21 Σεπτεμβρίου, 2017

 

 

 


  
 

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
#56

6/2017

 

 

 

Θα το βρείτε σε βιβλιοπωλεία
και περίπτερα των εξαρχείων 
και σε αυτοδιαχειριζόμενους
κοινωνικούς χώρους.
[Αναλυτικά τα σημεία διακίνησης]


Για ταχυδρομική αποστολή του 
τρέχοντος ή παλαιότερων τευχών 
στείλτε mail στο
antifascripta@yahoo.com

 

 

 



 

ΞΑΝΑΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
 

Martin Lux
  ANTIFASCIST '77
Σύντομη ιστορία του
βρετανικού αντιφασισμού
σε πρώτο πρόσωπο (1970-1980)

από τις εκδόσεις antifa scripta
  Ιούνης 2017

 

 

 

 


 

Η ιστορία στον πάγκο του χασάπη
τεύχος 46,11/5/2015

Πρόσφατα εκδώσαμε το βιβλίο του γερμανού ιστορικού Φριτς Φίσερ με τίτλο «Η συνέχεια των ελίτ: από την Αυτοκρατορία στο Τρίτο Ράιχ (1871-1945)». Το βιβλίο παρά το γεγονός ότι εκδόθηκε το μακρινό 1979 και θεωρείται κλασικό στην βιβλιογραφία για τον γερμανικό ναζισμό αλλά και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν συνάντησε το ενδιαφέρον των ελλήνων εκδοτών.  Άλλωστε το τι εκδίδεται και τι όχι, το τι μεταφράζεται και τι όχι, βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση με τις κυρίαρχες ιδέες αυτής της χώρας και σίγουρα το βιβλίο του Φίσερ μάς φαίνεται ότι κάπως δεν κολλούσε με τα κελεύσματα της ντόπιας ιστοριογραφίας. Γιατί όμως;
Ο Φίσερ, μέσα από αυτό το βιβλίο αλλά και από προηγούμενα έργα του, αποδόμησε την εικόνα που φτιάχτηκε από την κυρίαρχη γερμανική ιστοριογραφία για τα αίτια της ανόδου του ναζισμού, η οποία δεν έβλεπε στον Χίτλερ τίποτα άλλο πέρα από ένα «ατύχημα της ιστορίας». Στο συγκεκριμένο βιβλίο, βασιζόμενος σε ένα τεράστιο όγκο τεκμηρίων, προέβαλε την άποψη ότι υπήρξε μία συνέχεια των δομών και μία μονιμότητα των στόχων στις κυρίαρχες ελίτ της Γερμανικής Αυτοκρατορίας από  το 1871 έως το 1945. Εκεί που η κυρίαρχη ιστοριογραφία, που ήταν και η βάση της  εθνικής γερμανικής αφήγησης κατά τα μεταπολεμικά χρόνια, έβλεπε ιστορικές τομές, παρεκτροπές και ανεπανάληπτα γεγονότα, ο Φίσερ έβλεπε την γερμανική ελίτ, τους πρώσους στρατιωτικούς και μεγαλοκτηματίες μαζί με τους μεγαλοβιομήχανους, παρά τις εσωτερικές τους έριδες, να χτίζουν επί δεκαετίες τη στρατηγική ενός επιθετικού ιμπεριαλιστικού κράτους. Ενός κράτους που επιδίωκε πολύ πριν από το 1914 την κυριαρχία στην Ευρώπη, τη δημιουργία του γερμανικού ζωτικού χώρου και ήξερε ότι αυτές οι επιδιώξεις μπορούν να συμβούν μόνο με την ήττα του γαλλικού, του ρωσικού και του αγγλικού κράτους. Ο Φίσερ ξεκάθαρα αφήνει να εννοηθεί ότι απαράβατος όρος για να επιτευχθούν όλα αυτά ήταν η καθυπόταξη του «εσωτερικού εχθρού».
Η αντίληψη περί ιστορικής συνέχειας του Φίσερ δεν υπονοούσε ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται ούτε ότι επί δεκαετίες τα πράγματα εμφάνιζαν μία απαράλλακτη ομοιότητα. Περισσότερο αντιμετώπιζε ως κλειδί για την ερμηνεία της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής τη σημασία της συνέχειας μέσα στην ασυνέχεια: όσο ανεπανάληπτη, εγκληματική και απάνθρωπη και αν ήταν η φύση του χιτλερικού καθεστώτος, θα ήταν λάθος να ερμηνεύεται ο ναζισμός μόνο από αυτή τη σκοπιά. Παρόλο που δεν είχε καμία σχέση με οποιαδήποτε σχολή «στρατευμένης» ιστορίας, ο Φίσερ τέθηκε στο στόχαστρο στο βαθμό που η άποψή του, η «Θέση του Φίσερ» όπως επικράτησε να λέγεται, θεωρήθηκε «αντιγερμανική». 
Η ιδεολογική χρήση της ιστορίας στο εκάστοτε παρόν είναι κάθε άλλο παρά αμελητέα, ιδιαίτερα αν μιλάμε για αυτή καθαυτή την εθνική αφήγηση ενός κράτους. Στο μεταπολεμικό γερμανικό κράτος το να βρεθεί μία αφήγηση που να εξηγεί, να εκλογικεύει και να κοιτάει στο μέλλον μετά από τόσα χρόνια γεμάτα «φωτιά και θάνατο» ήταν κομβικής σημασίας. Και αυτή η αφήγηση δεν μπορούσε να περιέχει εθνικές στρατηγικές που σκόρπιζαν θανατικό συνειδητά και οργανωμένα. Έτσι η ναζιστική θηριωδία, η οποία ήταν αδύνατον να αποκρυφτεί ή να συσκοτιστεί, αποκόπηκε από την πορεία της ιστορίας και επανασυγκροτήθηκε ως μία ιστορική τομή που δεν είχε σχέση ούτε με τα προηγούμενα ούτε με τα επόμενα. Με αυτή τη λαθροχειρία οι γερμανικές ελίτ ξέπλυναν το παρελθόν τους από το θανατικό και τη βία που οι στρατηγικές τους σκόρπισαν.
