21 Σεπτεμβρίου, 2017

 

 

 


  
 

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
#56

6/2017

 

 

 

Θα το βρείτε σε βιβλιοπωλεία
και περίπτερα των εξαρχείων 
και σε αυτοδιαχειριζόμενους
κοινωνικούς χώρους.
[Αναλυτικά τα σημεία διακίνησης]


Για ταχυδρομική αποστολή του 
τρέχοντος ή παλαιότερων τευχών 
στείλτε mail στο
antifascripta@yahoo.com

 

 

 



 

ΞΑΝΑΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
 

Martin Lux
  ANTIFASCIST '77
Σύντομη ιστορία του
βρετανικού αντιφασισμού
σε πρώτο πρόσωπο (1970-1980)

από τις εκδόσεις antifa scripta
  Ιούνης 2017

 

 

 

 


 

   
Διάλειμμα, όχι για διαφημίσεις: Autonome antifa
τεύχος 26, 22/9/2011

Οι πρώτοι antifa πυρήνες δημιουργήθηκαν τον Χειμώνα του 2004 με συναισθηματικό καύσιμο την φρίκη. Στις 4 του Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς, ένα κανονικό πογκρόμ είχε εξαπολυθεί εναντίον των Αλβανών μεταναστών εργατών της χώρας. Το πογκρόμ ξετυλίχθηκε σχεδόν σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, είχε έναν επίσημο νεκρό και ίσως περισσότερους που δεν αναγνωρίστηκαν ποτέ, είχε και ευρύτατη λαϊκή συμμετοχή, είχε και κρατική συμμετοχή... απ' όλα είχε τέλος πάντων.

Η ιδέα για τη δημιουργία των πρώτων antifa πυρήνων προέκυψε από τον κλονισμό μας μπροστά σε αυτό το γεγονός. Λέγαμε ότι δεν θα μείνει μεμονωμένο, ότι μπορεί μεν να ξεχαστεί ιστορικά, αλλά δεν θα ξεχαστεί πρακτικά και πολιτικά, ότι θα επαναληφθεί με ακόμη χειρότερους όρους. Ότι ο φασισμός θα καλπάσει και ότι πρέπει να στηθούν δομές ικανές να τον αντιπαλέψουν. Η οργανωτική ιδέα πίσω από τους antifa πυρήνες ήταν η δημιουργία δομών μόνιμων στον χρόνο που θα πάλευαν τον ρατσισμό και τους φασίστες με έργα και με λόγια, δίχως την τροχοπέδη της ευκαιριακότητας, με όπλο την ίδια τους την μονιμότητα.

Δεν ξέρουμε αν ήταν αναμενόμενο ή όχι, αλλά οι antifa πυρήνες αντιμετώπισαν εξαρχής σκληρή κριτική. Ήταν μια κριτική που προερχόταν από την ιστορία του αντιεξουσιαστικού και ακροαριστερού χώρου της χώρας, όχι μόνο την πρόσφατη, αλλά πιθανότατα και την παλιότερη. Αυτή η ιστορία (και ο τρόπος που την έχουν χωνέψει οι ενδιαφερόμενοι) ήταν τέτοια που, σαν από θαύμα, η κριτική εναντίον των antifa πυρήνων μπορούσε να γίνεται από δύο σκοπιές εντελώς αντίθετες μεταξύ τους.

Σύμφωνα με την πρώτη σκοπιά λοιπόν, ο φασισμός δεν υπήρχε. Εκείνο που υπήρχε ήταν μόνο αυτό που στην Ελλάδα λέμε “φασίστες” και σε όσα ακολουθούν για καλύτερη κατανόηση θα ονομάζουμε “νεοναζί”. Κατά την πρώτη σκοπιά, οι νεοναζί ήταν κάτι κουρέλια του παρελθόντος, γραφικοί εξαιτίας της προσκόλλησής τους στον Αδόλφο, ελάχιστοι γιατί η εποχή τους είχε περάσει και γενικώς με δαύτους θα ασχοληθούμε μόνο αν μαχαιρώσουν κανέναν, οπότε και τους ξυλοφορτώνουμε με σχετική άνεση (αυτό ήταν αλήθεια) ή διαμαρτυρόμαστε στο κράτος για την αναβίωση “φαινομένων του παρελθόντος” (η αριστερή εκδοχή). Πάντως η μόνιμη ενασχόληση με τον αντιφασισμό δεν αξίζει τον κόπο, γιατί σήμερα (το 2004) τα προβλήματά μας είναι διαφορετικά. Όπως καταλαβαίνετε, συνειδητά ή όχι, αυτή η αντίληψη μεταξύ άλλων προϋπέθετε την επέλαση της παγκοσμιοποίησης, το τέλος του έθνους κράτους και άλλα τέτοια συγκινητικά.

