21 Σεπτεμβρίου, 2017

 

 

 


  
 

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
#56

6/2017

 

 

 

Θα το βρείτε σε βιβλιοπωλεία
και περίπτερα των εξαρχείων 
και σε αυτοδιαχειριζόμενους
κοινωνικούς χώρους.
[Αναλυτικά τα σημεία διακίνησης]


Για ταχυδρομική αποστολή του 
τρέχοντος ή παλαιότερων τευχών 
στείλτε mail στο
antifascripta@yahoo.com

 

 

 



 

ΞΑΝΑΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
 

Martin Lux
  ANTIFASCIST '77
Σύντομη ιστορία του
βρετανικού αντιφασισμού
σε πρώτο πρόσωπο (1970-1980)

από τις εκδόσεις antifa scripta
  Ιούνης 2017

 

 

 

 


 

Μπάτσοι μπήκαν στο τσαρδί μου (κι εταράχθηκε η ψυχή μου)
τεύχος 40, 27/2/2014

Η αίσθηση του αυτοσαρκασμού: ιδού το μέγα έλλειμμα του ελληνικού αντιφασιστικού κινήματος του εικοστού πρώτου αιώνα. Εδώ, αντί για τον σωτήριο αυτοσαρκασμό, βρίσκουμε πόζα αντρική, ύφος ασήκωτο και θανάσιμη σοβαρότητα να στέκουν εμπόδιο στην αποκάλυψη του γελοίου των πραγμάτων και καμιά φορά και της αλήθειας. Πολύ κρίμα. Γιατί ενίοτε η υποτίμηση της αφεντιάς σου (ή ακόμη καλύτερα η ρεαλιστική αποτίμηση της αφεντιάς σου) μπορεί να αποδειχθεί έως και πολιτικά χρήσιμη.
Για παράδειγμα, συγκρίνετε το «κρατική εισβολή σε σπίτι αγωνιστή» με το «ήρθαν που λέτε οι μπάτσοι, αλλά πήγαν στο σπίτι της μάνας μου γιατί δεν ξέρουν πού μένω. Τελικά βαρέθηκαν να ψάχνουν κάτω απ’ όλα τα σεμεδάκια και φύγανε». Στην πρώτη περίπτωση υπερτιμούμε την ελληνική αστυνομία και τα σχέδιά της. Στην δεύτερη, μπορεί το θύμα της αστυνομικής έρευνας να αυτοϋποτιμάται λιγάκι, κερδίζουμε όμως μια ρεαλιστικότερη αποτίμηση των σχεδίων και των δυνατοτήτων της ελληνικής αστυνομίας. Είναι νομίζουμε σαφές ότι τα κέρδη μας είναι πολύ μεγαλύτερα από τις ζημιές μας, εκτός και αν το βασικό μας μέλημα είναι η διαφύλαξη της επικινδυνότητας του αγωνιστή (και ουδέποτε αγωνίστριας).
Μπορούμε όμως να επισημάνουμε και ένα επιπλέον έλλειμμα του ελληνικού αντιφασιστικού κινήματος. Λέμε για τις αντιλήψεις περί αστυνομίας και ειδικότερα για τον διάχυτο ανθρωπομορφισμό που διακατέχει τις γνώμες μας για τους μπάτσους. Αντίθετα με τις επιταγές του ανθρωπομορφισμού λοιπόν, αυτό που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «οι μπάτσοι», δεν είναι άνθρωποι, και αυτό ισχύει με πολλές και σημαντικές έννοιες, πέρα από τη γνωστή σπισιστική που θέλει τους μπάτσους να είναι στην πραγματικότητα γουρούνια. «Οι μπάτσοι», ειδικά όταν μιλάμε για «εφόδους στα σπίτια αγωνιστών», είναι ένας στρατιωτικός μηχανισμός. Η διαφορά μεταξύ μηχανισμών και ανθρώπων είναι σημαντική, ειδικά όταν μιλάμε για παρακολουθήσεις, «διαχείριση πληροφοριών» και γενικώς τα σχετικά με τη γνώση. Σκεφτείτε το: «οι μπάτσοι» δεν είναι ένας άνθρωπος, αλλά ένας μηχανισμός αποτελούμενος από πολλά και διαφορετικά άτομα με ποικιλία γνώσεων και ικανοτήτων. Όλοι αυτοί υπάγονται σε έναν συγκεκριμένο καταμερισμό της εργασίας, είναι δηλαδή χωρισμένοι σε τμήματα με ξεχωριστές λειτουργίες και ξεχωριστές ιεραρχίες και τέτοιοι που είναι, όχι κατ’ ανάγκη με τις καλύτερες μεταξύ τους σχέσεις.[1]
