με τον τρόπο που τους υποδεικνύουν τα blogs, δεν είναι ζήτημα που αφορά σκέτα τη φύση των νέων τεχνολογιών. Το διαρκές παρόν, οι πομποί και οι δέκτες που ενώνονται εις σάρκα μία, η πεποίθηση ότι η κατανόηση είναι ένα άθροισμα από κλικ, η ψευδαίσθηση ότι η πληροφορία είναι γνώση καθ’ εαυτή έχουν ταυτόχρονα και μια βαθιά ψυχολογική, σχεδόν μεταφυσική διάσταση· δρουν ως συγκολλητική ύλη μιας κοινωνίας που όσο περισσότερο αγνοεί την ιστορία της, τόσο περισσότερο καμώνεται ότι τα ξέρει όλα. Στην υπόθεση των αλβανών δεύτερης γενιάς που σχημάτισαν με τα χέρια τους το πουλί μέσα από τις τάξεις του ελληνικού στρατού, οι χρήστες των social media και οπαδοί των τηλεοπτικών δελτίων διέκριναν, σαν άλλοι ειδήμονες, «αλβανικό εθνικισμό», «μεγάλη Αλβανία» κι άλλα ηχηρά παρόμοια. Κι όμως: αντίστοιχα περιστατικά λαμβάνουν χώρα σε όλες τις δυτικές καπιταλιστικές κοινωνίες από το 1970 και μετά.

2. Το έργο της αστυνομίας σε μια μεταβαλλόμενη κοινωνία

Αντίθετα από τους αφελείς υπηκόους που λένε όλοι τα ίδια, νομίζοντας κάθε φορά ότι λένε κάτι φοβερά πρωτότυπο, οι ειδικοί των αφεντικών είναι αναγκασμένοι να σκέφτονται βαθύτερα – βασικά να προσφεύγουν στην ιστορία. Και είναι λογικό: δουλειά τους είναι να φροντίζουν για την κοινωνική συνοχή, να προλαμβάνουν κάθε πιθανή αιτία κοινωνικής έκρηξης και, αν αυτό δεν είναι δυνατόν, να καταφεύγουν στην καταστολή.
    Το Μάη του 2008, για παράδειγμα, ο σερ Ίαν Μπλαιρ, αρχηγός, τω καιρώ εκείνω, της βρετανικής αστυνομίας, πραγματοποίησε διήμερη ενημερωτική επίσκεψη στην Αθήνα, προσκεκλημένος των Ελλήνων μπάτσων. Αντίθετα με ό,τι θα περίμενε κανείς, η ομιλία του ήταν ένα πολιτικό σχέδιο δράσης για τη δημόσια τάξη του 21ου αιώνα.[1] Ο τίτλος  της ομιλίας του ήταν «Το έργο της αστυνομίας σε μια μεταβαλλόμενη κοινωνία» και θέμα της η ιστορία της διαχείρισης των μεταναστών στο πολυεθνικό Λονδίνο. Ευθύς εξαρχής, δηλαδή, ο Βρετανός μπατσοαρχηγός φρόντισε να ξεκαθαρίσει στους Έλληνες συναδέλφους του ότι οι κοινωνίες μας είναι μεταβαλλόμενες (γιατί τις μεταβάλλουν οι μετανάστες εργάτες) και πως έργο κάθε αστυνομίας που σέβεται τον εαυτό της είναι να ασχολείται με αυτές τις μεταβολές – κοινώς να αντιμετωπίζει τους μετανάστες εργάτες ως αντικείμενο αστυνομικής διαχείρισης. Ανάμεσα σε άλλα, ο Σερ Μπλαιρ προειδοποιούσε:
    Οι κοινωνικές επιπτώσεις αυτών των αλλαγών (ενν. της εμφάνισης των νέων μεταναστευτικών υποκειμένων) δεν είναι δυνατόν να αγνοηθούν κατά το σχεδιασμό για την πιο αποτελεσματική χρήση των μέσων της αστυνομίας και των υπηρεσιών εφαρμογής του νόμου, στην Ελλάδα, τη Βρετανία, ή οποιαδήποτε άλλη δυτική δημοκρατία. Πρέπει να σκεφτούμε τον τρόπο με τον οποίο θα ασκήσουμε το έργο της αστυνόμευσης στις διαφορετικές κοινότητες που ζουν στις χώρες μας σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης μεταναστευτικής δραστηριότητας (νόμιμης και παράνομης) και αυξανόμενου αριθμού αιτήσεων ασύλου. Οι κοινότητες αυτών των ανθρώπων δε μπορούν να αγνοηθούν ή να αφεθούν έρμαια στην πόλωση και τη ριζοσπαστικοποίηση.
    Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι αυτός που μιλάει εδώ είναι ένας θεωρητικός της δημόσιας τάξης. Γνωρίζει ότι οι «δυτικές δημοκρατίες» στις οποίες αναφέρεται, είναι εδώ και δεκαετίες πολυεθνικές κοινωνίες και την ίδια στιγμή σκληρά διαρθρωμένες ταξικές κοινωνίες. Μπορεί να μην το λέει ευθέως, αλλά όλη του η ανησυχία έχει να κάνει ακριβώς με το γεγονός ότι η εργατική τάξη στις δυτικές δημοκρατίες, εκ μέρους των οποίων αγορεύει, έχει αποκτήσει κι ένα εθνικό συνώνυμο: Πακιστανοί, Ινδοί, Μπαγκλαντεσιανοί στη Βρετανία, Αλβανοί στην Ελλάδα. Είναι αυτές οι «διαφορετικές κοινότητες» που δεν πρέπει να αφεθούν έρμαια στην «πόλωση» και τη «ριζοσπαστικοποίηση». Οι Έλληνες μπατσοειδικοί είχαν τους λόγους τους να καταφύγουν στη βοήθεια του Μπλαιρ. Η καπιταλιστική κρίση ήταν προ των πυλών, οι Αλβανοί εργάτες μέτραγαν κοντά δυο δεκαετίες συνεχούς παρουσίας στην ελληνική επικράτεια, τα παιδιά τους διεκδικούσαν χώρο σε όλα τα πεδία της κοινωνικής ζωής, οι μουσουλμάνοι εργάτες από την Ασία κρατιόντουσαν ήδη για πολύ καιρό με τη βία στον πάτο της κοινωνικής πυραμίδας, η σφαίρα του Κορκονέα ετοιμαζόταν να βρει το στόχο της. Αν μη τι άλλο, τα βρετανικά ’70s είχαν να προσφέρουν πολύτιμα διδάγματα.

