24 Ιουνίου, 2017

 

 

 


  
 

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
#55

3/2017

 

 

 

Θα το βρείτε σε βιβλιοπωλεία
και περίπτερα των εξαρχείων 
και σε αυτοδιαχειριζόμενους
κοινωνικούς χώρους.
[Αναλυτικά τα σημεία διακίνησης]


Για ταχυδρομική αποστολή του 
τρέχοντος ή παλαιότερων τευχών 
στείλτε mail στο
antifascripta@yahoo.com

 

 

 



 

ΞΑΝΑΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
 

Martin Lux
  ANTIFASCIST '77
Σύντομη ιστορία του
βρετανικού αντιφασισμού
σε πρώτο πρόσωπο (1970-1980)

από τις εκδόσεις antifa scripta
  Ιούνης 2017

 

 

 

 


 

Η αρχή διατήρησης των καριόληδων
τεύχος 45, 4/3/2015

Το θέαμα που μας προσφέρει το ελληνικό κράτος τον τελευταίο μήνα είναι εξαιρετικό, τόσο που θα μπορούσαν να μας έχουν βάλει να κόψουμε και εισιτήριο. Ακόμη καλύτερα για τους θεατές, η παράσταση, όπως και τόσα άλλα τρελλά που έχουμε παρακολουθήσει από το 2009 και μετά, διαθέτει ύπουλο βάθος και σοβαρά διδάγματα.
     Το βασικό δίδαγμα που έχουμε αποκομίσει μέχρι στιγμής το λέμε «Η Αρχή Διατήρησης των Καριόληδων». Κοιτάξτε να δείτε πώς πάει: το 2012 η ιεραρχία του ελληνικού κράτους στελεχωνόταν από ένα σεβαστό πλήθος προσώπων το καθένα από τα οποία ήξερε να φέρνει εις πέρας μια συγκεκριμένη κρατική λειτουργία. Δεν λέμε μόνο για τους υπουργούς. Υπήρχαν επίσης οι γραμματείς των υπουργείων και η ιεραρχία από κάτω τους, οι σύμβουλοι και οι παρασύμβουλοι, το διπλωματικό σώμα, το δικαστικό σώμα, οι επιτροπές για το ένα και για το άλλο, η στελέχωση των αστυνομικών μηχανισμών και των μυστικών υπηρεσιών και η «τοπική αυτοδιοίκηση». Στο πλάι αυτής της ιεραρχίας υπήρχαν οι μισοκρατικές υπηρεσίες του είδους ΓΣΕΕ και επιμέρους συνδικάτα, πανεπιστήμια, μαχόμενη δημοσιογραφία, ιδρύματα και πάει λέγοντας. Όλοι αυτοί έφερναν εις πέρας τις δύσκολες δουλειές του κράτους, από τη διεξαγωγή του ταξικού πολέμου στο εσωτερικό μέχρι την διευθέτηση των εσωτερικών συγκρούσεων της αστικής τάξης, μέχρι τις τακτικές και στρατηγικές του ελληνικού κράτους στον διαρκή διακρατικό ανταγωνισμό.
     Ο τρόπος με τον οποίο επιλέγονταν οι άνθρωποι που θα στελέχωναν τις ιεραρχίες ήταν κατεξοχήν αξιοκρατικός με τον νοτιοβαλκανικό τρόπο, δηλαδή όλοι ήταν γιοι, ανηψιοί και ξάδελφοι κάποιου και είχαν πτυχία από τα καλύτερα ελληνικά και ξένα πανεπιστήμια. Πιθανόν είχαν ιδροκοπήσει στο εσωτερικό κάποιας φοιτητικής νεολαίας οργανώνοντας πάρτυ και έπειτα στο εσωτερικό κάποιου κόμματος στήνοντας έναν κύκλο προώθησης της προσωπικής τους καριέρας που ξεκινούσε από τους παλιότερους αντίστοιχους κύκλους των συγγενών τους. Αυτό βέβαια δεν σήμαινε ότι όλοι αυτοί ήταν ανίκανοι ή αδαείς. Από αυτούς προήλθαν όλες οι κρατικές στρατηγικές της μεταπολίτευσης, από την Εθνική Συμφιλίωση της δεκαετίας του ‘80 μέχρι την έφοδο στα Βαλκάνια της δεκαετίας του ’90 και βέβαια το συμπαγέστερο ίσως δείγμα της κρατικής πολιτικής για όλα αυτά τα χρόνια, δηλαδή οι νομοθεσίες περί μετανάστευσης. Η ομαλή λειτουργία του κράτους δεν παρεμποδιζόταν από την οικογενειοκρατία, αντιθέτως η οικογένεια είχε αποδειχθεί μια χαρά θεσμός αναμετάδοσης της γνώσης και της εμπειρίας των παλαιότερων προς τους νεότερους.
     Όλοι αυτοί, μέχρι το 2011 είχαν συνδέσει τη μοίρα τους με δύο λίγο ως πολύ συνεκτικά κόμματα που εναλλάσσονταν στην εξουσία επί σαράντα περίπου χρόνια, καθώς και με κάποια μικρότερα που αν και δεν κυβερνούσαν, στελέχωναν για το ίδιο χρονικό διάστημα τους παρακρατικούς θεσμούς του είδους συνδικάτα, κοινωφελή ιδρύματα, πανεπιστήμια και τα λοιπά. Δηλαδή, αν λάβουμε υπ’ όψη τον αξιοκρατικό νεποτισμό των νοτίων Βαλκανίων, το 2011 υπήρχαν άνθρωποι που στελέχωναν τις διάφορες όψεις των κρατικών και μισοκρατικών μηχανισμών και των οποίων η οικογενειακή προσφορά στο κράτος εκτεινόταν σε τρεις διαδοχικές γενιές (αγαπημένο μας παράδειγμα η κόρη του προέδρου του Παναθηναϊκού, Ζωή Κωνσταντοπούλου, αλλά υπάρχουν και πολύ παλαιότερα, όπως ο κύριος Θεόδωρος Πάγκαλος ή ο κύριος Αλέξης Παπαχελάς).