Τα προβλήματα όσον αφορά τις λειτουργίες που αντιστοιχούν στην ανθρώπινη «γνώση», τη «μνήμη» και την «ερμηνεία» θα πρέπει να είναι προφανή. Γιατί, εφόσον αυτός που βλέπει τον Μπάμπη να πετάει πέτρες είναι ένας, αυτός που πρέπει να κανονίσει την επίσκεψη στο σπίτι του Μπάμπη είναι άλλος και αυτός που πραγματοποιεί την επίσκεψη είναι ένας τρίτος, θα πρέπει οι τρεις τους να συνεννοηθούν γύρω από τον Μπάμπη και τις δραστηριότητές του. Επιπλέον, ο Μπάμπης δεν είναι ένας, αλλά χιλιάδες, οπότε το πρόβλημα οξύνεται. Ο μηχανισμός που έχει να κάνει με τους Μπάμπηδες είναι αναγκασμένος να προσομοιώσει τις λειτουργίες της μνήμης, της γνώσης και της ερμηνείας, χρησιμοποιώντας γραπτές αναφορές. Χιλιάδες τέτοιες αναφορές πάνε κι έρχονται στο εσωτερικό του ελληνικού αστυνομικού μηχανισμού. Ακόμη χειρότερα μάλιστα, ο κάθε μπάτσος που θέλει να αξίζει τον μισθό του, θα πρέπει να γράφει τέτοιες αναφορές ακόμη και σε περίπτωση που δεν έχει ιδέα τι σκατά να γράψει. Εν πάση περιπτώσει, ο τρόπος που ο αστυνομικός μηχανισμός «γνωρίζει», «θυμάται» και «ερμηνεύει» είναι οι γραπτές αναφορές των μπάτσων.
Πρόβλημα εδώ! Γιατί, όσο και αν το αγνοούν οι χρήστες του τουίτερ, εμείς, που γράφουμε πολύ, το ξέρουμε καλά: ο γραπτός λόγος, έχει και αυτός τα ζητηματάκια του. Όπως έλεγε και ο Πλάτωνας, «οι γραμμένες λέξεις είναι σαν ζωγραφισμένοι άνθρωποι. Μπορεί να φαίνονται πραγματικοί, αλλά όταν τους ρωτήσεις δεν σου απαντάνε». O Πλάτωνας βέβαια, ιδέα δεν είχε για το τι ζημιά θα παθαίναμε τελικά με τις εικόνες, τα video και τα post∙ ήθελε όμως να επισημάνει ότι κάθε κομμάτι γραπτού λόγου εγείρει άμεσα το ζήτημα της ερμηνείας. Και οι ερμηνείες, πρώτον δεν έχουν να κάνουν με τον γράφοντα• εξαρτώνται αποκλειστικά από τον αναγνώστη. Δεύτερον, είναι πάντα τόσες όσοι και οι ερμηνευτές. Αποτέλεσμα: οι μπάτσοι έχουν τις αναφορές τους, αλλά το πώς ερμηνεύονται αυτές οι αναφορές, εξαρτάται από το πόσο κατανοητό είναι το θέμα τους, καθώς και πόσο –και τι είδους- μυαλό έχουν οι αναγνώστες και οι συγγραφείς τους.
Είναι όμως το θέμα «κατανοητό»; Έτσι κι έτσι! Οι χιλιάδες Μπάμπηδες δεν επιδεικνύουν κατ’ ανάγκη αυτό που στον κόσμο των μπάτσων αποκαλείται «ορθολογική συμπεριφορά». Καλώς εχόντων των πραγμάτων, οι Μπάμπηδες χαρακτηρίζονται από εντελώς διαφορετικό σύστημα αξιών, γεγονός που τους καθιστά ελαφρώς έως πολύ ακατανόητους για τους μπάτσους ως άτομα. Ακόμη καλύτερα εχόντων των πραγμάτων, οι Μπάμπηδες είναι οργανωμένοι σε πολιτικές δομές, πράγμα που φέρνει τους μπάτσους και τις γραπτές τους αναφορές να πρέπει να περιγράψουν και να ερμηνεύσουν, όχι απλά τον Μπάμπη, αλλά κοινωνικές δομές και διαδικασίες.