Το σημαντικό λοιπόν στο έργο του Φίσερ είναι ότι ξεσκεπάζει στην πράξη τέτοιου είδους λαθροχειρίες. Δείχνει τον συσκοτιστικό χαρακτήρα των ιστορικών τομών και προβάλλει μία διαφορετική εικόνα για τις κυρίαρχες ελίτ. Την εικόνα ενός συγκροτημένου μπλοκ εξουσίας που παρά τις διαφορές και τις αντιθέσεις του μπορεί να συγκροτήσει στρατηγικές σε βάθος χρόνου, οι οποίες είναι ανεξάρτητες από επιμέρους και συγκυριακές πολιτικές αλλαγές. Με αυτό τον τρόπο ο Φίσερ μάς προσφέρει, οπωσδήποτε χωρίς αυτός να είναι ο σκοπός του, ένα σημαντικό και διεισδυτικό εργαλείο στην προσπάθεια να σπάσει η μονοκρατορία, στο συλλογικό φαντασιακό, των εθνικών αφηγήσεων και να προωθηθεί μία εναλλακτική ταξική ιστορία που να αντικατοπτρίζει τα σημερινά συμφέροντα της εργατικής τάξης.
Και αυτό γιατί η μεθοδολογία των κατά τόπους εθνικών κονδυλοφόρων παρουσιάζει εξαιρετικές ομοιότητες. Πάρτε για παράδειγμα την ελληνική εθνική αφήγηση. Εκεί βρίσκουμε –για την ιστορία του 20ου αιώνα- τις ιστορικές τομές που μας αντιστοιχούν: το καθεστώς Μεταξά ή η χούντα των συνταγματαρχών παρουσιάζονται ως ιστορικές παρεκκλίσεις που δεν έχουν σχέση με τα προηγούμενα ή τα επόμενα καθεστώτα. Με αυτό τον τρόπο δεν συσκοτίζονται μόνο οι λυσσαλέοι ταξικοί ανταγωνισμοί που ταλάνισαν το ελληνικό κράτος για πολλές δεκαετίες, αλλά ακόμη περισσότερο γίνεται αδύνατο να εντοπιστεί η ενιαία ιμπεριαλιστική στρατηγική των ντόπιων αφεντικών, ο απαράλλακτος πυρήνας των επιδιώξεων της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής που ξεπερνά τους δεξιούς και τους αριστερούς, τους φασίστες και τους «προοδευτικούς».
Κοιτώντας μέσα από το πρίσμα της ιστορικής συνέχειας φαίνεται ξεκάθαρα ότι οι εθνικές στρατηγικές δεν είναι συγκυριακού τύπου επινοήσεις, αλλά απαιτούν βάθος χρόνου, μακρόπνοο σχεδιασμό και έναν συμβιβασμό -παρά τις επιμέρους αντιθέσεις- στο στρατόπεδο της άρχουσας τάξης. Έτσι, χωρίς ψευδαισθήσεις και απαλλαγμένοι από κάθε είδους ιδεολογήματα, μπορούμε να αντιληφθούμε τον πραγματικό πυρήνα των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων του ελληνικού κράτους.
Γιατί ναι, το ελληνικό κράτος, οι ντόπιες ελίτ, παρά τους ιδεολογικούς χρωματισμούς και τις αντιθέσεις μεταξύ τους, διαθέτουν μία ενιαία στρατηγική. Μετά την κατάρρευση της «Μεγάλης Ιδέας» στην «καθ’ ημάς Ανατολή» το 1922 και το ξεκαθάρισμα του εσωτερικού εχθρού που υψώθηκε γιγάντιος μπροστά του κατά την δεκαετία του ΄40, ξεκίνησε η στρατηγική που καθορίζει μέχρι σήμερα την ελληνική ιμπεριαλιστική εξωτερική πολιτική. Η πολιτική αυτή γράφει με κεφαλαία γράμματα: προσάρτηση της Κύπρου, κυριαρχία στην Ανατολική Μεσόγειο, περικύκλωση και αποσταθεροποίηση του τουρκικού κράτους. Η πολιτική αυτή, η στρατηγική της Ανατολικής Μεσογείου, είναι η «κόκκινη γραμμή» κάθε κρατικού διαχειριστή από το 1955 και έπειτα. Η πρώτη της φάση μέχρι το 1974, κατέληξε σε μία συντριπτική στρατιωτική ήττα και σήμανε την πτώση της χούντας και τη σταδιακή είσοδο της ελληνικής αριστεράς στο πολιτικό σύστημα. Η ολοκλήρωση της κρατικοποίησης της ελληνικής αριστεράς από το 1989 και μετά, μαζί με τις ευκαιρίες που δημιούργησε ο μεταψυχροπολεμικός κόσμος, σήμανε τη δεύτερη φάση της ίδιας στρατηγικής που έκλεισε και αυτή δραματικά με την παράδοση του Οτσαλάν στις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες.
Και έτσι φτάνουμε στο σήμερα. Μέσα στο νέο περιβάλλον των παγκόσμιων διακρατικών ανταγωνισμών από την 11/9 και έπειτα, καθώς και την συνολική κρίση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, τα ντόπια αφεντικά επαναφέρουν την ίδια στρατηγική, ως μοναδική “διέξοδο” από την κρίση: είτε με δεξιά, είτε με αριστερά στην εξουσία. Ο παγωμένος πυρήνας της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής υπόσχεται νέους κύκλους βαρβαρότητας.  Νέοι ευφημισμοί έχουν εφευρεθεί για να εκπαιδεύσουν τους υπηκόους: ΑΟΖ και ενεργειακά αποθέματα, τρίγωνα αστάθειας και τριμερείς συνεργασίες.
Έχουμε πλήρη επίγνωση των μεγεθών που υψώνονται μπροστά μας. Το να μιλάμε ως ανθέλληνες από μία ταξική σκοπιά, απέναντι στον ελληνικό εθνικό κορμό, είναι σαν να ξύνουμε με τα νύχια ένα κάστρο μπετοναρισμένο εδώ και δεκαετίες. Αλλά ακόμα και έτσι δεν υπάρχει άλλη οδός ταξικής αξιοπρέπειας.