Όπως όλοι ξέρουμε όμως, από το 2011 και μετά, τα δύο μεγάλα κόμματα διαλύθηκαν. Ειδικά το ΠΑΣΟΚ, που το 2011 αντιπροσώπευε το 44% του ελληνικού λαού (εκλογές 2009), κατέληξε το 2015 με ένα ωραιότατο 4%. Η πορεία της Νέας Δημοκρατίας υπήρξε παρόμοια, αν και κάπως λιγότερο θεαματική. Εν τω μεταξύ, όπως ξέραμε από την αγωγή του πολίτη (ή περίπου...), τα ποσοστά στις εκλογές έως πρόσφατα ποσοτικοποιούσαν και τη σχέση όλων των επίδοξων κρατικών στελεχών με το αντικείμενο του πόθου τους, δηλαδή τις θέσεις της κρατικής εξουσίας. Οπότε η ερώτηση είναι απλή: τι απέγιναν, από το 2011 και μετά, όλοι αυτοί που έως τότε στελέχωναν τους κρατικούς και παρακρατικούς θεσμούς; Η απάντηση είναι επίσης απλή: εδώ είναι ακόμα! Στο εσωτερικό του ελληνικού κράτους οι καριόληδες διατηρούνται!
     Ένα μόνο ενδεικτικό παράδειγμα: διοικητής των αριστερών μυστικών υπηρεσιών ανέλαβε ο Γιάννης Ρουμπάτης, πρώην σύμβουλος του Ανδρέα Παπανδρέου και κυβερνητικός εκπρόσωπος (1987 - 1988). Δίπλα του ο Αλέξανδρος Δενέκος, έως πρότινος Διοικητής της Διεύθυνσης Αλλοδαπών Αττικής, οπότε ειδικός περί της δημιουργίας, οργάνωσης και εκμετάλλευσης του τζιχαντισμού. Τέλος ο Γιάννης Λιούκας, «επικεφαλής της ΓΑΔΑ μέχρι το 2012», δηλαδή βασικός μέτοχος της υπόθεσης «Άγιος Παντελεήμονας», ο οποίος, «μετά την πρόωρη αποστρατεία του με κομματικά κριτήρια, προσέγγισε τον Σύριζα και εντάχθηκε στο στελεχικό δυναμικό του».[1] Πολιτικός προϊστάμενος όλων αυτών των καλών ανθρώπων ανέλαβε ο Γιάννης Πανούσης, ΠΑΣΟΚ καθηγητής της εγκληματολογίας, και παλιός άτυπος σύμβουλος του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, που κατά τη διάρκεια της ορκομωσίας του χαιρετούσε όλους τους αρχιμπάτσους με τα μικρά τους γιατί κοντά του είχαν κάνει τα μεταπτυχιακά και τα διδακτορικά τους.
     Φυσικά τα παραδείγματα είναι πολλά. Ένα από αυτά το έχουμε κάνει ξεχωριστό κείμενο και βρίσκεται στις επόμενες σελίδες. Το παράδειγμα του Νίκου Κοτζιά θα πρέπει να διαβαστεί ως η πεμπτουσία του κρατικίστικου έπους: το ικανό άτομο που ελίσσεται στο εσωτερικό του κράτους μέσα από τις συμπληγάδες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής των δυόμισι τελευταίων δεκαετιών, που όπως τα ηλεκτρόνια υπό την επίδραση ηλεκτρικής τάσης, κινείται φαινομενικά τρελλά, στην πραγματικότητα όμως υπό το κράτος πανίσχυρων εξωτερικών δυνάμεων. Όποιος διαβάσει για τις συνεχείς προσπάθειες του κυρίου Κοτζιά να γίνει Υπουργός Εξωτερικών του ελληνικού κράτους, δεν θα πρέπει να τον φαντάζεται μόνο του. Δίπλα του, σε κάθε υπουργείο και κάθε δημόσιο οργανισμό, χιλιάδες παρόμοιοι καριόληδες διάγουν την μοναχική τους καριέρα στο κατεξοχήν δαρβινικό περιβάλλον της Δημόσιας Διοίκησης. Η συνισταμένη των κινήσεών τους είναι που παράγει τη «συνέχεια του κράτους μέσα από την τομή» που τόσο εύστοχα και τόσο κρυπτικά περιέγραψε από την Κύπρο ο πρωθυπουργός μας.[2]
