21 Σεπτεμβρίου, 2017

 

 

 


  
 

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
#56

6/2017

 

 

 

Θα το βρείτε σε βιβλιοπωλεία
και περίπτερα των εξαρχείων 
και σε αυτοδιαχειριζόμενους
κοινωνικούς χώρους.
[Αναλυτικά τα σημεία διακίνησης]


Για ταχυδρομική αποστολή του 
τρέχοντος ή παλαιότερων τευχών 
στείλτε mail στο
antifascripta@yahoo.com

 

 

 



 

ΞΑΝΑΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
 

Martin Lux
  ANTIFASCIST '77
Σύντομη ιστορία του
βρετανικού αντιφασισμού
σε πρώτο πρόσωπο (1970-1980)

από τις εκδόσεις antifa scripta
  Ιούνης 2017

 

 

 

 


 


Προβλήματα...
(η δημόσια τάξη δεν είναι ό,τι κάτσει - άμα λες για πρόβλημα στο λύνουνε οι μπάτσοι)

τεύχος 31, 23/5/2012

Λένε συχνά ότι το πρώτο βήμα που οδηγεί στην υλική υποτίμηση ανθρώπων και σχέσεων ξεκινά με έναν γενικευμένο ιδεολογικό πόλεμο. Όσοι, για παράδειγμα, καταλάβαιναν τον κόσμο τους τη δεκαετία του ’90 δε μπορεί παρά να θυμούνται τους σταθερούς χαρακτηρισμούς, που κανένας Έλληνας δεν παρέλειπε να κοτσάρει κάθε φορά που αναφερόταν στους Αλβανούς: “κλέφτες”, “δολοφόνοι”, “ζώα”. Με την απόσταση των είκοσι και βάλε χρόνων που μας χωρίζουν από τις εποχές εκείνες μπορούμε πια να συμφωνήσουμε εύκολα για τα κίνητρα και τις στοχεύσεις αυτής της πρακτικής: η γλωσσική υποτίμηση κι ο διάχυτος ρατσισμός ήταν η γαρνιτούρα - η λεηλασία της ζωής και της εργασίας των αλβανών εργατών ήταν το τελικό διακύβευμα, ο υλικός στόχος για την επίτευξη του οποίου συνέκλιναν ρατσιστικές ιδεολογίες και ρατσιστικές πρακτικές.

 

Εδώ που τα λέμε πάντως, το ελληνικό κράτος δεν έχει αλλάξει και πολύ τη μέθοδό του. Μέσα στη γενική πολιτική παρανομοποίησης που εφαρμόζει για τους μετανάστες που ζουν στο εσωτερικό του[1] (πρώτα σε κάνω παράνομο με το έτσι θέλω, μετά σε πετάω σε στρατοαστυνομικά επιτηρούμενες ζώνες εργασίας, σε αμολάω στους μπάτσους, στους φασίστες και στη μαφία, σε απελαύνω και φτου κι απ' την αρχή) το ελληνικό κράτος επιφυλάσσει μια ιδιαίτερη ρητορική ιδεολογικής υποτίμησης στους μη έλληνες κατοίκους του.

 

Η μετονομασία δεκάδων χιλιάδων μεταναστών που ζουν στο κέντρο της Αθήνας σε φοβερό και τρομερό “πρόβλημα” βρέθηκε στην αιχμή του ιδεολογικού πολέμου εναντίον των μεταναστών εργατών αυτής της χώρας. Κι ως τέτοια, άρχισε να δουλεύεται με μέθοδο και σχέδιο εδώ και κάποια χρόνια. Ανάλογα με την ανάγκη, το “πρόβλημα” έπαιρνε διαφορετικά προσωνύμια - πότε οι μετανάστες ήταν πρόβλημα εγκληματικότητας, πότε ήταν υγειονομική βόμβα, πότε ήταν πρόβλημα κοινωνικής συνοχής.

