24 Ιουνίου, 2017

 

 

 


  
 

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
#55

3/2017

 

 

 

Θα το βρείτε σε βιβλιοπωλεία
και περίπτερα των εξαρχείων 
και σε αυτοδιαχειριζόμενους
κοινωνικούς χώρους.
[Αναλυτικά τα σημεία διακίνησης]


Για ταχυδρομική αποστολή του 
τρέχοντος ή παλαιότερων τευχών 
στείλτε mail στο
antifascripta@yahoo.com

 

 

 



 

ΞΑΝΑΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
 

Martin Lux
  ANTIFASCIST '77
Σύντομη ιστορία του
βρετανικού αντιφασισμού
σε πρώτο πρόσωπο (1970-1980)

από τις εκδόσεις antifa scripta
  Ιούνης 2017

 

 

 

 


 

 

   
H δεύτερη γενιά
(και πως την πουλήσαμε, άλλη φορά)

τεύχος 26 και μισό, 22/10/2011

 

 

Κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει την μηντιακή δημοκρατία πως δεν ξέρει να ανακαλύπτει και να επιβάλλει στη δημόσια συζήτηση τις ερωτήσεις τις πιο συμφέρουσες για την ίδια. Κακά τα ψέματα όμως, κανείς δεν μας υποχρεώνει να υιοθετήσουμε κι εμείς τους ίδιους προβληματισμούς. Όσο λοιπόν κι αν η υπόθεση των νεαρών Αλβανών «ληστών με τα Καλάσνικωφ» μάς παρουσιάστηκε σαν το κατεξοχήν πεδίο των «εύκολων απαντήσεων», εμείς θα παρακάμψουμε την αστυνομική πλευρά του θέματος στα γρήγορα. Παρεμπιπτόντως μόνο θα αναφέρουμε τα εξής: α) Τότε που πηγαίναμε σχολείο μας λέγανε ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος μέχρι αποδείξεως του εναντίου. β) Μετά που μεγαλώσαμε, μάθαμε ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος σε βαθμό ανάλογο της κοινωνικής του θέσης και δύναμης. γ) Στη συγκεκριμένη περίπτωση η κοινωνική θέση και δύναμη είναι οι ιδανικές για να φιλοδωρήσουν τον κατηγορούμενο με πληθώρα κατηγοριών που είθισται να αφορούν πράξεις πέραν των όσων έχει όντως διαπράξει.  δ) Αυτές οι bonus κατηγορίες επιλέγονται από τους μπάτσους με μια τεράστια ποικιλία κινήτρων, από τη βελτίωση των στατιστικών τους, έως την έκβαση των ενδοϋπηρεσιακών ερίδων. ε) Οι ίδιες bonus κατηγορίες επιβάλλονται στον κατηγορούμενο με βασανιστήρια από τα οποία κανείς δεν είναι διατεθειμένος να τον προστατεύσει.

Ας περάσουμε τώρα στο πολιτικό σκέλος της υπόθεσης, το οποίο είναι και αυτό με το περισσότερο ενδιαφέρον. Λοιπόν, η γνώμη μας είναι ότι το σημαντικότερο γεγονός των τελευταίων χρόνων είναι η εκ βάθρων αλλαγή εκείνου που οι Ιταλοί αυτόνομοι θα έλεγαν τεχνική σύνθεση της ελληνικής εργατικής τάξης. Σήμερα, έπειτα από μια εικοσαετία λεηλασίας, η εργατική τάξη των νοτίων Βαλκανίων διαθέτει ένα σημαντικό μη ελληνορθόδοξο κομμάτι που αριθμεί κάπου ένα εκατομμύριο εργάτες. Το ακόμη σημαντικότερο είναι ότι αυτό το κομμάτι περιλαμβάνει έναν ακαθόριστο αριθμό «δεύτερης γενιάς» μεταναστών. Η «δεύτερη γενιά» των μεταναστών εργατών, το μέγεθός της, η καθημερινότητά της και η γενική της κατάσταση έχουν αποκρυφτεί με επιμέλεια από τη δημόσια συζήτηση, τόσο που θα έλεγε κανείς πως αυτοί οι άνθρωποι στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν. Κι όμως, κατά τη γνώμη μας, η γέννηση και η ύπαρξη αυτής της «δεύτερης γενιάς» είναι μία από τις συγκλονιστικότερες αλλαγές που έχουν συμβεί μεταπολεμικά στη χώρα.

Οι αρμόδιοι για την τήρηση της τάξης είναι οι πρώτοι που θα συμφωνούσαν με αυτή την απόλυτη διαπίστωση. Μία από τις λίγες φορές που το θέμα αναδύθηκε στην επικαιρότητα με τον κρυπτικό τρόπο που συνηθίζεται για τέτοια θέματα, ήταν τον Μάιο του 2008, κατά τη διάρκεια της επίσκεψης στην Ελλάδα του Ίαν Μπλαιρ, αρχηγού της βρετανικής αστυνομίας. Η στιγμή ήταν σημαντική, λίγους μήνες πριν από τις ταραχές του Δεκέμβρη και την εκεί ενθουσιώδη συμμετοχή των μεταναστών εργατών. Ο Μπλαιρ είχε φιλοδωρήσει τους Έλληνες ομολόγους του με τη σοφία του αποικιοκράτη ως εξής:


Βρίσκεστε στη θέση που βρισκόμασταν πριν από 20 χρόνια και είναι βέβαιο ότι μελλοντικά θα αντιμετωπίσετε ανάλογα προβλήματα. Πρέπει να επενδύσετε στην ασφάλεια της γειτονιάς και των κοινοτήτων, μειονοτικών και μη, τα μέλη των οποίων πρέπει να πειστούν ότι ωφελούνται από τη συνεργασία τους με τις αστυνομικές υπηρεσίες (...)[1]

 
Αν θέλει κανείς να πάρει μια ιδέα για τη «θέση στην οποία βρισκόταν» το βρετανικό κράτος πριν από είκοσι χρόνια, μπορεί να κοιτάξει το προηγούμενο τεύχος όπου περιγράφεται πώς το βρετανικό πολυεθνικό προλεταριάτο αναζήτησε την αυτονομία του και πώς ηττήθηκε.[2] Για τη «θέση στην οποία βρίσκεται» σήμερα το ελληνικό κράτος από την άλλη, αρκεί να κοιτάξει γύρω του. Η δεύτερη γενιά των μεταναστών εργατών ενηλικιώνεται. Είναι άνδρες και γυναίκες που έχουν τελειώσει τα ελληνικά σχολεία, ξέρουν απ’ έξω κι ανακατωτά τους Έλληνες μπάτσους, τον ελληνικό διοικητικό μηχανισμό, την ελληνική τηλεόραση, τα ελληνικά αφεντικά. Μιλάνε τα ελληνικά σαν μητρική γλώσσα. Ετούτη εδώ η χώρα είναι η χώρα που γνωρίζουν καλύτερα από κάθε άλλη.

Αλλά δεν είναι Έλληνες. Και αυτό δεν το λέμε με τη γραφική βιολογική έννοια του «Έλληνας γεννιέσαι», αλλά με την σκληρή υλική έννοια της ταξικής πραγματικότητας. Η δύσκολη ενηλικίωση της δεύτερης γενιάς των μεταναστών εργατών περιλαμβάνει μοιραία μια όλο και διαυγέστερη συνειδητοποίηση της υλικής τους υποβάθμισης, της νομικής τους ιδιαιτερότητας, της κοινωνικής τους περιθωριοποίησης. Αν θέλει κανείς να πάρει μια καλή ιδέα του ελληνικού απαρτχάιντ μπορεί να κοιτάξει τα ελληνικά πανεπιστήμια. Αυτό το κατά τα άλλα εξαιρετικά δημοκρατικό πάρκινγκ άεργης νεολαίας δεν περιλαμβάνει Αλβανούς φοιτητές παρά μόνο στη θέση του σπάνιου είδους -και φυσικά όχι στις ιατρικές σχολές.

Η συνειδητοποίηση «για εμάς δεν υπάρχει τίποτα», που είδαμε στο προηγούμενο τεύχος να βγαίνει από το στόμα ενός μετανάστη δεύτερης γενιάς από το Bradford, είναι ασύλληπτης σκληρότητας και διαύγειας για όποιον είναι σε θέση να την πραγματοποιήσει. Και στην περίπτωση των μεταναστών εργατών της δεύτερης γενιάς είναι μια συνειδητοποίηση πέρα από τις ιδεολογίες και τις ελπίδες των πατεράδων τους, γιατί είναι συνειδητοποίηση υφασμένη στην καθημερινή ζωή, στις μοιραίες αλλά αρχικά αναπέντεχες επαγγελματικές, εκπαιδευτικές και ερωτικές αποτυχίες που έρχονται σαν χαστούκια από το πουθενά, στις υλικές ελλείψεις... Στην καθημερινή προσπάθεια, που πρέπει πάντα να είναι μεγαλύτερη από την προσπάθεια όλων των άλλων, από τη δουλειά μέχρι τις σεξουαλικές σχέσεις.

Οι περιγραφές της «συμμορίας με τα καλάσνικωφ» που εμφανίστηκαν στον ελληνικό τύπο είναι περιγραφές ακριβώς αυτής της «Δεύτερης γενιάς». Αυτή η συμμορία μαζευόταν σε πλατείες πριν από τις μπούκες, στις ίδιες πλατείες που διακόσιοι χιλιάδες πιτσιρικάδες της δεύτερης γενιάς έχουν μάθει να διεκδικούν με την παρουσία τους. Αυτός ο διαρρήκτης συνελήφθη μέσα σε κατειλημμένο σχολείο, στο ίδιο σχολείο που έχει καταλάβει πολλές φορές στο παρελθόν, εκεί που ξέρει πρόσωπα και πράγματα. Αυτός ο κατά συρροήν βιαστής «έδινε τα χρήματα από τις ληστείες στη μητέρα του!» (η πρόταση μαζί με το θαυμαστικό από τον ημερήσιο τύπο), γιατί στον άγνωστο για τους Έλληνες κόσμο της ακραίας υλικής σπάνεως, η γονική παροχή δεν γίνεται αντιληπτή ως προφανής υποχρέωση, αλλά ως ευεργεσία.

Διακόσιοι χιλιάδες πιτσιρικάδες της δεύτερης γενιάς μαζεύονται σε πλατείες, πίνουν χασίσια, κάνουν κατάληψη στα σχολεία τους, χρωστάνε στις μανάδες τους, ερωτεύονται και αλληλοϋποστηρίζονται, ζηλεύουν φοβούνται και μισούν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, αν και δίχως τις μπούκες. Ενηλικιώνονται συνειδητοποιώντας ότι «γι’ αυτούς δεν υπάρχει τίποτα». Οι μπάτσοι και τα υπουργεία τους είναι πλήρως ενήμεροι του γεγονότος. Και κάνουν τα κουμάντα τους. Όπως θα παρατήρησε όποιος παρακολουθεί τα γραφόμενα στον ημερήσιο τύπο, η «συμμορία με τα καλάσνικωφ» δεν γέννησε κοινωνιολογικές απορίες και αφιερώματα στη «δεύτερη γενιά». Δεν υπήρξε προβληματισμός για «τη νεολαία μας που κατρακυλάει στο έγκλημα». Δεν υπήρξαν ιδέες του είδους «να τους επιμορφώσουμε - να τους μελετήσουμε - να τους επιδοτήσουμε». Αντιγράφοντας πιστά -αν και σε μικροκλίμακα- την αντιμετώπιση της βρετανικής εξέγερσης του Αυγούστου, οι μπάτσοι και οι δημοσιογράφοι υπάλληλοί τους ρώτησαν «γιατί» και απάντησαν μόνοι τους: «Γιατί είναι Αλβανοί - άρα εγκληματίες - κι ας είναι και δεκαπέντε χρονών - στη φυλακή και λίγο είναι».

Σε αυτή την κοινωνία όλοι είναι ικανοποιημένοι με τέτοιες εξηγήσεις. Ξέρουν ότι δεν αφορούν τους δέκα «ληστές με τα Καλάσνικωφ», αλλά τους διακόσιους χιλιάδες νεαρούς εργάτες της δεύτερης γενιάς. Που, αν όλα πάνε κατά πώς τα θέλουν οι αρμόδιοι, θα αντιμετωπιστούν όπως επιβάλλουν οι νέες κρατικές θεωρίες περί μετανάστευσης. Όχι με το καρότο του κοινωνιολόγου, αλλά με το μαστίγιο του μπάτσου. Είναι μια προοπτική ζοφερή, που τη χτίσαμε όλοι μας πετραδάκι πετραδάκι είκοσι χρόνια τώρα. Αλλά γι’ αυτό το θέμα άλλη φορά.

 

 

 



[1] «Και οι Αλβανοί τι γίνανε;», Antifa #12, 5/2009. Στο antifascripta.net > προηγούμενα speaking.

[2] «Riot in the UK! Η βρετανική εξέγερση του Αυγούστου και οι πονηρές αναλογίες με το παρελθόν», Antifa # 26, 9/2011.