22 Νοεμβρίου, 2017

 

 

 ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ


Το περιοδικό antifa
και οι εκδόσεις antifa scripta
κυκλοφορούν στο βιβλιοπωλείο Nouveau
[Παντανάσσης 78, στον πεζόδρομο]
 


 

 

 

 


 ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
 

Joe Sacco
  AΣΦΑΛΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗ ΓΚΟΡΑΖΝΤΕ
Ο πόλεμος στην ανατολική Βοσνία
1992-1995

Βρείτε το στο Tilt Comics
[Ασκληπιού 37 στο κέντρο της Αθήνας]

 

 

 

 


 

Η μάχη για το δημόσιο χώρο
τεύχος 50, 19/2/2016

Σε μια έκδοση - ανασκόπηση της ιστορίας της, η βρετανική ομάδα της εργατικής αυτονομίας, Class War, σημείωνε:


Διωγμένη από το κέντρο των πόλεων, η εργατική τάξη εξαπολύει την πιο σφοδρή ταξική της επίθεση στις γειτονιές που το κράτος έχτισε τις μεγάλες εργατικές κατοικίες για να τη στεγάσει. Η μάχη για τον έλεγχο αυτών των περιοχών, η μάχη για να κρατηθεί η αστυνομία έξω απ’ αυτές τις γειτονιές, έχει πυροδοτήσει μια σύγκρουση χαμηλής έντασης που βαστάει χρόνια σε περιοχές που ξεκινάνε από τη Γλασκώβη και φτάνουν μέχρι το Πλίμουθ [...] Η μάχη στις γειτονιές για τον έλεγχο του εδάφους, του χώρου και του χρόνου έχει μετατραπεί στην πιο σημαντική έκφραση των σημερινών αγώνων [1].


Τέτοια έλεγαν οι Βρετανοί σύντροφοι το μακρινό πια 1991. Με τα δικά μας λόγια: στη Βρετανία η μάχη για τον έλεγχο των χώρων και των χρόνων της εργατικής αναπαραγωγής είχε χτυπήσει κόκκινο για όλη τη δεκαετία ανάμεσα στο 1980 και στο 1990. Το βρετανικό κράτος και οι ένοπλοι μηχανισμοί του προσπαθούσαν να επιβάλλουν τις αντιλήψεις τους περί του ποιος και πως επιτρέπεται να υπάρχει, να επανακαθορίσουν τους όρους του ταξικού πολέμου, να εγκληματοποιήσουν τις συμπεριφορές των κομματιών της εργατικής τάξης που είχαν μπει στο στόχαστρο και κατόπιν να ξαναπροτείνουν διευθετήσεις γύρω απ’ την εργατική δύναμη, την κοινωνική αναπαραγωγή και το δημόσιο χώρο. Το αλκοόλ απαγορεύτηκε στο δημόσιο χώρο, οι ανύπαντρες μητέρες μετονομάστηκαν σε welfare queens οι οποίες βύζαιναν τα κρατικά επιδόματα, το άραγμα στις γωνίες έγινε ποινικό αδίκημα [loitering], επαναφέροντας σε ισχύ νομοθεσίες προηγούμενων αιώνων, οι κάμερες έγιναν σταθερό ντεκόρ των βρετανικών πόλεων, ολόκληρο το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας επανασχεδιάστηκε, ώστε να αποκλείει τους «τεμπέληδες» και να επιβραβεύει τους «πρόθυμους για εργασία».
    Στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, οι ακροδεξιοί ακαδημαϊκοί που είχαν σηκώσει κεφάλι καταπιάνονταν με το ίδιο θέμα. Η πιο γνωστή τους συνεισφορά στις αντιλήψεις για το δημόσιο χώρο πήρε το όνομα «σπασμένα τζάμια» κι εν ολίγοις υποστήριζε ότι οι αντικοινωνικές συμπεριφορές, ακόμη κι αν δεν παραβιάζουν τον τυπικό νόμο, όπως επίσης και οι μικροπαραβατικές πράξεις, αδιάφορα απ’ το μέγεθος της ποινικής τους απαξίας, πρέπει να αρχίσουν να απασχολούν συστηματικά την Πολιτεία, τα κατασταλτικά της όργανα και τους ευυπόληπτους πολίτες. Οι αντικοινωνικές συμπεριφορές που μένουν ατιμώρητες, ισχυρίζονταν οι Αμερικανοί κρατικοί υπάλληλοι, είναι ο δρόμος προς την κόλαση. Κατά τη γνώμη τους ο εχθρικός πληθυσμός ήταν:


τα αντικοινωνικά στοιχεία. Όχι βίαια άτομα, ούτε απαραίτητα εγκληματίες, αλλά ανυπόληπτα, ενοχλητικά ή ανισόρροπα άτομα: ζητιάνοι, μεθυσμένοι, εθισμένοι, νεαροί νταήδες, πόρνες, αργόσχολοι, πνευματικά διαταραγμένοι [2].