 

Να μια σχετική περιγραφή από τον αρχιειδικό[2] του προβλήματος:

 

“Έχουμε να κάνουμε με τη διαχείριση εκατόν πενήντα χιλιάδων ψυχών κάθε χρόνο. Αυτό είναι το πρόβλημα. Έχουμε να κάνουμε με τετρακόσιες πενήντα χιλιάδες μετανάστες παράνομους που εισήλθαν στη χώρα μας τα τρία τελευταία χρόνια, εκ των οποίων μόλις πενήντα χιλιάδες επαναπροωθήθηκαν και οι υπόλοιποι, όπως μου λένε οι υπηρεσίες, είναι κάπου εδώ γύρω.

 

Δεν ξέρω πού γύρω είναι, αλλά σημασία έχει ότι αυτοί μπήκαν στη χώρα παράνομα και δημιουργούν μια βόμβα υγειονομική, μια βόμβα κοινωνική. Είμαστε μια χώρα η οποία διέρχεται μια τεράστια οικονομική και κοινωνική κρίση και ταυτόχρονα υπάρχει ένας μεγάλος κίνδυνος. [...] Η κοινωνική ειρήνη είναι σε κίνδυνο”.

 

Ήδη εξαρχής μπορούμε να αντιληφθούμε ότι η αγωνία του πολιτικού προϊστάμενου των μπάτσων είναι κομματάκι ψεύτικη. Ο μπατσοαρχηγός και οι όμοιοί του κατασκεύασαν τη ρητορική του “προβλήματος” έχοντας ήδη στο μυαλό τους τις λύσεις που επιθυμούσαν να επιβάλλουν. Το μεγάλο ζητούμενό τους δεν ήταν άλλο από την καθυπόταξη, την προσοδοφόρα διαχείριση των “παράνομων” μεταναστών και της εργασίας τους και την εγγύηση ότι αυτό θα συνεχίσει να συμβαίνει αδιατάρακτο. Γιατί εντωμεταξύ βέβαια -κι αυτό είναι κάτι που κανένας θιασώτης του “προβλήματος” δε θα ομολογήσει - η πολιτική της παρανομοποίησης των μεταναστών εργατών είχε ήδη τσακίσει δυο φορές, και μάλιστα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα: πρώτα με την ενθουσιώδη συμμετοχή των αόρατων μεταναστών στην εξέγερση του Δεκέμβρη και κατόπιν με την ολιγοήμερη βίαιη έκρηξή τους ύστερα απ’ τη γνωστή υπόθεση με το σκίσιμο του κορανίου.

 

Όσο και να μη μας αρέσει βέβαια, θα πρέπει να είμαστε δίκαιοι. Το σχέδιο “πείτε τους όλους πρόβλημα και μετά αρχίστε να προτείνετε λύσεις” γνώρισε καθολική επιτυχία. Τρανή απόδειξη, ότι το σχήμα “είναι πρόβλημα-προτείνω τη λύση” υιοθετήθηκε από κάθε πολιτικό υποκείμενο που φιλοδοξούσε να πει οτιδήποτε σχετικό με το θέμα. Από την άκρα δεξιά μέχρι την άκρα αριστερά του τόπου, όλες οι πολιτικές γραμμές επί του θέματος συμφωνούσαν ότι οι μετανάστες είναι πρόβλημα (και μάλιστα μεγάλο), διαφωνούσαν μόνο ως προς τις λύσεις. Εκεί που οι ακροδεξιοί έβλεπαν την κάθαρση στα μαχαιρώματα και στα πογκρόμ, οι (ακρο)αριστεροί πρότειναν μαζικούς εμβολιασμούς και κίνητρα για εργασία. Το αντικείμενο της λύσης (οι μετανάστες εργάτες) στο ενδιάμεσο, άρχιζε ολοένα και περισσότερο να γαργαλάει τον κανιβαλισμό των σωμάτων ασφαλείας και το ρατσισμό (σε ελάχιστες περιπτώσεις και τη φιλανθρωπία) του ελληνικού λαού που εκστατικός αποζητούσε λύτρωση από το πρόβλημα που αντιμετώπιζε. Αυτή η ανάγκη “να δοθεί λύση” ήταν που πέταγε τους μετανάστες στη βαθύτερη παρανομία.

 

Με μία έννοια η καθολική κατάφαση στην ύπαρξη του “προβλήματος” δε θα πρέπει να μας εκπλήσσει. Όχι απλώς επειδή ο ρατσισμός είναι συστατικό στοιχείο της πολιτικής ταυτότητας για τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτικών δυνάμεων, αλλά επειδή το έργο “ο λαός έχει προβλήματα, ας του δώσουμε μια λύση” χτυπάει στην καρδιά της πολιτικής τους λειτουργίας. Τα κάθε λογής προβλήματα του λαού (ακόμα κι όταν είναι εξολοκλήρου ανύπαρκτα) τροφοδοτούν τους μηχανισμούς μεσολάβησης (από τους πιο μεγάλους έως τους πιο μικρούς) με έναν σπουδαίο λόγο ύπαρξης. Τους νομιμοποιούν να αφουγκράζονται τα δίκια του κοσμάκη, να πιέζουν την κεντρική ηγεσία, να κανακεύουν το μικροαστικό φαντασιακό. Στην περίπτωση του κέντρου της Αθήνας, αυτή ακριβώς η λειτουργία της μεσολάβησης έλαμψε στα λόγια και στα έργα των αριστερών (και πέρα). Πρώτα τρίφτηκαν με τους ρατσιστές κατοίκους, τους συμπόνεσαν για τις δοκιμασίες που περνάνε, μετά συμμετείχαν (για όσο τους επιτράπηκε) στην περίφημη επιτροπή κατοίκων του Αγίου Παντελεήμονα, συναγελάστηκαν με ακροδεξιούς του δολοφονικότερου είδους και για το τέλος άρχισαν να προτείνουν στο κράτος αριστερές λύσεις για το “πρόβλημα μετανάστες”. Πίσω απ’ τη φαινομενικά αντιφατική τους στάση οι αριστεροί πολέμιοι του προβλήματος εκπλήρωναν τη βασική τους λειτουργία: σαλαγούσαν τους μικροαστούς, τους έκλειναν πονηρά το μάτι, καλούσαν τους ρατσιστές να πάψουν να είναι τέτοιοι...

 

Φυσικά η ιστορία δε συγχωρεί τη βλακεία ούτε και τον οπορτουνισμό. Η αριστερή εκδοχή του “υπάρχει πρόβλημα” στο κέντρο της Αθήνας αφέθηκε να παιδιαρίσει όσο μπορούσε, χρησίμευσε όσο χρησίμευσε ως αριστερό άλλοθι απέναντι στη βαρβαρότητα, λειτούργησε όσο λειτούργησε ως χρήσιμος ηλίθιος... Καθόλου περίεργο, όταν ήρθε η ώρα, σαρώθηκε απ’ τον γνήσιο πομπό του “υπάρχει πρόβλημα”. Το ελληνικό κράτος, οι μπάτσοι του, οι μυστικές του υπηρεσίες, τα μικρά και τα μεγάλα αφεντικά του ήδη βρήκαν τις λύσεις που τους βολεύουν: στρατόπεδα συγκέντρωσης για τους μετανάστες, ένοπλοι φρουροί όλων των ειδών σε ακόμη μεγαλύτερες δόσεις, φασισμός από τα πάνω, φασισμός κι από τα κάτω.

 

Δεν πρόκειται για μια τυχαία τροπή: αυτό είναι το πραγματικό μας πρόβλημα που θα το κουβαλάμε για καιρό στην καμπούρα μας...

 

Σημειώσεις

 

1. Σχεδόν Αόρατοι, Η παρανομοποίηση της εργασίας ως κρατική στρατηγική για τη μετανάστευση, Αυτόνομες Ομάδες από την Αθήνα, Σαχ, Νο Woman's Land, Μηδέν Άπειρο, 2009

 

2. Απόσπαμα από την ομιλία του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλη Χρυσοχοΐδη στην τελευταία συνεδρίαση της Βουλής, 10/04/12. Διαβάστε την ολόκληρη στο antifascripta.net > βιβλιοθήκη > τεκμηρίωση