21 Σεπτεμβρίου, 2017

 

 

 


  
 

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
#56

6/2017

 

 

 

Θα το βρείτε σε βιβλιοπωλεία
και περίπτερα των εξαρχείων 
και σε αυτοδιαχειριζόμενους
κοινωνικούς χώρους.
[Αναλυτικά τα σημεία διακίνησης]


Για ταχυδρομική αποστολή του 
τρέχοντος ή παλαιότερων τευχών 
στείλτε mail στο
antifascripta@yahoo.com

 

 

 



 

ΞΑΝΑΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
 

Martin Lux
  ANTIFASCIST '77
Σύντομη ιστορία του
βρετανικού αντιφασισμού
σε πρώτο πρόσωπο (1970-1980)

από τις εκδόσεις antifa scripta
  Ιούνης 2017

 

 

 

 


 

Είναι αγώνας αντοχής (και όχι εντυπώσεων)
τεύχος 32, 20/7/2012

 Η πρακτική της διαδήλωσης “στόμα με στόμα” ως μορφή προπαγανδιστικής παρέμβασης στις γειτονιές της αθηναϊκής μητρόπολης έχει την ιστορία της. Λίγοι πιθανόν γνωρίζουν αυτή την ιστορία. Μιας και έχουμε βάλει κι εμείς το λιθαράκι μας στη γέννηση και την εξέλιξη αυτής της πρακτικής, ας πούμε δυο λόγια σχετικά.
Ήδη από το 1999 στους κόλπους της συλλογικότητας που συγκρότησε επισήμως τα μητροπολιτικά συμβούλια δύο χρόνια μετέπειτα, απασχόλησε έντονα το εξής ζήτημα: το πώς και γιατί κατεβαίνουμε στο δρόμο, όταν από τη μια μεριά η ελληνική αστυνομία επιδείκνυε σαφέστατη υπεροχή και τάσεις αναβάθμισης και όταν από την άλλη η οργανωτική κατάσταση του κινήματος ήταν όχι μόνο σαφώς υποδεέστερη, αλλά και δίχως τις παραμικρές ενδείξεις ή διαθέσεις προς μια κατεύθυνση ανασύνταξης και ανασυγκρότησης. Στο μεταξύ οι πληγές ήταν ήδη πολλές. Δεν ήταν μόνο εκείνες που άνοιξαν και βάθυναν μέσα στη δεκαετία, όπως για παράδειγμα η ωρίμανση και η εκδήλωση στο δρόμο ενός εθνικού-ρατσιστικού κορμού ενάντια σε αλβανούς εργάτες και σε βαλκάνιους γείτονες. Ήταν και οι πληγές στο εσωτερικό του αντιεξουσιαστικού χώρου, προϊόντα της λογικής της “μεγάλης νύχτας και του μεγαλειώδους μπάχαλου”. Για παράδειγμα, οι 500 συλλήψεις αναρχικών εντός του “ασύλου” στο Πολυτεχνείο το Νοέμβριο του 1995. Αλλά και η αστυνομική περικύκλωση και οι εκτεταμένες συλλήψεις στο μπλοκ των αντιεξουσιαστών τρία χρόνια μετά -και γι' άλλη μια φορά στην επέτειο του Πολυτεχνείου. Δεν ήταν ασήμαντα αυτά τα γεγονότα. Μία και βασικότατη συνέπεια ήταν να πληγούν βαθύτατα η εμπιστοσύνη και η αυτοπεποίθηση ως προς τις δυνατότητες κατεβάσματος στο δρόμο. Να κυριαρχούν ο φόβος και η διάλυση. Να επικρατεί μια κατάσταση οργανωτικής παραλυσίας.