     Η περίπτωση των πρώην κρατικών, συνδικαλιστικών και αστυνομικών στελεχών του ΠΑΣΟΚ που, παρά τη διάλυση του ΠΑΣΟΚ, αυτή τη στιγμή ηγούνται του ελληνικού κράτους, έχει να μας μάθει και ορισμένα επιπλέον πράγματα για την τελευταία φάση του. Πάρτε για παράδειγμα την κατάσταση των «θεσμών της δημοκρατίας» που έως πρότινος γνωρίζαμε ως «κόμματα». Βρίσκουμε πως αυτοί οι μηχανισμοί όλο και λιγότερο επιτελούν τον παλιό τους ρόλο, δηλαδή του μεσολαβητή από την «κοινωνική βάση» προς το κράτος. Οι προτιμήσεις των ψηφοφόρων του Σύριζα ελάχιστη σχέση έχουν με την κυβέρνηση που τελικά σχηματίστηκε. Νευραλγικοί τομείς του ελληνικού κράτους στελεχώθηκαν από πρόσωπα όπως ο Νίκος Κοτζιάς, παλιούς εκπροσώπους φέουδων στο εσωτερικό του ελληνικού κράτους με γνώση του αντικειμένου τους οι οποίοι δεν ψηφίστηκαν από κανέναν, όπως παλιότερα ο κύριος Παπαδήμος. Αυτό δεν θέλει πολύ τεκμηρίωση. Αρκούν οι ανησυχίες των βουλευτών του Σύριζα (από χρήσιμοι ηλίθιοι έως κρατιστές με τη βούλα), που έχουν ξεκινήσει να ζητούν την «επανασύνδεση του κόμματος με την κυβέρνηση», μόλις τρεις εβδομάδες μετά την νίκη στις εκλογές.
     Φυσικά θα περιμένουν πολύ. Τελικά ο κύριος Κοτζιάς, ο κύριος Πανούσης, ο κύριος Λιούκας, ο κύριος Βαρουφάκης, οι χιλιάδες καριόληδες που τόσα χρόνια ενσάρκωναν την κρατική πολιτική ως σύμβουλοι πρωθυπουργών, αρχηγοί των μπάτσων, ειδικοί διαφόρων ειδικοτήτων, είναι ακόμη μαζί μας. Παρά την ολική κατάρρευση των κομμάτων της μεταπολίτευσης, καθορίζουν τις κρατικές πολιτικές με συνέχεια και συνέπεια οι οποίες επιβάλλονται από την ανάγκη. Γιατί μην ξεχνιόμαστε, οι καιροί μας είναι καιροί έκτακτης ανάγκης. Η εσωτερική κατάσταση του ελληνικού κράτους προσδιορίζεται από τον καλπασμό της καπιταλιστικής κρίσης. Η εξωτερική του πολιτική προσδιορίζεται από τις όλο και πιο κραυγαλέες επιπτώσεις του διακρατικού ανταγωνισμού στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου. Είναι αυτά τα δύο ζητήματα που θα προσδιορίζουν την συμπεριφορά του ελληνικού κράτους στα χρόνια που έρχονται. Καθώς οι σχετικές κρατικές στρατηγικές εξελίσσονται, αυτό που παλιά αποκαλούνταν «Συνασπισμός της Αριστεράς» προσφέρει την τελευταία του μεγάλη υπηρεσία στο ελληνικό κράτος. Είναι το μπογιαντισμένο κέλυφος που περιβάλλει τη συνέχεια του ελληνικού κράτους και των στρατηγικών του, την όλο και μεγαλύτερη αποσύνδεση του ελληνικού κράτους από τα αποτελέσματα των εκλογών και τη «λαϊκή βούληση», την τελευταία φάση των διαρκών πραξικοπημάτων που σημειώνονται από το 2011 και μετά.
     Στα χρόνια που έρχονται αυτή η πορεία θα συνεχιστεί. Δεν υπάρχει λόγος να νομίζουμε ότι η «αριστερή κυβέρνηση» θα αποδειχθεί μακροβιότερη από όλες τις υπόλοιπες «κυβερνήσεις» που από το 2011 και μετά κανονίζουν την επίθεση στην εργατική τάξη στο εσωτερικό και το πλάκωμα με τους γείτονες στο εξωτερικό. Όπως δεν υπάρχει κανένας λόγος να νομίζουμε ότι στον περίπου ενάμισι χρόνο που σύμφωνα με την στατιστική θα διαρκέσει και αυτός ο κύκλος, θα υπάρξει οποιαδήποτε παραβίαση των βασικών στρατηγικών που έχουμε δει να εφαρμόζονται μέχρι τώρα.
     Φυσικά δεν έχουμε κανένα λόγο να αμφιβάλλουμε και για ένα τρίτο σημείο. Το γενικό ζαβλάκωμα των Ελλήνων αντικαπιταλιστών μπροστά στην «αριστερή κυβέρνηση» θα μας συνοδεύσει, εξίσου σταθερό με τις κρατικές πολιτικές. Είναι και αυτό αναμενόμενο. Από το 2009 και μετά είναι προφανές ότι ο μόνος ρεαλιστικός δρόμος για τη διαμόρφωση μιας νέας ταξικής συνείδησης περνούσε μέσα από την έμπρακτη συλλογική αυτοκριτική για τα πεπραγμένα της δεκαετίας του ’90. Φυσικά τέτοιο πράγμα δεν έγινε. Οπότε η αρχή διατήρησης των καριόληδων εγγυάται ότι η δεκαετία του ’90 μπορεί να συνεχίσει να επιστρέφει, αυτή τη φορά δίχως το περιτύλιγμα της καλοπέρασης των ντόπιων• δηλαδή ως σκέτος ιμπεριαλισμός στο εξωτερικό, σκέτη επίθεση στην εργατική τάξη στο εσωτερικό και σκέτη εθνική μαλακία στα κεφάλια. Για το τέλος, αφήνουμε τον κύριο Πανούση να μας πει πώς ακριβώς θα κλείσει η Αμυγδαλέζα:

Η δικιά μου πρόταση, και το λέω για πρώτη φορά αυτό, είναι να βρούμε έναν τρόπο να τους δώσουμε ένα περιορισμένο δικαίωμα εργασίας. Η ελληνική ύπαιθρος, η ελληνική αγροτική γη, ακόμη και οι βιοτεχνίες έχουν ανάγκη από χέρια. Γιατί να έχουμε Μανωλάδες; Γιατί να έχουμε αυτή τη νέα μορφή δουλείας; Να έχουμε ανθρώπους που έχουν μία εξάμηνη αναβολή, που έχουν δηλαδή μια κάρτα, να δουλέψουνε να νιώθουν και οι ίδιοι ότι είναι χρήσιμοι, μέχρι να φύγουν επαναλαμβάνω. Γιατί αυτοί είναι για να φύγουνε, δεν είναι για να μείνουνε.[3]

Αναμεταξύ μας, την επόμενη κυβέρνηση τη λέμε από τώρα «κυβέρνηση Κασιδιάρη Κουτσούμπα». Για πλάκα, καταλαβαίνετε.
 
1. Γιάννης Σουλιώτης, «Στο Τιμόνι της ΕΥΠ Απόστρατοι της Αστυνομίας», Καθημερινή, 3/2/2015.
2. «Αλ. Τσίπρας από Λευκωσία: Δεν Υπάρχει Ε.Ε. χωρίς Ελλάδα και Κύπρο», Η Αυγή, 3/2/2015.
3. «Πανούσης: Θα Δώσουμε Δουλειά στους Μετανάστες των Κέντρων Κράτησης», 20/2/2015,  www.skai.gr, 4:10 - 4:45.