Παράξενο ε; Κι εδώ οι επικίνδυνες κατηγορίες είναι τα κομμάτια της αμερικανικής εργατικής τάξης που δε χώραγαν στο νέο κόσμο που ευαγγελίζονταν οι Αμερικανοί ακροδεξιοί. Κι εδώ οι όροι της εργατικής αναπαραγωγής είχαν μπει στον πάγκο του χασάπη: το αλκοόλ, η φτώχεια, η ανεργία, η διανοητική κατάσταση, ο σεξουαλικός βίος γίνονταν κριτήρια που χώριζαν τους «καλούς» από τους «κακούς» με τη ματσέτα.
    Φυσικά, ο έλεγχος της εργατικής αναπαραγωγής, η μάχη για την επιβολή στη δημόσια σφαίρα, η ποινικοποίηση κι ο αποκλεισμός της εργατικής τάξης ούτε γεννήθηκε, ούτε εξαντλήθηκε στα έργα και στα λόγια του βρετανικού και του αμερικανικού κράτους. Όπως μάθαμε από τον Σέρτζιο Μπολόνια και το μεσοπολεμικό γερμανικό κράτος εστίασε στη σύγκρουση γύρω απ’ τα φύλα, τις κοινωνικές συμπεριφορές, τον έλεγχο του δημόσιου χώρου στις γερμανικές μητροπόλεις, το στιγματισμό και την εγκληματοποίηση ολόκληρων κομματιών της γερμανικής εργατικής τάξης. Μάλιστα η τεχνογνωσία και η εμπειρία που ανέπτυξε καθώς αυτή η μάχη εξελισσόταν, εμπλούτισαν την εργατική πολιτική του γερμανικού κράτους με πρακτικές κι ιδεολογίες μαζικής εξόντωσης. Οι asozialen, τα «αντικοινωνικά» μέλη του γερμανικού προλεταριάτου κλείστηκαν και εξοντώθηκαν κατά χιλιάδες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1930. Οι λόγοι ήταν πολλοί:


επειδή είχαν μείνει άνεργοι για πολύ καιρό, επειδή είχαν διαπράξει μικροεγκλήματα, επειδή είχαν μπλεχτεί με την πορνεία, επειδή διέθεταν σοβαρή αναπηρία, επειδή υπέφεραν από ασθένειες που θεωρούνταν κληρονομικές, επειδή ο σεξουαλικός τους βίος ήταν ασυνήθιστος, επειδή είχαν κατ’ εξακολούθηση επιδείξει αγωνιστική συμπεριφορά είτε στον εργασιακό τους χώρο είτε απέναντι σε εκπροσώπους του κράτους (αυτό αφορά την πλειοψηφία των φιλοκομμουνιστών), επειδή άλλαζαν υπερβολικά συχνά τόπο κατοικίας ή απλά επειδή τους είχαν πιάσει πάρα πολλές φορές να επιβαίνουν στα μέσα μαζικής μεταφοράς χωρίς εισιτήριο» [3].