Περισσότερο από ένστικτο που θρεφόταν από όσα είχαν συμβεί στο παρελθόν και λιγότερο ως αποτέλεσμα μιας βαθιάς επεξεργασμένης άποψης σχετικά με τις αιτίες και την ανάπτυξη του ρατσισμού και του εθνικισμού στη χώρα τούτη, το ζήτημα του πώς και γιατί κατεβαίνουμε στο δρόμο τέθηκε το 1999 στους πρόγονους κύκλους των μητροπολιτικών με μια δόση επιτακτικότητας. Παρότι υπήρχε μια κατακτημένη εμπειρία από τις διαδηλώσεις του “αστεριού”, οι οποίες κατάφερναν να σταθούν αξιοπρεπώς στο δρόμο, αυτή δεν ήταν επαρκής. Καταρχήν, έπρεπε να μεστώσουν οι πολιτικές απόψεις -που μέχρι τότε και για κάμποσο καιρό μετέπειτα κτίζονταν με οδηγό έναν άκρατο εμπειρισμό, είναι η αλήθεια- για όλα τα καυτά ζητήματα που αναδύθηκαν εκείνη τη δεκαετία: η εκμετάλλευση των μεταναστών εργατών, η θέση του ελληνικού κράτους στα βαλκάνια, ο ρόλος της αριστεράς κ.ά. Παράλληλα όμως, έπρεπε και να βελτιωθούν οι δυνατότητες να κατεβαίνουμε στο δρόμο. Να κτιστούν οι σχέσεις εμπιστοσύνης και να εφευρεθούν οι τρόποι ώστε οι διαδηλώσεις να αποκτήσουν βασικές γραμμές άμυνας απέναντι στην αστυνομία. Στην προσπάθεια αυτή, οι διαδηλώσεις στόμα με στόμα συζητήθηκαν ως η μέθοδος εκείνη που θα βοηθούσε στο να φτιαχτεί ένα πεδίο οικοδόμησης αυτών των δυνατοτήτων. Κατά πρώτον, το να κατεβαίνουμε στο δρόμο δίχως αφίσα και άρα δίχως την ενόχληση της αστυνομίας, βοηθούσε στο να τεσταριστούν σε πρώτη φάση οι τεχνικές περιφρούρησης. Δηλαδή: η συγκρότηση σε μπλοκ με αλυσίδες, η ετοιμότητα των διαδηλωτών που είναι όλοι συνδιοργανωτές να φέρουν σε πέρας τους ρόλους που έχουν αναλάβει, η διατήρηση της συνοχής του μπλοκ, η εκπαίδευση όλων να τηρούν και να σέβονται τις συλλογικές αποφάσεις που αφορούν τη διεξαγωγή της διαδήλωσης. Κατά δεύτερον, υπήρχε το ζήτημα της εχεμύθειας. Εφόσον δεν θέλαμε οι διαδηλώσεις στόμα με στόμα να συνοδεύονται από την αστυνομία, έπρεπε κατά συνέπεια όλοι οι συμμετέχοντες-διοργανωτές να φροντίσουν ώστε ο τόπος και η ημέρα διεξαγωγής της διαδήλωσης να παραμένουν σε γνώση αυστηρά και αποκλειστικά των διοργανωτών (άρα ούτε κουβέντα παραέξω, σε καφενεία και παρέες). Ένα τρίτο επίσης στοιχείο ήταν να δοκιμαστεί η απήχηση της προπαγανδιστικής “επιδρομής” σε γειτονιές της Αθήνας, στις τοπικές δηλαδή “κοινότητες” όπου διάγουν τον εκτός εργάσιμου ωραρίου βίο τους οι κάτοικοι της μητρόπολης. Και τέλος, να ανοιχτεί ο δρόμος για τον απεγκλωβισμό από το κλασικό “διαδηλωσιακό” τρίγωνο Προπύλαια-Ομόνοια-Σύνταγμα που συγκέντρωνε τα φώτα της (μηντιακής αλλά και εξαρχειακής) δημοσιότητας.
