20 Σεπτεμβρίου, 2017

 

 

 


  
 

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
#56

6/2017

 

 

 

Θα το βρείτε σε βιβλιοπωλεία
και περίπτερα των εξαρχείων 
και σε αυτοδιαχειριζόμενους
κοινωνικούς χώρους.
[Αναλυτικά τα σημεία διακίνησης]


Για ταχυδρομική αποστολή του 
τρέχοντος ή παλαιότερων τευχών 
στείλτε mail στο
antifascripta@yahoo.com

 

 

 



 

ΞΑΝΑΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
 

Martin Lux
  ANTIFASCIST '77
Σύντομη ιστορία του
βρετανικού αντιφασισμού
σε πρώτο πρόσωπο (1970-1980)

από τις εκδόσεις antifa scripta
  Ιούνης 2017

 

 

 

 


 

   
Άτυπη ιεραρχία
τεύχος 25, 8/7/2011

Το θέμα της “άτυπης ιεραρχίας” είναι από τα αγαπημένα του αντιεξουσιαστικού χώρου τουλάχιστον από τη δεκαετία του '90. Το συνηθισμένο περιεχόμενο της σχετικής επιχειρηματολογίας έχει ως εξής: οι αυτοοργανωμένες ομάδες, είναι μόνιμες στο χρόνο, οπότε τα άτομα που τις αποτελούν υιοθετούν παγιωμένες συμπεριφορές αρμοδιότητες και λειτουργίες (“ρόλους”). Αυτό με τη σειρά του οδηγεί στη δημιουργία ατόμων με περισσότερο και λιγότερο “κύρος” στο εσωτερικό των ομάδων. Έπειτα τα άτομα με “κύρος” αποκτούν και σχέσεις μεταξύ τους. Και τελικά στο εσωτερικό των αυτοοργανωμένων ομάδων εμφανίζονται ιεραρχίες που δεν έχουν και πολλά να ζηλέψουν από τις κομματικές τους αντίστοιχες. Η μοναδική τους διαφορά είναι πως ετούτες εδώ είναι “άτυπες”, εγκαθιδρύονται δηλαδή δίχως εκλογές και δίχως να υπάρχει κάποια εσωτερική οργανωτική δομή αναγνωρισμένη από όλους. Οπότε η κατάσταση είναι εμφανώς χειρότερη από κόμμα. Γιατί ενώ τα κόμματα δεν παρουσιάζονται ως κάτι άλλο από αυτό που είναι στους νεοεισερχόμενους, οι δομές της άτυπης ιεραρχίας παραμένουν κρυφές έως ότου να είναι πολύ αργά.

Ο αντιεξουσιαστικός χώρος ασχολείται καιρό τώρα με το ζήτημα όπως με όλα τα αγαπημένα του: ευκαιριακά, αλλά με μια επίμονη κυκλικότητα. Από καιρό σε καιρό όλο και κάποιος θυμάται να θέσει το ζήτημα του “κύρους” και της “άτυπης ιεραρχίας”· τότε βαθιά περισυλλογή κατακλύζει τα μέλη της εκάστοτε ομάδας και ηρωικές προτάσεις ακούγονται. Οι γενικολογίες του είδους “πρέπει να ξεπεράσουμε τους ρόλους μας” ανακυκλώνονται σε τρίωρες κουβέντες, ενώ η πιο δημοφιλής κατάληξη της σχετικής συζήτησης, είναι εκείνη που εμείς ακούσαμε για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια ανοιχτής εκδήλωσης του 1997 όταν οι διοργανωτές κάλεσαν, ούτε για πρώτη ούτε για τελευταία φορά, όσους είχαν παραπάνω να πουν ή παραπάνω να προσφέρουν, “να κάνουν και λίγο κράτει” και να περιμένουν και τους υπόλοιπους συντρόφους που δεν είχαν και τόσο πολλά να πουν ή να προσφέρουν.