3. Antifascist ’77
Ήταν Ιούνης του 1976. Ο συμπατριώτης του Μπλαιρ, φίλος και σύντροφός μας Μάρτιν Λουξ είχε κατέβει σε μια αντιφασιστική διαδήλωση σε μια λονδρέζικη γειτονιά. Οι Βρετανοί ναζί είχαν μαχαιρώσει έναν ασιάτη πιτσιρικά. Ο πιτσιρικάς είχε πεθάνει και οι δικοί του ζητάγανε εκδίκηση. Ο Λουξ αρχικά παραξενεύθηκε που στη διαδήλωση συμμετείχαν «μόλις μια χούφτα λευκοί», αλλά καθώς οι ασιάτες γίνονταν όλο και πιο βίαιοι απέναντι στους μπάτσους και τους φασίστες ο Λουξ ωθούμενος από ένστικτα αυτοσυντήρησης την έκανε με ελαφρά προς το μετρό. Η τελευταία σκηνή που περιγράφει είναι η εξής:[2]
    Οι πόρτες του τρένου έκλεισαν μ’ εμένα μέσα και το τελευταίο που είδα ήταν ένας τσαμπουκάς που ξεκινούσε στην κορυφή της σκάλας του σταθμού, άσχημος τσαμπουκάς απ’ αυτούς με τα λεπίδια και τα σπασμένα μπουκάλια, ασιάτες πιτσιρικάδες εναντίον λευκών πιτσιρικάδων κι όποιον πάρει ο Χάρος. Γύρισα στο κέντρο της πόλης και τον πολιτισμό κι ένιωσα ανακουφισμένος, και πείτε ό,τι θέλετε.
Τα βρετανικά ’70s ήταν η στιγμή έκρηξης μιας σειράς αντιθέσεων, που συγκλόνισαν το νησί απ’ άκρη σ’ άκρη. Ίσως η πιο σημαντική στιγμή αυτής της έκρηξης ήταν η εξέγερση της δεύτερης γενιάς μεταναστών εργατών. Οι Μπαγκλαντέζοι, Πακιστανοί και Ινδοί πιτσιρικάδες, παρέα με τη μαύρη νεολαία που κατά εκατομμύρια επάνδρωναν τον βρετανικό πάτο τα έβαλαν στα ίσια με το βρετανικό ρατσισμό, κι εδώ που τα λέμε με ολόκληρο το καπιταλιστικό σύστημα κοινωνικής οργάνωσης της Βρετανίας. Αρνήθηκαν να περάσουν τα ίδια που είχαν περάσει οι γονείς τους, σήκωσαν κεφάλι, οργανώθηκαν και ανάγκασαν το βρετανικό καπιταλισμό να είναι πολύ προσεκτικός με την πάρτη τους. Η ειδική συνθήκη που διαφέντευε τις ζωές τους – «Βρετανοί πολίτες» στα χαρτιά, «μαύροι εργάτες» για τις κρατικές υπηρεσίες και τη συντριπτική πλειοψηφία των λευκών Βρετανών – ήταν αδύνατο να γίνει κατανοητή από οποιονδήποτε άλλον πέρα από κείνους που είχαν την τιμή να τη βιώνουν στο πετσί τους. Η πικρή συνειδητοποίηση ότι η απαγόρευσή τους ήταν υπαρξιακή, γέννησε μέσα στα ’70s έναν ξεχωριστό πολιτισμό κι οδήγησε στην στρατιωτική και πολιτική ήττα του βρετανικού ρατσισμού. Η διασταύρωση της φυλής με την τάξη έγινε για λίγο αιτία περηφάνιας για εκατομμύρια «μαύρων» πιτσιρικάδων και λόγος πανικού για τους μηχανισμούς ασφαλείας. Ειδικά αυτοί οι τελευταίοι είχαν βρεθεί αντιμέτωποι με νέους ακατανόητους κινδύνους: νέα λεξιλόγια, νέες μουσικές, νέες ερμηνείες της ταξικής κοινωνίας, μα πάνω απ’ όλα μια νέα αίσθηση ταξικής ισχύος της «μαύρης» εργατικής τάξης.
    Ο κύριος Μπλαιρ είναι γνώστης αυτών των κινδύνων. Είναι φορέας κι εκφραστής της μνήμης των αφεντικών και των σχεδίων που επιστρατεύτηκαν προκειμένου η ταξική ισορροπία να αποκατασταθεί εκ νέου. Η ιστορία που έχει να διηγηθεί είναι μια ιστορία που ενδιαφέρει τους Έλληνες συναδέλφους του – αλλά μόνον κατά το ήμισυ. Στην Ελλάδα η μετανάστευση αντιμετωπίστηκε ευθύς εξαρχής με τη στρατηγική της παρανομοποίησης: αντίθετα με τη Βρετανία και τη Γαλλία όπου κομμάτια των μεταναστών είναι «μαύρα», αλλά πάντως πολίτες, στην Ελλάδα οι μετανάστες είναι μαύροι σκέτο.

4. Κι ο Νέγκρι τα ’λεγε – αλλά εδώ όλοι τσιτάρουν Αγκάμπεν
Προτού ο Νέγκρι αρχίσει να λέει αυτά τα ακατανόητα περί «πλήθους», προτού δηλαδή πάρει το δρόμο που τον έβγαλε στο Συριζα είχε πει και κάτι πετυχημένα. Αναφερόμενος για παράδειγμα στη στρατηγική της παρανομοποίησης που ακολούθησε το γαλλικό και το γερμανικό κράτος απέναντι στον πολυεθνικό εργάτη μάζα στα τέλη των ’60s και στις αρχές των ’70s o Νέγκρι εντοπίζει ήδη από το 1979 την αιτία της κρατικής κινητοποίησης στην πολιτική δύναμη της μετανάστευσης. Εν ολίγοις, αναγνωρίζει ότι ο πάτος της ταξικής πυραμίδας των δυτικών καπιταλιστικών κοινωνιών, ο οποίος εντωμεταξύ είχε γίνει πολυεθνικός, είχε αρνηθεί το ρόλο του, μέχρι του σημείου να απειλεί την κερδοφορία της ευρωπαϊκής καρδιάς. Με τα δικά του λόγια:[3]
    Ο εργάτης μάζα – στις μεγάλες χώρες της κεντρικής Ευρώπης – είναι ένας μετανάστης εργάτης. Γύρω στο ’73 – μετά την ήττα του αραβικού κινήματος στη Γαλλία και το πογκρόμ της Κολωνίας ενάντια στους Τούρκους […] – η επιχείρηση της απομόνωσης ολοκληρώνεται: αμέσως μετά ακολουθεί μια έντονα κατασταλτική νομοθεσία ενάντια στην πολιτική δύναμη της μετανάστευσης σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες.
    Κι όμως, απόψεις σαν κι αυτές, απόψεις που αναγνωρίζουν την κεντρικότητα του μετανάστη εργάτη στην ανασύνθεση ενός κομματιού της τάξης έμειναν αχρησιμοποίητες, προσπεράστηκαν αδιάφορα και τελικά παρέμειναν δίχως καμία πολιτική ισχύ. Στην Ελλάδα του 2017 τη γραμμή τη ρίχνουν οι μεταμοντέρνοι πάσης φύσεως και οι θεωρίες της Ελλάδας – Φρούριο. Ίσως είναι κι αυτός ένας λόγος για τον οποίο, η μουγγαμάρα γύρω απ’ την κατάσταση της δεύτερης γενιάς είναι τόσο εκκωφαντική.