 
«Οι σοσιαλδημοκράτες φταίνε που ούτε μισό στρατιώτη δεν μπορούμε να στείλουμε στο εξωτερικό, χωρίς να διακινδυνεύσουμε τη ζωή και την ιδιοκτησία των πολιτών. Πρώτα λοιπόν πρέπει να τους γεμίσουμε μολύβι, να τους πάρουμε τα κεφάλια, να εξαλείψουμε κάθε ίχνος απειλής από τη δράση τους, ακόμα και αν χρειαστεί να γίνει μακελειό, κι ύστερα πόλεμος στο εξωτερικό! Αλλά μόνο τότε χωρίς να εφησυχάζουμε».
Φριτς Φίσερ, «Η συνέχεια των Ελίτ», σελ. 56.

Αυτά έλεγε ο Κάιζερ Γουλιέλμος το 1905. Τελικά οι σοσιαλδημοκράτες δεν μακελεύτηκαν, αντίθετα υποστήριξαν φαρδιά πλατιά τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο των γερμανών. Οι σπαρτακιστές -μετά το τέλος του πολέμου- δεν είχαν την ίδια τύχη. Εντύπωση προκαλεί πάντως η ευθύτητα με την οποία οι στρατοκράτες εκφράζονται για τους άτακτους υπηκόους τους. Έκτοτε πάντως είναι πολύ πιο συγκρατημένοι στις τοποθετήσεις τους.