Το πόσο δύσκολο είναι αυτό, διαπιστώνεται εύκολα. Θυμηθείτε οποιαδήποτε ομάδα στην οποία συμμετείχατε και προσπαθήστε να γράψετε μια σχετική μπατσική αναφορά. Θα τα πάτε πολύ καλά όσον αφορά τα ονόματα και τις διευθύνσεις, ειδικά εφόσον είσθε εκπαιδευμένος σε τέτοια πράγματα και έχετε στη διάθεσή σας μια καλή βάση δεδομένων. Θα τα πάτε πολύ χειρότερα όσον αφορά τις διαπροσωπικές σχέσεις (ποιος μιλάει με ποιον, ποια τα έχει φτιάξει με ποιον), γιατί εδώ έχουμε ένα σώμα δεδομένων σε διαρκή μεταλλαγή. Θα τα πάτε εντελώς σκατά όσον αφορά τις πολιτικές εκτιμήσεις: ποια είναι τα πολιτικά σχέδια και οι στρατηγικές που ακολουθούνται, ποια είναι τα κίνητρα των συμμετεχόντων, πώς οι μεταξύ τους σχέσεις προω-θούν τους στόχους τους, αλλά κυρίως ποια είναι ή θα είναι η επιτυχία τους και τι είδους επιτυχία θα είναι. Μάλιστα, όσο περισσότερο μπάτσος είστε, τόσο χειρότερα θα τα πηγαίνετε στο τρίτο σημείο, απλά γιατί δεν μπορείτε να καταλάβετε αυτούς τους μαλλιάδες όταν μαζεύονται πολλοί μαζί, πόσο μάλλον που με φρίκη ανακαλύπτετε ότι πολλές φορές ούτε αυτοί καταλαβαίνουν τον εαυτό τους. Παρόλ’ αυτά, εσείς την αναφορά θα πρέπει να την γράψετε. Στο κάτω κάτω γι’ αυτό πληρώνεστε.[2]
Όπως είπαμε, ο ρουφιάνικος θόρυβος των αστυνομικών αναφορών των μπάτσων που προκύπτει κατ’ αυτόν τον τρόπο, πρέπει έπειτα να ερμηνευθεί από άλλους μπάτσους, τα ερμηνευτικά εργαλεία των οποίων δεν είναι απαραιτήτως τα ίδια με εκείνα των γραφόντων (άσε που οι γράφοντες, όπως είπαμε, μπορεί και να μην ξέρουν τι λένε). Το αποτέλεσμα είναι καλούτσικο όταν πρόκειται για ονόματα, διευθύνσεις και ποινικά κολάσιμες συμπεριφορές, μέτριο όταν πρόκειται για την εξέλιξη του στελεχικού δυναμικού της αντεξουσίας (κάπως έτσι πρέπει να το αποκαλούν αναμεταξύ τους) και χάλια μαύρα όταν πρόκειται για πολιτικές εκτιμήσεις.
Οι μπάτσοι προσπαθούν να διορθώσουν το τρίτο σημείο επιδιδόμενοι μετά μανίας στην προσπάθεια συγγραφής διδακτορικών στις ανθρωπιστικές επιστήμες, αλλά εκεί έρχονται αντιμέτωποι με το πόσο σκατά είναι τελικά αυτές οι ανθρωπιστικές επιστήμες. Τελικά οι ντόπιοι μπάτσοι όχι μόνο απέτυχαν να προβλέψουν την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008, αλλά έκαναν ό,τι μπορούσαν για να την προκαλέσουν. Οι παγκόσμιοι μπάτσοι από την άλλη, τα πάνε σχετικά καλά όταν πρόκειται για διακρατικές συγκρούσεις, αλλά εντελώς σκατά όταν πρόκειται για ταξικές εξεγέρσεις. Κοιτούσαν με το στόμα ανοιχτό τις εξεγέρσεις στον αραβικό κόσμο για αρκετούς μήνες, προτού τελικά αποφασίσουν ότι είναι διαχειρίσιμες διά της βίας (η βία είναι βέβαια το σίγουρο τελικό χαρτί τους).
Ωραία μέχρις εδώ, αλλά τα πραγματικά προβλήματα του μπατσικού μηχανσιμού, δεν είναι του είδους που μπορεί να μπει στην αναμονή έως ότου οι μπάτσοι βελτιώσουν τις μεθόδους κατανόησης του κόσμου που χρησιμοποιούν (πράγμα άλλωστε αδύνατο). Οι μπάτσοι, μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη, ανακάλυψαν ότι πρέπει να έχουν γνώμη για το θέμα «νεολαία, κρίση και εξέγερση», ότι πρέπει να προβλέπουν το μέλλον από τη σκοπιά της δημόσιας τάξης και ότι πρέπει να παράγουν (τι άλλο;) αναφορές σχετικά με το τι πρέπει να γίνει μέρα με τη μέρα. Οπότε «εισβάλλουν σε σπίτια αγωνιστών» γιατί σε αυτό είναι καλοί ή έστω ανεκτοί: στα ονόματα, στις διευθύνσεις και στον εντοπισμό και την καταστολή ποινικά κολάσιμων συμπεριφορών. Σε περίπτωση που δεν βρίσκουν ποινικά κολάσιμες συμπεριφορές με τον τρόπο που τις εννοούν, οι λύσεις είναι δύο: είτε να διευρύνουν τον ορισμό του ποινικά κολάσιμου (αλλά αυτό είναι πολιτικοκοινωνική κίνηση με πολιτικοκοινωνικές επιπτώσεις, οπότε η περίπτωση Αλέξη Γρηγορόπουλου γνέφει με νόημα), είτε να ποντάρουν σε όσα τους λένε οι κοινωνιολόγοι τους: κατά βάση (οι αντιεξουσιαστές) είναι παιδιά, οπότε να τρομάξουμε τη μάνα τους, να επιστρατεύσουμε τους δασκάλους τους, να τσαμπουκαλέψουμε τους ίδιους και κάτι θα γίνει. Οι «εισβολές σε σπίτια αγωνιστών» και η προσπάθεια επιστράτευσης του ελληνικού σχολείου στις τάξεις της ελληνικής αστυνομίας συμβαίνουν ταυτόχρονα. Δεν πρόκειται για σύμπτωση. Πρόκειται για την πρακτική εφαρμογή της αντίληψης των «μπάτσων» για το τι είναι η αντεξουσία: περίπτωση μαζικής εγκληματικότητας ανηλίκων. Και κάνουν αυτό που ξέρουν: καταγράφουν, φρεσκάρουν βάσεις δεδομένων, εκφοβίζουν όποιον εκφοβίζεται... και βλέπουμε. Από μια άποψη, οι συγκεκριμένες πρακτικές κατευθύνσεις μας δείχνουν πόσο βαθιά νυχτωμένοι μπορούν να είναι. Από μια άλλη βέβαια, μπορεί και να έχουν κατά βάση δίκιο (ο αναγνώστης ας επιλέξει μόνος ή μόνη, αναλόγως γνώμης για την πολιτική, οργανωτική και διανοητική κατάσταση του αντιεξουσιαστικού χώρου).
Σε κάθε περίπτωση πάντως, από τη σκοπιά «των παιδιών», τα πράγματα (θα έπρεπε να) είναι πιο εύκολα. Ο τρόπος αντιμετώπισης της αστυνομίας θα πρέπει να χρησιμοποιεί συνειδητά το ανεξιχνίαστο των πράξεών μας. Δηλαδή θα πρέπει οι πράξεις μας να είναι πράξεις συλλογικές και όχι ατομικές. Επίσης θα πρέπει οι πράξεις μας να καθοδηγούνται όσο το δυνατόν περισσότερο από πολιτικές στρατηγικές. Θα πρέπει να είμαστε πολιτικά οργανωμένοι και να διαθέτουμε πολιτική άποψη για τον κόσμο. Θα πρέπει να δρούμε όσο το δυνατόν λιγότερο ως άτομα και όσο το δυνατόν περισσότερο ως συλλογικότητες. Θα πρέπει οι στρατηγικές μας να είναι επιτυχημένες χωρίς να είναι εύκολα περιγράψιμες με τη γλώσσα του ποινικού δικαίου. Τότε πλέον, το μόνο που θα μπορούν να κάνουν «οι μπάτσοι» θα είναι να έρχονται σπίτια μας, ένα γεγονός που θα γίνεται τόσο περισσότερο αμελητέο, όσο ισχυρότερη είναι η αυτογνωσία μας και η αίσθησή μας του αυτοσαρκασμού.
Το κακό είναι ότι σε κάτι τέτοια πάσχουμε σοβαρά.

1 Στα όσα ακολουθούν, για να μην περιπλέξουμε τα πράγματα, θα αποφύγουμε να αναφερθούμε σε περιπτώσεις όπου ένα κομμάτι των μπάτσων επιθυμεί να αποκρύψει «στοιχεία» από ένα άλλο κομμάτι των μπάτσων. Ο αναγνώστης μπορεί εδώ ελεύθερα να χρησιμοποιήσει την φαντασία του.
2 Εξαιρετικά διαφωτιστικό, καθώς και ανοιχτό σε λογοτεχνική ανάλυση, είναι το εντελώς αλλοπρόσαλλο σύνολο αναφορών γύρω από τη δράση της Χρυσής Αυγής που εμφανίστηκε λίγο πριν την έκδοση του περιοδικού. Ότι αυτό το αλλοπρόσαλλο κείμενο προέρχεται από κοτζάμ εισαγγελείς του Αρείου Πάγου μπορεί να μας βοηθήσει να φανταστούμε πώς είναι οι αντίστοιχες δουλειές όταν γίνονται από μπάτσους. http://issuu.com/tvxorissinora/docs/arshas.