5. Ξέρετε εσείς…
Μέσα στο Φλεβάρη που μας πέρασε η αντιφασιστική συνέλευση autonome antifa τοιχοκόλλησε μια αφίσα με τίτλο «Ξέρετε εσείς» και γραφιστικό δυο παλάμες που σχημάτιζαν το πουλί. Το κείμενο της αφίσας προσπαθούσε να μιλήσει για αυτή την ειδική κατηγορία εκατοντάδων χιλιάδων νεαρών μελών της ελληνικής κοινωνίας που έχουμε μάθει να ονομάζουμε δεύτερη γενιά μεταναστών, μολονότι, στην κυριολεξία του, πρόκειται για έναν όρο εντελώς άστοχο. Η αφίσα έλεγε ότι οι δυο παλάμες που σχηματίζουν το πουλί είναι μια γλώσσα των κάτω στρωμάτων. Ότι είναι μια γλώσσα που δε χρησιμοποιεί λέξεις, αλλά παρόλα αυτά αποτελεί μέρος ενός καινούριου λεξιλογίου που χτίζεται χρόνια σε όλους τους τόπους κοινωνικής αναπαραγωγής της δεύτερης γενιάς. Ότι αυτή η γλώσσα υπονοεί την ύπαρξη μιας κοινής κατάστασης, το βίωμα μιας κοινής ταξικής μοίρας, το πάντρεμα της εθνικής καταγωγής με μια συγκεκριμένη θέση στον καταμερισμό της εργασίας. Ότι αυτή η γλώσσα είναι επίτηδες βουβή, κάτι σα το κλείσιμο του ματιού, γιατί εξαρχής έχει φτιαχτεί για να εκφράζει μιαν υπόγεια άρνηση: την αμφισβήτηση του αφεντικού, του δασκάλου, του μπάτσου, όταν αυτοί γυρνάνε την πλάτη.
    Οι μηχανισμοί του ελληνικού κράτους και οι ειδικοί τους είναι αναγκασμένοι να λαμβάνουν υπόψη τους αυτήν την αμφισβήτηση όλο και πιο σοβαρά. Όχι γιατί τάχα εκφράζει τον αλβανικό εθνικισμό, όπως πολύ πρόθυμα έσπευσαν να μας ενημερώσουν διάφοροι καλοθελητές, αλλά ακριβώς γιατί υποδεικνύει ότι ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, που ενίοτε αναγκάζεται να περάσει κι από τον ελληνικό στρατό, στερείται εθνικής συνείδησης. Και καθώς τα κράτη παίρνουν θέσεις μάχης, αυτή η έλλειψη γίνεται όλο και πιο ασυγχώρητη.


1. Η ομιλία του πρέπει οπωσδήποτε να διαβαστεί. Μπορείτε να τη βρείτε στο antifascripta.net > βιβλιοθήκη > τεκμηρίωση.
2. Martin Lux, Antifascist ’77, εκδόσεις antifa scripta, Σεπτέμβριος 2008.
3. Αντόνιο Νέγκρι, Από τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη, Α’ έκδοση, Κομμούνα, 1983.


 



Κι αυτοί ξέρουν…
Περιθωριακές οργανώσεις σα τη δική μας, σπανίως βρίσκουν θέση στην τηλεοπτική χαβούζα και δεν πα να λέμε ό,τι να ’ναι. Καθόλου περίεργο: η διανοητική, συναισθηματική και πολιτική κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας είναι τέτοια που κάθε αντιφασιστική, αντιμιλιταριστική, αντικρατική φωνή μπορεί να αντιμετωπίζεται με συγκαταβατική αδιαφορία, πότε ως προϊόν ρομαντισμού και πότε ως γραφικότητας. Το γεγονός ότι το πολιτιστικό τμήμα της ΕΥΠ (star channel λέγεται) μπήκε στον κόπο να μας αφιερώσει ενενήντα δευτερόλεπτα έχει και σοβαρές όψεις – κατά βάση την εξής μία: κάθε ενασχόληση με τη δεύτερη γενιά είναι άκρως ευαίσθητη και πρέπει να καταγγέλλεται ως προδοτική, με τη εξαίρεση των περιπτώσεων που ο ασχολούμενος είναι κατευθείαν κομμάτι των μηχανισμών ασφαλείας…