Με λίγα λόγια, κατέληγαν και καταλήγουν οι σχετικές συζητήσεις, πρέπει να υποταχθούμε όλοι στους ρυθμούς που καθορίζονται από το μίνιμουμ  των διαθέσεων και των δεσμεύσεων. Αυτό που έχουμε εδώ είναι από τη μια η διεκδίκηση ενός “δικαιώματος στην τεμπελιά” ala movimento, δημοφιλέστατη, καθότι εξαιρετικά ταιριαστή με μια από τις (συνήθως) άρρητες, παρόλ' αυτά βασικές, εμπειρίες της συμμετοχής στον αντιεξουσιαστικό χώρο των νοτίων βαλκανίων και όχι μόνο: την καλοπέραση με όσο το δυνατόν λιγότερο κόστος. Και από την άλλη αφέλεια απύθμενη: Γιατί κανείς δεν μπορεί να περιμένει από τον άτυπο αρχηγό και τους παρατρεχάμενούς του να αυτοσυγκρατηθούν, να παραιτηθούν δηλαδή μόνοι τους από την εξουσία τους, εκτός πια κι αν τους αναγνωρίζει μια ανιδιοτέλεια που αν την είχαν δεν θα ήταν άτυποι αρχηγοί, άσε που και να υπάρχει, κανείς δεν εγγυάται πως θα είναι μόνιμη.

Εν τω μεταξύ βέβαια, το ζήτημα της άτυπης ιεραρχίας, ταιριάζει μεν μια χαρά με τους αυτισμούς της “ενασχόλησης με την καθημερινότητα” που τόσο της μόδας γίνονται μεταξύ εκείνων που δεν καταλαβαίνουν γρι από τον πραγματικό κόσμο, αλλά με μια ορισμένη μορφή δεν είναι καθόλου άκυρο. Αντιθέτως ήταν και είναι ένα πρόβλημα παρόν και καίριο για κάθε προσπάθεια αυτοοργάνωσης. Ας ακούσουμε τι λέει σχετικά μια φωνή από το παρελθόν:

Το πρώτο λάθος ήταν η συγκρότηση μιας κεντρικής επιτροπής πολιτοφυλακών (...) Οι επιτροπές και ένας αριθμός από επώνυμους αγωνιστές αντικατέστησαν τη βάση και έδρασαν στο όνομά της χωρίς να τη συμβουλευτούν (...) Γιατί όμως η βάση της CNT και της FAI δεν αντέδρασε παραμερίζοντας όσους δεν σεβάστηκαν την αρχή της εκπροσώπησης; Για να απαντηθεί αυτή η ερώτηση πρέπει να ρίξουμε μια ματιά στην πορεία της CNT από το 1931 έως το 1936. Εκείνη την εποχή αναπτύχθηκε στη CNT ένας αριθμός “φυσικών ηγετών”. Είναι ένα είδος ηγετών που χρειάζεται μελέτη, γιατί δεν αποκόμιζαν κανένα όφελος, δεν είχαν προνόμια, μόνο υποχρεώσεις. Ο φυσικός ηγέτης έπρεπε να ξυπνάει στις 6 το πρωί και αφού εκπλήρωνε τη βάρδια του στη μισθωτή σκλαβιά, είχε να κάνει ένα βουνό από δουλειές για την οργάνωση. Του έδιναν σωρούς από προπαγανδιστικό υλικό χωρίς περισσότερη βοήθεια από ένα “κάνε ό,τι μπορείς” και στη συνέχεια του ζητούσαν και το λόγο γι' αυτό το “ό,τι μπορείς”. Σταδιακά η οργάνωση δεν τον αντιμετώπιζε σαν ένα πρόσωπο, αλλά σαν ένα όργανο. Απαιτούνταν η υπευθυνότητα του αγωνιστή, ο οποίος, στο όνομα αυτής της υπευθυνότητας έπρεπε να αποδέχεται τις αποφάσεις της οργάνωσης. Στην ουσία λειτουργούσαν με τη μεθοδολογία ενός κόμματος. Χωρίς να είναι κόμμα. Όλα αυτά είναι πολύ δύσκολο να αναλυθούν και να κατανοηθούν. Πάντως, στη βάση όλων αυτών υπήρχε η εμπιστοσύνη στην ακεραιότητα του αγωνιστή. Όσο πιο γνωστός, τόσο περισσότερη εμπιστοσύνη (...)[1] 

Παρότι αναρχικός, ο Paz επικεντρώνεται στο είδος και την ποσότητα της εργασίας που αναλώνεται έξω από τις καπιταλιστικές σχέσεις για λογαριασμό του κινήματος. Και λέει: είναι αυτή η εργασία, αυτή η πρωτοβουλία, αυτή η αφοσίωση που συσσωρεύθηκε για χρόνια στον λογαριασμό μιας άτυπης ηγεσίας. Και είναι αυτή η ηγεσία που την κρίσιμη στιγμή αποφάσισε να επισημοποιήσει τον εαυτό της και να καταργήσει την αυτοοργάνωση. Η “βάση” που επί σειρά ετών, όχι μόνο εθίστηκε να παίρνει εντολές από την κορυφή, αλλά και αποδέχθηκε να συσσωρεύει την εργασία της για λογαριασμό της κορυφής, τελικά αναγνώρισε την κορυφή και τυπικά.

Φυσικά είναι άλλο πράγμα ο αγώνας ζωής και θανάτου του ισπανικού προλεταριάτου και άλλο πράγμα η κατάσταση της ελληνικής αντεξουσίας τη δεκαετία του '90, ή σήμερα. Παρόλ' αυτά, ορισμένες σταθερές παραμένουν. Όπως για παράδειγμα εκείνο που αδυνατεί να συνειδητοποιήσει ο γέροντας της αναρχίας, ακόμη και χρόνια μετά από τα επεισόδια που συζητάει στο βιβλίο του: ότι στις ταξικές κοινωνίες δεν υπάρχει αυτό το πράγμα που λέγεται “κανένα όφελος”. Γιατί στις ταξικές κοινωνίες, η εξουσία δεν είναι το αφηρημένο πράγμα που βρίσκουμε να πρωταγωνιστεί στις συζητήσεις περί άτυπων ιεραρχιών. Η εξουσία δεν είναι βλέμματα, πόζες, μακρόσυρτες τοποθετήσεις, αστειάκια με τα οποία όλοι γελάνε και ανδρισμός δίχως όρια, αυτά είναι μόνο τα επιφαινόμενα. Στις ταξικές κοινωνίες η εξουσία πηγάζει από και εκφράζεται σαν υλικός έλεγχος πάνω στη συλλογική εργασία και τα αποτελέσματά της. Και εδώ βρίσκεται ένα πολύ ενδιαφέρον κομμάτι τής κατά τα άλλα ονειροπαρμένης συζήτησης περί “άτυπης ιεραρχίας”: δείχνει, ή θα μπορούσε να δείχνει, τη διαδικασία κατά την οποία η συλλογική εργασία, ενώ υποτίθεται πως συσσωρεύεται για λογαριασμό του κινήματος, τελικά γίνεται αντικείμενο ατομικής οικειοποίησης.

Για όποιον επιπλέον αντιλαμβάνεται ότι αυτή η συλλογική συσσώρευση εργασίας για λογαριασμό του κινήματος (η αυτοαξιοποίηση των Ιταλών αυτόνομων) είναι η μοναδική διαδικασία μέσω της οποίας μπορεί να υπάρξει η προλεταριακή αντίθεση στη σχέση κεφάλαιο, το ζήτημα της άτυπης ιεραρχίας παρουσιάζεται σαν ένα από τα πλέον κρίσιμα. Από τη μια είμαστε αναγκασμένοι να οργανώσουμε συλλογικά την εργασία μας ενάντια στη σχέση κεφάλαιο. Κάθε μορφή συλλογικής οργάνωσης είναι και ταυτόχρονα δομή συλλογικής οργάνωσης της εργασίας. Από την άλλη η ίδια αυτή η συσσώρευση της εργασίας μπορεί τελικά να καταντήσει ατομική ιδιοκτησία του κάθε άτυπου αρχηγού και των παρατρεχάμενών του.

Σε αυτό το πολύ υλικό ζήτημα, υπάρχουν μόνο τρεις ρεαλιστικές διέξοδοι, καμία από τις οποίες δεν είναι η αόριστη γκρίνια ή η προσφυγή σε αφηρημένους αυτοθαυμασμούς του είδους “εμπιστοσύνη στην προλεταριακή ηθική” (ενν. του άτυπου αρχηγού). Γιατί η γκρίνια είναι για όσους δεν έχουν πρόθεση να κάνουν τίποτα, ενώ η προλεταριακή ηθική, τότε που υπήρχε, δεν ήταν ατομικό ζήτημα, αλλά ζήτημα συλλογικής επιβολής στα καπρίτσια του ατόμου (εν προκειμένω στα καπρίτσια του άτυπου αρχηγού και των παρατρεχάμενων).

Τρεις λύσεις λοιπόν. Η πρώτη είναι η πιο εύκολη και γι' αυτό η πιο δημοφιλής: βουβή αποδοχή της άτυπης ιεραρχίας. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, η “βάση” συμφιλιώνεται τις πηγές της άτυπης ιεραρχίας, που δεν είναι άλλες από την δική της ανεπαρκή δέσμευση και αφοσίωση, συμφιλιώνεται μαζί τους και μαζί συμφιλιώνεται με την ύπαρξη άτυπων αρχηγών. Οπότε τουλάχιστον όλοι μαζί γλυτώνουν από τη σχετική γκρίνια και τους λοιπούς άκαρπους προβληματισμούς. Το κακό είναι ότι οι άτυποι αρχηγοί, όταν ο κόμπος φτάνει στο χτένι, όταν π.χ “κινδυνεύει η προλεταριακή οργάνωση”, πράγμα που συμβαίνει κυρίως όποτε αμφισβητούνται, δεν διστάζουν να χρησιμοποιήσουν την εξουσία τους. Τότε τα πράγματα γίνονται δύσκολα, γιατί όσο πιο άτυπη η ιεραρχία, τόσο πιο ανεξέλεγκτη η εξουσία και όσο σοβαρότερη η οργάνωση τόσο ισχυρότερη η εξουσία (μην ξεχνάμε: μέτρο της εξουσίας του άτυπου αρχηγού είναι η ποσότητα συλλογικής εργασίας που διαφεντεύει). Το ακόμη χειρότερο είναι ότι η “βάση”, με το παράδειγμα του αρχηγού να δείχνει το δρόμο, εγκαθιδρύει απαράλλακτα τις δικές της άτυπες μικροϊεραρχίες με καύσιμο ό,τι μπορεί να βρει ο καθένας, από τη φυσική εμφάνιση μέχρι το φύλο και από την ευχάριστη προσωπικότητα μέχρι την εγγύτητα στον άτυπο αρχηγό. Καθώς μάλιστα οι μεν (άτυπες εξουσίες) προϋποθέτουν και τροφοδοτούν τις δε, η κατάσταση γρήγορα εξελίσσεται σε φαύλο κύκλο διαπροσωπικών σχέσεων όχι της καλύτερης ποιότητας, ευχάριστο μεν για τους συμμετέχοντες, άσχετο δε με την ταξική πάλη.

Η δεύτερη είναι βελτιωμένη εκδοχή της πρώτης: τυπική αποδοχή της άτυπης ιεραρχίας και μετατροπή σε ιεραρχική οργάνωση. Εδώ, πάλι η “βάση” συμφιλιώνεται με τις πηγές του κακού, αλλά τουλάχιστον επιδιώκει να διαμορφώσει κάποιες τυπικές δομές ελέγχου του αρχηγού, κάποιες κοινά αποδεκτές μεθόδους αντικατάστασής του και κάποιες βαλβίδες περιορισμού της εξουσίας του. Δυστυχώς, αυτή η εκδοχή, παρότι απεριόριστα πιο τίμια και ασφαλής από την προηγούμενη, ουδέποτε έχει εφαρμοστεί στην πράξη, για προφανείς λόγους αντιεξουσιαστικού πρεστίζ.

Η τρίτη είναι η πιο αόριστη. Ξεκινώντας ξανά από τη συνειδητοποίηση των πραγματικών πηγών της άτυπης ιεραρχίας (την ατομικά ελλειπή δέσμευση στους κοινούς σκοπούς), η “βάση” προσπαθεί να διαμορφώσει συλλογικούς τρόπους ακύρωσης της άτυπης ηγεσίας με τον μόνο τρόπο που είναι δυνατό. Αρνούμενη να αφεθεί στις βουλές των άτυπων αρχηγών, όχι στα λόγια, αλλά κατασκευάζοντας ταυτόχρονα τις προϋποθέσεις ώστε η άρνησή της να έχει υλικό αντίκρυσμα. Είναι ένας δύσκολος δρόμος που ξεκινάει από την ατομική εργασία και αφοσίωση και συνεχίζει στη συνειδητοποίηση των συλλογικών δυνατοτήτων της ανθρώπινης εργασίας. Και φυσικά δεν είναι δίχως εμπόδια. Εννιά στις δέκα φορές η άτυπη εξουσία θα αντιδράσει με λύσσα. Διόλου παράξενο. Γιατί όπως κάθε εξουσία πάνω στην εργασία και τη ζωή των άλλων, έτσι και οι “άτυπες”, πρώτα και κύρια φοβούνται την ακύρωσή τους. Ακόμη περισσότερο στους καιρούς της κρίσης.

[1]. Abel Paz, Ταξίδι στο Παρελθόν, Άλφα, 1996, σελ. 66.