21 Σεπτεμβρίου, 2017

 

 

 


  
 

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
#56

6/2017

 

 

 

Θα το βρείτε σε βιβλιοπωλεία
και περίπτερα των εξαρχείων 
και σε αυτοδιαχειριζόμενους
κοινωνικούς χώρους.
[Αναλυτικά τα σημεία διακίνησης]


Για ταχυδρομική αποστολή του 
τρέχοντος ή παλαιότερων τευχών 
στείλτε mail στο
antifascripta@yahoo.com

 

 

 



 

ΞΑΝΑΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
 

Martin Lux
  ANTIFASCIST '77
Σύντομη ιστορία του
βρετανικού αντιφασισμού
σε πρώτο πρόσωπο (1970-1980)

από τις εκδόσεις antifa scripta
  Ιούνης 2017

 

 

 

 


 

Σιγά μην είναι πέντε τοις εκατό!
τεύχος 20, 15/12/2010

Όπως είπε κι ένας σύντροφος πρόσφατα, η πιο κατάλληλη ώρα για να μιλήσει κανείς για τον Άγιο Παντελεήμονα θα είναι όταν κανείς δεν θα τον θυμάται. Και για τον Άγιο Παντελεήμονα δεν ξέρουμε, αλλά μας φαίνεται πως την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, το ζήτημα της εκλογικής επιτυχίας των νεοναζί στις δημοτικές εκλογές είναι ήδη ξεχασμένο. Από τη μια, μας τσούζει λιγάκι που το λέμε, αλλά τέτοιου είδους λησμονιές δεν μας στεναχωρούν. Καλύτερα τα “φοβερά γεγονότα” της επικαιρότητας να ξεχνιούνται παρά να μένουν να τυραννούν ανθρώπους που δεν μπορούν να τα καταλάβουν. Από την άλλη όμως ανησυχούμε. Γιατί μας φαίνεται πως είναι αυτή η αδυναμία κατανόησης που στρώνει το δρόμο για τα χειρότερα.

Ό,τι και να λέμε εμείς πάντως, ετούτη εδώ η κοινωνία καταλαβαίνει την έννοια της “μεταβολής των κοινωνικών τάσεων”, όπως τα άτομα που την αποτελούν καταλαβαίνουν τις δικές τους διανοητικές διεργασίες, δηλαδή σαν απότοκο της στιγμής και σαν “αυθόρμητο”. Όπως κατεβαίνει στο κεφάλι του καταναλωτή να αγοράσει τσίχλες εκεί που σπρώχνει το καρότσι του, έτσι ο ίδιος καταναλωτής καταλαβαίνει πως λαμβάνουν χώρα “οι κοινωνικές μεταβολές”: από τη μια μέρα στην άλλη, δίχως εμφανές αίτιο πέρα από την “έμπνευση της στιγμής”. Ή καλύτερα με μοναδικό αίτιο κάποιου είδους “αυτόματες και λογικές κοινωνικές αντιδράσεις”. Η κυβέρνηση περνάει “αντιλαϊκά μέτρα”; Η κοινωνία “θα εξεγερθεί”! Οι μικροαστοί βλέπουν “ξένους” κάτω από τα σπίτια τους και σκιάζονται; Θα ψηφίσουν τους φασίστες!

Στην πραγματικότητα βέβαια, στις όμορφες μεταφυσικές κοινωνίες μας, ούτε καν οι αγορές τσίχλας δεν καθορίζονται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Για να συμβεί το μεγάλο κατόρθωμα της αγοράς τσίχλας, πρώτον και σημαντικό οι ειδικοί της χωροταξίας πρέπει να έχουν προνοήσει να βάλουν τις τσίχλες δίπλα στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, αλλά δεύτερον και σημαντικότερο πρέπει σε αυτό το ταμείο να καταφθάσει εκείνη η ειδική στιγμή της κοινωνικής ζωής που λέγεται “καταναλωτής”, μια στιγμή που για να προκύψει έχουν χρειαστεί βαθύτατες κοινωνικές αλλαγές που εξελίσσονταν επί δεκαετίες, όχι δίχως να χυθεί αίμα.