Από τη μια, οι διαδηλώσεις αυτές αντιμετωπίστηκαν την εποχή εκείνη (κοινώς μια δεκαετία και βάλε προς τα πίσω) από τον ευρύτερο κινηματικό περίγυρο ως τρόπον τινά “συνωμοτικές”. Ότι δεν είχαν την αποτελεσματικότητα των διαδηλώσεων με αφίσα, ούτε καν την προπαγανδιστική, εφόσον διεξάγονταν από κάτι ελάχιστες δεκάδες διαδηλωτών. Εκείνο που παρέβλεπε η κριτική αυτή είναι ότι οι διαδηλώσεις στόμα με στόμα ουδέποτε θεωρήθηκαν από τους εμπνευστές τους ως υποκατάστατο των διαδηλώσεων με αφίσα. Αντιθέτως, οι διαδηλώσεις στόμα με στόμα δουλεύτηκαν με σκοπό και την οργανωτική αναβάθμιση των διαδηλώσεων με αφίσα. Η ιδέα, ξαναλέμε, ήταν η εξής: όσο περισσότεροι σύντροφοι και συντρόφισσες εκπαιδεύονται σε καθήκοντα και ρόλους περιφρούρησης, όσο περισσότερες/οι εξοικειωνόμαστε στη συνέπεια, την ακρίβεια και την τήρηση των συλλογικών αποφάσεων, τόσο θα βελτιώνονται και οι διαδηλώσεις με δημόσιο κάλεσμα. Τόσο περισσότερο θα διαδίδεται η συλλογική γνώση και η αξία της συλλογικής δέσμευσης, τόσο περισσότερο θα κατακτιέται ότι στις διαδηλώσεις είμαστε ένα σώμα, με σχέσεις ισότιμες, άντρες-γυναίκες, μικρόσωμοι-μεγαλόσωμοι, κοντοί-ψηλοί. Τόσο περισσότερο θα καταπολεμιέται η φιγούρα του εξατομικευμένου και “αυτόβουλου” διαδηλωτή. Αλλά ως προς το άλλο σκέλος, η προπαγανδιστική αποτελεσματικότητα δεν ήταν ευκαταφρόνητη. Ο “ντόρος” που έκανε σε μια γειτονιά ένα εμφανές σε όλους συγκροτημένο μπλοκ που διαδηλώνει στους δρόμους της, κάτω από τα μπαλκόνια της, μέσα από τις πλατείες της, δούλευε ικανοποιητικά ως μέθοδος προπαγάνδισης, αλλά όχι φυσικά με όρους μηντιακούς (τους οποίους άλλωστε και ουδέποτε διεκδικήσαμε).
Από την άλλη, για να είμαστε ειλικρινείς και δίκαιοι με τους εαυτούς μας, για να εξελιχθούν όλα αυτά που σχεδιάζαμε τότε, απαιτούνταν συστηματικότητα και επιμονή. Ε, η αλήθεια είναι ότι και στα δύο αυτά προαπαιτούμενα, τα υποκείμενα που συγκρότησαν τα συμβούλια επέδειξαν ολιγωρία. Έπαιξε προφανώς ρόλο το γεγονός ότι ακόμη και τότε στα τέλη των ’90s, οι στρατηγικές αλλαγές στη μεγάλη κλίμακα της αντεπίθεσης των αφεντικών δεν μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές, “λιανές” στους κύκλους της εγχώριας αμφισβήτησης. Η αίσθηση ότι “ζούμε προς το παρόν καλά” κυριαρχούσε για συναισθηματικούς κυρίως λόγους σε βάρος του ενστίκτου που άλλα υποδείκνυε (η ηχώ του πρόσφατου παρελθόντος δεν είχε άλλωστε εξασθενήσει): ότι ο κόσμος αλλάζει, και μάλιστα σε πλανητική κλίμακα, γεγονός που δεν μπορεί παρά “κάπως, κάποτε” να επηρεάσει ακόμη και τον μικρόκοσμό μας. Γι΄αυτό και μέσα από αυτή την αντιφατική, αμφίθυμη στάση, κάτι τέτοιες μικρής κλίμακας αλλά επίκαιρες επιλογές διατρέχονταν από μια αποσπασματικότητα.