Σύμφωνα με την δεύτερη σκοπιά τώρα, ο φασισμός ταυτιζόταν με τους νεοναζί. Οι νεοναζί με τη σειρά τους ήταν πολύ σοβαρό πράγμα για να αναθέτει κανείς την αντιμετώπισή του σε “πυρήνες”, δηλαδή ανοιχτές ομάδες που παρακωλύονται από την ανάγκη συζητήσεων, καθυστερούν σε προπαγανδιστικές διαδικασίες και βαραίνουν από την απειρία των νέων μελών τους. Οι νεοναζί είναι κομμάτι του παρακράτους (αυτό ήταν αλήθεια) και η αντιμετώπισή τους πρέπει να γίνεται με βασικό εργαλείο τη βία. Ο φασισμός (δηλαδή οι νεοναζί) είναι σχεδόν γραφικό να αντιμετωπίζεται με προπαγανδιστικές μεθόδους, με πολιτικό λόγο ή με θεωρητικές αναζητήσεις. Εκείνο που μετράει είναι η άσκηση της κατάλληλης βίας. Η βία όντως υπήρχε και σε πολλές περιπτώσεις αποδεικνυόταν εξαιρετικά αποτελεσματική. Αλλά ήταν πάντα κατά περίπτωση.

Υπήρχε και μια τρίτη σκοπιά, η σκοπιά εκείνων που έφτιαξαν τους πρώτους antifa πυρήνες. Σύμφωνα με εκείνη τη σκοπιά, ο φασισμός και οι νεοναζί δεν ήταν το ίδιο πράγμα. Οι νεοναζί ήταν περίπου αυτό που υποστήριζε η δεύτερη σκοπιά. Ο φασισμός από την άλλη, ήταν το ζοφερό επέκεινα των ταξικών κοινωνιών του 21ου αιώνα. Ο φασισμός ήταν ύπουλος και παραπλανητικός ως προς τη σημειολογία (δεν έχουν όλοι οι φασισμοί σβάστικα). Ο φασισμός, ως λαϊκή πανήγυρη με κρατικό σπόνσορα, όπως δηλαδή είχε εκφραστεί στο πογκρόμ του 2004, θα μπορούσε ακόμη και να κυριαρχήσει. Τότε, αυτό που λέμε “νεοναζί” θα ήταν απλά η οπισθοφυλακή. Σύμφωνα με τις τότε γνώμες μας, η μέθοδος αντιμετώπισης του φασισμού έπρεπε να είναι η θεωρητική και πρακτική εστίαση σε αυτό που λέμε “νεοναζί”, αλλά μόνο καταρχήν: μας φαινόταν πως η συστηματική ενασχόληση με τους νεοναζί (την οπισθοφυλακή) ήταν ο πολιτικός και οργανωτικός δρόμος μέσω του οποίου θα φτιάχνονταν δομές ικανές να καταλάβουν και να αντιμετωπίσουν το γενικό φαινόμενο: τον φασισμό που θα ερχόταν.

Δεν υποστηρίζουμε ότι η δική μας σκοπιά αποδείχθηκε σωστή και οι άλλες λάθος. Καί οι τρεις ήταν παιδιά των καιρών τους και όπως όλες οι πολιτικές αντιλήψεις, στα χρόνια που ακολούθησαν χρειάστηκε να αναμετρηθούν με τις αδυναμίες των πραγματικών ανθρώπων που τις υποστήριζαν και με τις απαιτήσεις του ταξικού πολέμου. Επίσης όπως όλες οι πολιτικές αντιλήψεις, σήμερα, επτά χρόνια αργότερα, όπως και κάθε μέρα, πρέπει να είναι σε θέση να κάνουν τον απολογισμό τους.

Για να μιλήσουμε για τη δική μας αντίληψη των πραγμάτων, θα λέγαμε ότι το βασικό μας πρόβλημα ήταν υποκειμενικό. Τα υποκείμενα που έφτιαξαν τους πρώτους antifa πυρήνες έπασχαν από τις κλασικές ασθένειες που μαστίζουν τέτοια εγχειρήματα: διανοητική ένδεια και συναισθηματικό overdose. Κατά συνέπεια, η διάκριση μεταξύ του φασισμού από τη μια και των νεοναζί από την άλλη, ήταν πολύ περισσότερο διαισθητική και πολύ λιγότερο αναλυτική απ' όσο θα έπρεπε. Εκείνοι που έφτιαξαν τους πρώτους antifa πυρήνες πίστευαν ότι ο φασισμός θα ερχόταν, δυσπιστούσαν ξεροκέφαλα μπροστά σε κάθε έννοια καπιταλιστικής προόδου, ήταν αμετανόητα απαισιόδοξοι, άρα πεισματικά άπιστοι απέναντι σε κάθε θριαμβευτική αφήγηση και ήταν άνθρωποι που καταλάβαιναν την αξία της αυτόνομης οργάνωσης, του λόγου και της προπαγάνδας όσο ήταν δυνατό για ανθρώπους του α/α χώρου. Αυτά ήταν τα δυνατά τους σημεία. Από την άλλη όμως, τους έλειπαν τα θεωρητικά εργαλεία, οι απαιτούμενες μεθοδολογίες και η ιστορική συνείδηση που απαιτούνταν για να συνδέσουν τον φασισμό με τον καπιταλισμό.

Μπορεί κάτι τέτοια να φαίνονται γράμματα ψιλούλια και θεωρητικούλια. Είχαν όμως πρακτικές επιπτώσεις. Στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας των antifa πυρήνων, εκτός από τα θετικά σημεία στα οποία έχουμε αναφερθεί αλλού[1], αποτύχαμε να κάνουμε αυτό που προαναγγέλλαμε, δηλαδή να συνδέσουμε τους νεοναζί με την πραγματική γενική κατάσταση της οργάνωσης των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων στην Ελλάδα. Αποτύχαμε να φανταστούμε ρεαλιστικά την πιθανότητα ανάληψης φασιστικών πρωτοβουλιών από το κράτος. Αποτύχαμε να συνδέσουμε την εξωτερική πολτική του ελληνικού κράτους με τον φασισμό. Γενικά θα λέγαμε ότι αποτύχαμε, όχι να καταλάβουμε, αλλά να νιώσουμε στο πετσί μας εγκαίρως και να πείσουμε και άλλους ότι ο φασισμός ήταν ήδη εδώ.  Μείναμε στους νεοναζί πολύ περισσότερο απ' όσο είχαμε την πολυτέλεια. Όπως λέει κι ένας σύντροφος, “μείναμε προσκολλημένοι στο “fan” του πράγματος και χάσαμε τον ζόφο”.[2]

Σε τελική ανάλυση, όλα κινούνται γύρω από τον ορισμό του φασισμού. Το ίδιο το όνομα “antifa” δείχνει τον προσδιορισμό μας μέσα από μια αντίθεση. Και οποιοσδήποτε προσδιορίζεται από μια αντίθεση είναι καταδικασμένος να αντιμετωπίζει τον κίνδυνο του ετεροπροσδιορισμού. Είναι αυτό που μας καταλόγιζε η αριστερή αντίληψη: “καπιταλισμός δεν είναι οι νεοναζί stupid!”. Οι αριστεροί βέβαια έχουν τους λόγους τους να λένε τέτοια πράγματα, λόγους που σχετίζονται με την κρατική τους προσκόλληση και την ανύπαρκτη σχέση με τη βία. Αλλά το ζήτημα παραμένει, ο καπιταλισμός όντως δεν είναι οι νεοναζί και όποιος επιλέγει να ονομάζεται antifa κινδυνεύει να χάσει αυτό το λεπτό σημείο. Αν νομίζουμε ότι η δική μας αντίληψη των πραγμάτων υπερείχε σε κάτι σε σχέση με τις υπόλοιπες, είναι γιατί είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί αυτό το πρόβλημα και να δουλέψει για να το ξεπεράσει. Πιο πολύ από διαίσθηση παρά από γνώση, γνωρίζαμε ότι η αντίθεση βάσει της οποίας είχαμε ονομαστεί δεν ήταν όποια κι όποια. Ότι μπορεί να αποδειχθεί, εμπειρικά, ιστορικά και θεωρητικά, πως ο φασισμός είναι ένα από τα ονόματα του καπιταλισμού και μάλιστα το πλέον επίκαιρο όνομα για τους καιρούς μας. Ότι ακριβώς επειδή οι καιροί μας είναι τέτοιοι, ο αντιφασισμός, όχι μόνο δεν οδηγεί στον ετεροπροσδιορισμό, αλλά σήμερα περισσότερο από ποτέ είναι ένα από τα ελάχιστα θετικά προτάγματα που απομένουν. Ότι είναι ένα από τα ονόματα της προλεταριακής αυτονομίας, ίσως μάλιστα το πλέον επίκαιρο για τους καιρούς μας.

Η ιστορία αυτού του περιοδικού, οι αλλαγές της μορφής και του περιεχομένου του που οι προσεκτικότεροι θα έχουν εντοπίσει να συμβαίνουν εδώ και λίγα χρόνια, οι εκδόσεις που επιλέγουμε, είναι όλα τους δεμένα με αυτή τη σταδιακή συνειδητοποίηση. Η δουλειά που γίνεται εδώ, όπως και όσο γίνεται, στοχεύει να ορίσει τον φασισμό με έναν τρόπο που δεν συνηθίζεται. Να αποδείξει ότι καλά θα κάνουμε να αντιλαμβανόμαστε τον φασισμό σαν τον καπιταλισμό στην εποχή της κρίσης, σαν ειδικές και έκτακτες μεθόδους αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης τυλιγμένες με το πιο σιχαμερό ιδεολογικό περιτύλιγμα. Συνεπώς να αντιλαμβανόμαστε τον αντιφασισμό σαν το άλλο όνομα της προλεταριακής αυτονομίας. Και να τον εξασκούμε αναλόγως.

Η έκδοση που κυκλοφορούμε καθώς διαβάζετε αυτές τις γραμμές είναι ένα βιβλίο του Sergio Bologna με τίτλο “Ναζισμός και Εργατική Τάξη: Κρίση, Κράτος Πρόνοιας και Αντιφασιστική Βία στη Γερμανία του Μεσοπολέμου”. Σε εμάς έχει φανεί εξαιρετικά χρήσιμο για τους σκοπούς που περιγράψαμε παραπάνω. Ελπίζουμε το ίδιο να αποδειχθεί και για άλλους.

1. Δες το “Διάλειμμα για διαφημίσεις”, Antifa: πόλεμος ενάντια στο φόβο, #16, 4/2010.

2. Υπάρχουν βέβαια και ακόμη πιο συγκεκριμένα παραδείγματα για το τι παθαίνει όποιος μένει προσκολημμένος στο “fan”. Θα αρκεστούμε σε ένα: η “ανακάλυψη” του ρόλου της νομοθεσίας, η “αποκάλυψη”, (σε εισαγωγικά γιατί ήταν τέτοιες μόνο για αδαείς) ότι το κράτος μεθοδευμένα παρανομοποιεί κομμάτια της εργατικής τάξης και οι συντριπτικές σχετικές επιπτώσεις στη μορφή των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, θα μπορούσε να έχει ημερομηνία 1991. Αλλά δεν έχει καν ημερομηνία 2004. Έχει ημερομηνία 2008.