Η μαγεία -και το λέμε με την κυριολεκτική, αρνητική, ανορθολογική έννοια- των κοινωνιών του ώριμου καπιταλισμού είναι ότι μπορούν να αντιλαμβάνονται διεργασίες όπως η άνοδος του φασισμού με τους ίδιους όρους που αντιλαμβάνονται την αγορά τσίχλας. Δηλαδή όχι σαν ιστορική μεταβολή, αλλά σαν άνοδο και πτώση των ποσοστών στα γκάλοπ, σαν άθροισμα ατομικών πράξεων, σαν αυτόματες αντιδράσεις σε μεμονωμένα ερεθίσματα. Οι κοινωνίες μας είναι μαγικές γιατί έχουν μάθει να ξεχνούν την ιστορία τους σαν ιστορία των κοινωνικών σχέσεων από τις οποίες αποτελούνται.

Το εκλογικό ποσοστό της Χρυσής Αυγής έγινε αντιληπτό με τέτοιους μαγικούς όρους. Ένα “πρόβλημα” που εξελίσσεται εδώ και δύο χρόνια - μετατρέπει κάποιους Έλληνες σε ρατσιστές - που καταφεύγουν σε “ακραίες λύσεις” - οι οποίες, κακά τα ψέματα, πλασάρονται από τα μμε - αλλά μη φοβάστε - γιατί μαζί αυξάνουν και τα ποσοστά της άκρας αριστεράς!

Φυσικά το πρόβλημα της κάθε είδους μαγείας είναι ότι αργά ή γρήγορα αναγκάζεται να έρθει αντιμέτωπη με την πραγματικότητα. Και η πραγματική ιστορία του ελληνικού φασισμού μέχρι στιγμής είναι η εξής: στο τέλος του ψυχρού πολέμου το ελληνικό κράτος βρέθηκε με την πλευρά των νικητών. Για ανταμοιβή μετατράπηκε από μόλις εκδημοκρατισμένη και μισοχρεοκοπημένη στρατιωτική δικτατορία σε χώρα υποδοχής μεταναστών. Γνωρίζοντας καλά τις διεθνείς τάσεις περί του ζητήματος, το ελληνικό κράτος κανόνισε οι μετανάστες εργάτες που περνούσαν τα σύνορα να είναι “χωρίς χαρτιά”. Αυτή η τεχνητή παρανομία έφερε τους μετανάστες εργάτες ανυπεράσπιστους μπροστά στους μπάτσους και τους “νόμιμους εργοδότες”. Οι “νόμιμοι εργοδότες” από τη μεριά τους, όχι μόνο πολλαπλασιάστηκαν σαν τους κούνελους, αλλά αντιμέτωποι με το μεγάλο ζήτημα “πως βγάζεις λεφτά από εργάτες που τους κυνηγάει η αστυνομία” έμαθαν γρήγορα πώς να είναι μαφίες. Οι μπάτσοι, αντιμέτωποι με το ίδιο ζήτημα, έμαθαν γρήγορα πώς βγάζεις λεφτά από τις μαφίες. Ταυτόχρονα οι μαφίες, προϋπάρχουσες και νεοδημιούργητες, απέκτησαν πολιτική ισχύ, άκρες με την αστυνομία που φτάνουν μέχρι τα επίπεδα της ταύτισης και ταυτόχρονα μια πολύτιμη κοινωνική δικαιολόγηση ενσαρκωμένη στο σλόγκαν “ας κερδίσει ο δυνατότερος, δηλαδή ο πλουσιότερος”. Αυτές οι μεταβολές εξελίσσονταν για δέκα χρόνια δίχως να τις καταλάβει κανείς ή σχεδόν κανείς. Και μετά το ελληνικό κράτος χώθηκε σε έναν πόλεμο που δεν είναι τοπικός, αλλά παγκόσμιος. Αυτός ο πόλεμος, σαν οργανωμένη επιχείρηση εξόντωσης τριτοκοσμικών δημιούργησε νέα, ακόμη πιο τεράστια κύματα μετανάστευσης. Νέοι παράνομοι εργάτες που φτάνουν στα ελληνικά σύνορα και αντιμετωπίζουν ένα έμπειρο κράτος και μια έμπειρη κοινωνία, κοινωνικές σχέσεις που έχουν ήδη φτιαχτεί γύρω από το μεγάλο ζήτημα “πως βγάζεις λεφτά από εργάτες που τους κυνηγάνε οι μπάτσοι”. Σήμερα η ελληνική διαχείριση των μεταναστών εργατών έχει αναχθεί σε επιστήμη. Είναι η επιστήμη των συνόρων, της στρατιωτικής διαχείρισης της εργασίας, της διαρκούς ανακύκλωσης εργατών γύρω από ένα ποινικό - κατασταλτικό - μαφιόζικο σύμπλεγμα. Σήμερα αυτή η επιστήμη καλείται να διαχειριστεί το ίδιο ζήτημα σε περιβάλλον παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και το κάνει με τους τρόπους που γνωρίζει καλά, με τους τρόπους που της επιτρέπει η καθολική απουσία ταξικού ανταγωνισμού. Το πιο εμφανές παράδειγμα αυτών των τρόπων είναι το “πρόβλημα” του κέντρου της Αθήνας, το στρατόπεδο συγκέντρωσης παρανομοποιημένων εργατών που έχει στηθεί με σχέδιο εκεί και η πληθώρα των συμφερόντων που διαγκωνίζονται γύρω του. Αλλά δεν είναι το μοναδικό.

Α, ναι. Και μέσα σε όλα αυτά μια ολιγομελής κρατική οργάνωση ναζιστών πρακτόρων πήρε πέντε τοις εκατό στις δημοτικές εκλογές. Θα λέγαμε πως, δεδομένων των υπόλοιπων όψεων των κοινωνικών εξελίξεων, η επικέντρωση του ενδιαφέροντος σε αυτό το μηδαμινό εκλογικό γεγονός είναι μάλλον ανακουφιστική. Ανακουφίζει από το βάρος του φασισμού που χτίζεται γύρω μας, στενεύει το κοινωνικό πλάτος του και κυρίως μας καθιστά τυφλούς στα προφανή επόμενα βήματά του. Ο ελληνικός φασισμός του εικοστού πρώτου αιώνα είναι ένα πλατύ εγχείρημα στρατιωτικής οργάνωσης της εργασίας. Η κοινωνική συμμετοχή σε αυτή τη στρατιωτική οργάνωση της εργασίας είναι ευρεία και ψυχωμένη. Αλλά πάνω από αυτή την οργάνωση της εργασίας, χρόνια τώρα, στέκει το ελληνικό κράτος. Που όσο περνάει ο καιρός τόσο θα εμπλέκεται και πιο ενεργητικά στα τεκταινόμενα, σαν μπάτσοι και σαν μυστικές υπηρεσίες, σαν υπουργεία και σαν νόμοι, σαν ΜΚΟ και σαν επιδοτήσεις.

Όποιος έχει μάτια βλέπει: Την οργάνωση του ελληνικού φασισμού δεν την έχει αναλάβει κάποια αφερέγγυα οργανωσούλα πρακτόρων, αλλά το ελληνικό κράτος. Δεν την ανέλαβε σήμερα, αλλά εδώ και χρόνια. Δεν θα την παρατήσει όποια και αν είναι τα εκλογικά αποτελέσματα. Κι αν θέλουμε και ποσοστά, μακάρι οι υποστηρικτές του ελληνικού κράτους, οι ωφελημένοι από τις μαφίες, οι εκμεταλλευτές της στρατιωτικοποιημένης εργασίας, οι μπάτσοι και οι φίλοι τους, εκείνοι τέλος που ορέγονται ευκαιρίες εφαρμογής εξουσίας κι ας είναι και σκέτες, να ήταν μόνο ένα πέντε τοις εκατό σε πίνακες εκλογικών αποτελεσμάτων ήδη ξεχασμένους.

Αλλά δεν είναι ποσοστά τέτοια πράγματα. Είναι κοινωνικές σχέσεις. Που δεν ξεχνιούνται· όσο τις ανεχόμαστε, τόσο μένουν να μας κάνουν παρέα.

 

 

 

“Ο φασισμός καλπάζει. Η σβάστικα δεν είναι η αγαπημένη του μορφή. Ο αχός του ακούγεται δίχως τη βοήθεια σφυγμομετρήσεων και εκλογών. Κι αλοίμονο σ’ όποιον κάνει πως δεν κατάλαβε...”

Αφίσα που κυκλοφόρησε μέσα στο Νοέμβρη από την πολιτική ομάδα Metro Tools