Η πολιτική ωστόσο λογική των διαδηλώσεων στόμα με στόμα δεν έσβησε. Αντιθέτως, συντηρήθηκε στους κόλπους ημών των αυτόνομων και οι διαδηλώσεις στόμα με στόμα ξαναμπήκαν σε εφαρμογή από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 από τους antifa πυρήνες. Τούτη τη φορά με μια πιο συστηματική έγνοια για τον διάχυτο κοινωνικό ρατσισμό και τις εκδηλώσεις του στη μητρόπολη, αλλά και με μια πιο συστηματική προπαγάνδα που έδινε ακόμη περισσότερη αξία στο επίπεδο της γειτονιάς. Τα μοιράσματα στα σχολεία, οι αφίσες, οι προκηρύξεις. Η σαφής απεύθυνση προς εκείνους κι εκείνες που σε τούτη την πόλη έχουν και τους λόγους και τη διάθεση να αντιμάχονται τον ρατσισμό. Η ξεκάθαρη εχθρότητα προς τους μικροαστούς ρατσιστές νοικοκυραίους, οι οποίοι από τότε υποδείκνυαν με λόγια και έργα τη μόνη ρεαλιστική προοπτική του εγχώριου νεοναζί φασισμού. Η διάθεση για εξοικείωση με τη χωροταξία των γειτονιών. Αυτά ήταν τα ανανεωμένα υλικά που έθρεψαν δεκάδες αντιφασιστικές διαδηλώσεις στόμα με στόμα. Διαδηλώσεις όμως λειτουργικά αρθρωμένες με όλη την υπόλοιπη προπαγανδιστική εργασία και άρρηκτα συνδεδεμένες με την πολιτική λογική που θέτει τα όριά τους. Εννοούμε με αυτό το τελευταίο, πως οι διαδηλώσεις στόμα με στόμα δεν έχουν καμιά επιτυχία ή αποτελεσματικότητα αν ιδωθούν ως μια αμιγώς τεχνική δυνατότητα που λύνει τα χέρια των διαδηλωτών εφόσον γλιτώνει από τη μαζική παρουσία της αστυνομίας. Υπάρχει μάλιστα ο κίνδυνος να γίνει η εξής παρανόηση (και έχει γίνει πολλάκις στο παρελθόν): ότι δίχως την παρουσία της αστυνομίας “μπορούμε να κάνουμε... τα πάντα”. Δίχως να λογαριάζονται οι συνέπειες. Δίχως να λαμβάνεται υπόψη ότι για κάθε πολιτική πράξη πρέπει να μπορούμε να σηκώνουμε το βάρος της και την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα. Κατά τη γνώμη μας, και τότε και τώρα, το κατέβασμα στο δρόμο απαιτεί, περισσότερο από κάθε άλλη μορφή προπαγάνδας, τη μέγιστη δυνατή πολιτική συμφωνία ως προς το τι υπερασπιζόμαστε και “σηκώνουμε” και τι όχι. Ως προς το τι λέμε και πόσο “ψημένοι” είμαστε για το δίκιο και την αξία όσων λέμε. Αλλά αυτά με τη σειρά τους απαιτούν πολιτικές δομές διαρκείας, συλλογικότητες σταθερές στο χρόνο με απόψεις συλλογικά κατακτημένες. Διαφορετικά ποιος άλλος μπορεί να σηκώσει την ευθύνη, να επωμιστεί με γενναιότητα τα  όποια λάθη, να λουστεί την κριτική, να εξελιχθεί και να βελτιωθεί; Πώς αλλιώς μπορούμε να κτίσουμε στοιχειώδη αναχώματα στην επέλαση του φασισμού;
Η εικόνα και η μαχητικότητά μας στο δρόμο είναι άρρηκτα δεμένη με την ποιότητα των πολιτικών δομών μας. Κι αν σήμερα τσιτώνουμε με τους ένστολους σερίφηδες και τους νεοναζί που έχουν σηκώσει κεφάλι, αν νιώθουμε “λίγοι” ή “ανεπαρκείς”, είναι που πρέπει να καταλάβουμε πως έχουμε μπροστά μας έναν αγώνα αντοχής.

 

Αντιφασιστική διαδήλωση στόμα με στόμα, Νίκαια, 31/3/2012