Και στη γερμανική περίπτωση η ανεργία, η ερωτική ζωή, η σωματική αρτιμέλεια, η φτώχεια, η ορθή κοινωνική συμπεριφορά γίνονταν κριτήρια που αφορούσαν τη ζωή και το θάνατο. Οι «καλοί» ας ζήσουν, οι «κακοί» ας καούν στην κόλαση.
Δεν είναι συμπτώσεις όλα αυτά. Δεν είναι λανθασμένες κρατικές επιλογές. Οι τόποι είναι τα «ανεπτυγμένα» καπιταλιστικά κράτη του 20ου αιώνα – η Αγγλία, η Γερμανία, οι ΗΠΑ. Οι χρόνοι είναι τα γερμανικά 30s, τα βρετανικά και αμερικανικά 80s, μεγάλες δηλαδή στροφές του καπιταλιστικού συστήματος κοινωνικής οργάνωσης. Οι μέθοδοι είναι συνδυασμός ένοπλης επιβολής και ιδεολογικής τρομοκρατίας. Ο εχθρός είναι τα κομμάτια της εργατικής τάξης που έπρεπε να καταστραφούν για να συνεχίσει να επιβιώνει η σχέση κεφάλαιο.
    Δεν πρόκειται για πολιτικές που «ανήκουν πια στο παρελθόν». Στα μέρη μας η εργατική τάξη ποινικοποιείται ξανά με τρόπους που έχουν δοκιμαστεί πάμπολλες φορές στο παρελθόν, καθώς η σχέση κεφάλαιο πάσχιζε να επιβληθεί. Ο τρόπος που ζούμε, οι συνήθειές μας, τα ρούχα που φοράμε, η μουσική που ακούμε, τα φαΐ που τρώμε, το αν καπνίζουμε, το αν παίρνουμε ναρκωτικά, τα κόλπα που βρίσκουμε για να την περνάμε πιο φτηνά, οι παρανομίες που κάνουμε για να επιβιώνουμε έχουν μπει ξανά στο μικροσκόπιο. Η μάχη για τον έλεγχο των όρων αναπαραγωγής μας, η μάχη γύρω απ’ τον έλεγχο του δημόσιου χώρου, η μάχη για αν και με τι όρους θα υπάρχουμε έχει κάτι απ’ τις σκοτεινές πλευρές της πρόσφατης καπιταλιστικής ιστορίας. Οι ένοπλοι μηχανισμοί του ελληνικού κράτους και οι κάθε λογής κοινωνικοί τους υποστηρικτές διεκδικούν όλο και μεγαλύτερο ρόλο πάνω στις ζωές μας. Στις πιο λαμπρές της στιγμές αυτή η όψιμη κρατική ενασχόληση έχει αποδειχτεί ξεκάθαρα κτηνώδης. Ο πιτσιρικάς που δολοφονήθηκε στο Περιστέρι «για ένα εισιτήριο», η διαπόμπευση των οροθετικών γυναικών «που έχουν AIDS και εκδίδονται», η υποχρεωτική μεταφορά των τοξικοεξαρτημένων στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Αμυγδαλέζας «για έλεγχο και καταγραφή» είναι απλώς τα θορυβώδη στιγμιότυπα της νέας φάσης του ταξικού πολέμου. Κατά τα άλλα, η «σύγκρουση χαμηλής έντασης», η μάχη για το δημόσιο χώρο με τους ένστολους σκύλους και τους άτυπους μηχανισμούς κοινωνικού ελέγχου που μαίνεται σε διάφορες μητροπολιτικές περιοχές είναι αυτή τη στιγμή ο κανόνας για ένα όλο και πιο διευρυνόμενο κομμάτι της τάξης. Στα μέσα Φλεβάρη εκατό σύντροφοι και συντρόφισσες διαδηλώσαμε στο κέντρο των Νέων Λιοσίων. Ήμασταν οργανωμένοι, ήμασταν πιασμένοι σε αλυσίδες, ήμασταν ένα σφιχτό μπλοκ. Ήταν ο δικός μας τρόπος να αρνηθούμε την κυριαρχία των μπάτσων και των φίλων τους στις γειτονιές μας. Ήταν η δική μας απάντηση στο «τι να κάνουμε;». Αρκετά μικρή σε σχέση με τα σκοτάδια που μαζεύονται γύρω μας. Αρκετά μεγάλη για να μας δείξει ότι δεν είμαστε ανίσχυροι, δεν είμαστε ανίσχυρες.

1 Class War, a Decade of Disorder, Verso, 1991.
2 Πατέρες της θεωρίας των σπασμένων τζαμιών είναι οι Αμερικανοί ακαδημαϊκοί Wilson και Kelling. Το απόσπασμα παρατίθεται στο Σπασμένα Τζάμια, Σκέψεις για τη Δημόσια Τάξη και το Πάντειο Πανεπιστήμιο σε Καιρούς Κρίσης, Unfair Play / Αρχείο 71, 2016.
3 Sergio Bologna, Ναζισμός και Εργατική Τάξη, Κρίση, Κράτος Πρόνοιας και Αντιφασιστική Βία στη Γερμανία του Μεσοπολέμου, antifa scripta, 2011.



Μέχρι τώρα [η μάχη για το δημόσιο χώρο] έχει τους νεκρούς της: τον Νικολά Τόντι, τον Παύλο Φύσα, τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, τους ανώνυμους μετανάστες εργάτες που χάθηκαν τον Μάη του 2011. Αλλά αυτοί οι νεκροί δεν είναι παρά οι ακραίες στιγμές μιας διαρκούς υπόκωφης κρατικής προσπάθειας. Για κάθε νεκρό, εκατοντάδες πλατείες και γειτονιές ανασχεδιάζονται, χιλιάδες μπάτσοι περιπολούν, δεκάδες χιλιάδες λέξεις γράφονται γύρω από «προβλήματα» που δέκα χρόνια πριν απλά δεν υπήρχαν, εκατομμύρια στόματα το βουλώνουν και εκατομμύρια σώματα περιορίζονται. Η καταθλιπτική καθημερινή πίεση είναι εμπειρικά αισθητή σε όποιον αράζει σε πλατείες, σε όποιον πάει στο γήπεδο, σε όποιον κυκλοφορεί στο δρόμο, σε όποιον αναγκάζεται να δουλέψει την Κυριακή, σε ολόκληρη την πολυεθνική εργατική τάξη.
(Απόσπασμα από την προκήρυξη που μοιράζαμε κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης)