23 Ιουνίου, 2017

 

 

 


  
 

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
#55

3/2017

 

 

 

Θα το βρείτε σε βιβλιοπωλεία
και περίπτερα των εξαρχείων 
και σε αυτοδιαχειριζόμενους
κοινωνικούς χώρους.
[Αναλυτικά τα σημεία διακίνησης]


Για ταχυδρομική αποστολή του 
τρέχοντος ή παλαιότερων τευχών 
στείλτε mail στο
antifascripta@yahoo.com

 

 

 



 

ΞΑΝΑΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
 

Martin Lux
  ANTIFASCIST '77
Σύντομη ιστορία του
βρετανικού αντιφασισμού
σε πρώτο πρόσωπο (1970-1980)

από τις εκδόσεις antifa scripta
  Ιούνης 2017

 

 

 

 


 

Μια λευκή αφίσα
τεύχος 19, 4/11/2010

Απ’ όσο μπορέσαμε να καταλάβουμε, η λευκή αφίσα που κυκλοφόρησε πριν το καλοκαίρι από την αντιφασιστική συνέλευση autonome antifa δημιούργησε ορισμένα συναισθήματα που, δεδομένης της γενικής αναλγησίας της εποχής, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν έως και έντονα.

Δεν εκπλαγήκαμε. Έχουμε μάθει καλά, τόσο από αυτό το περιοδικό, όσο και από προηγούμενες προσπάθειές μας, ότι όποιος επιμένει να τσιγκλάει το ζήτημα της ευθύνης των υποκειμένων -και δη των εργατικών- για όσα τους συμβαίνουν, μοιραία θα εισπράξει οργισμένο κόλαφο από διάφορους επαναστάτες. Όχι γιατί κάνει λάθος, αλλά για πολύ βαθύτερους λόγους. Συγκεκριμένα, ισχυριζόμαστε πως εκείνο που θίγεται από εγχειρήματα όπως η λευκή αφίσα, είναι ο λενινισμός (και μάλιστα: ο ακατέργαστος κρυφολενινισμός) που χαρακτηρίζει όλες ανεξαιρέτως τις κατά φαντασίαν επαναστατικές πρωτοπορίες ετούτης της χώρας.

Προτού όμως εξηγήσουμε τι εννοούμε, θα θέλαμε να θυμίσουμε κάτι που καλό θα ήταν να μην ξεχνούν οι σύντροφοι και οι επικριτές μας αντάμα. Η προσέγγιση και το είδος της κατανόησης του κόσμου που κρύβεται πίσω από την λευκή αφίσα, δεν είναι κάποιου είδους καινοτομία. Είναι κομμάτι μιας σύντομης και περιθωριακής πολιτικής παράδοσης -της παράδοσης της αυτονομίας στην Ελλάδα- που μετράει από τα μέσα της δεκαετίας του ’90.

Για να κατανοήσουμε λοιπόν το είδος και τη χρησιμότητά των ιδεών πίσω από τη λευκή αφίσα, ένα μικρούλι ιστορικό παράδειγμα θα ήταν φοβερά βοηθητικό και ίσως για ορισμένα περίεργα γούστα έως και διασκεδαστικό. Η διαδήλωση με το ανθρωπιστικό σλόγκαν “Οι Έλληνες δεν είναι ρατσιστές - είναι το πτώμα του μικροαστισμού σε αποσύνθεση” έλαβε χώρα στις 9 Απρίλη του 1998 και η αφίσα που καλούσε εκεί είχε υπογραφή μονάχα ένα αστέρι. Η αντίστοιχη ομότιτλη προκήρυξη περιλάμβανε φιλικές προτροπές όπως “Αμπαρωθείτε στα σπίτια σας καλά, μην τυχόν και περάσει προς τα έξω η μπόχα από την αποσύνθεσή σας”, ενώ δεν ξεχνούσε να δώσει ορισμένες υποσχέσεις για το μέλλον: “Πείτε μας λοιπόν πώς ακριβώς θέλετε να σας φωνάζουν, ώστε να ξέρουμε ότι θα γυρίσετε την επόμενη φορά που θα σας βρίσουμε”. Για να το ξέρετε, το μοίρασμα εκείνης της μελετημένης προκήρυξης έστειλε πέντε ρατσιστές και δύο αντιρατσιστές στις πρώτες βοήθειες, απαραίτητες απώλειες ώστε τελικά η διαδήλωση να κατορθώσει να έχει 300 άτομα, να μεταβεί στο κτίριο της ΕΣΗΕΑ και να του σπάσει κάποια τζάμια δίχως να διαλυθεί.

Ας συντομεύουμε όμως. Η άποψη που περιγράψαμε μόλις, δεν γεννήθηκε και -πολύ πιο σίγουρα- δεν θράφηκε πολιτικά από κάποιου είδους θεωρία. Αυτή η άποψη θράφηκε πολιτικά από έναν σκληρό, σκληρότατο εμπειρισμό. Φυσικά, μακροπρόθεσμα αυτό το γεγονός αποτελεί σοβαρή αδυναμία. Βραχυπρόθεσμα όμως, αποδείχθηκε δύναμη. Γιατί όντως, οι νεαροί και οι νεαρές που προωθούσαν τέτοια πράγματα το 1998, δεν είχαν την παραμικρή ιδέα περί του τι είναι η εργατική τάξη και ο καπιταλισμός και με αυτή την έννοια το βλέμμα τους ήταν πολύ πιο στενό απ’ όσο θα έπρεπε να είναι. Από την άλλη όμως, το στενό τους βλέμμα, ανεπηρέαστο από τις θεωρητικές μπούρδες περί “τέλους της εργατικής τάξης” που κυκλοφορούσαν, έμενε προσηλωμένο σε ένα αστικό λεωφορείο γεμάτο ρατσιστές, σε έναν φόνο Αλβανού για ένα ταπεινό καρπούζι, στα αφεντικά τους, στις μανάδες και τους πατεράδες τους, στο αγαπημένο αριστερό σύνθημα “οι Έλληνες δεν είναι ρατσιστές”. Αυτοί και αυτές που πραγματοποίησαν εκείνη την διαδήλωση ήταν σκληροί εμπειριστές και έκαναν πολύ καλά να είναι τέτοιοι· γιατί, σας το λέμε εκ πείρας, σ’ εκείνους τους καιρούς, οι παλιότερες γενιές επαναστατών είχαν κανονίσει τα πράγματα ώστε να μην υπάρχει τίποτα άλλο αξιοπρεπές να είναι κανείς.

Γι’ αυτό λοιπόν, οι απόψεις για τις οποίες μιλάμε, ειδικά στα πρώτα τους βήματα, δεν είχαν στο κέντρο τους την θαυμαστή εργατική τάξη· ο σκληρός εμπειρισμός που λέγαμε δεν έβλεπε πουθενά τέτοιο πράγμα. Από την άλλη όμως, και από τις ίδιες εμπειρικές πηγές, ανακαλύφθηκε ένας υπαρκτός όσο και χρήσιμος εχθρός: ο μικροαστισμός, ή όπως γινόταν αντιληπτό τότε, “οι μικροαστοί”, με έναν τρόπο που έφτανε μέχρι το προσωπικό μίσος.

Τελικά βέβαια ο μικροαστισμός δεν είναι άτομα, αλλά ένα σώμα κοινωνικών σχέσεων και μαζί ένα ιστορικό προϊόν. Και είναι ακριβώς γι’ αυτό που φιλοδωρούσε με σοβαρά πλεονεκτήματα όποιον τον διάλεγε σαν τον υπ' αριθμόν ένα εχθρό του. Πράγματι, στα σκοτεινά χρόνια της δεκαετίας του '90, ο μικροαστισμός (και θα τολμούσαμε να πούμε: η ειδική ελληνική μορφή του μικροαστισμού), ακριβώς επειδή ήταν ένα κομμάτι της ιστορίας της εργατικής τάξης και συγκεκριμένα η καθολική της ήττα πριν την καταστροφή, ήταν ικανός να υποδείξει ακόμη και στον πιο χοντροκέφαλο πάνκη εμπειριστή ορισμένα γεγονότα που ακόμη και σήμερα “οι θεωρητικοί” θεωρούν αδιάφορα: Ότι η εργατική τάξη υπάρχει και ότι μπορεί να ανακαλυφθεί ξανά μέσω της απουσίας της, ακριβώς μέσα στα κομμάτια που σκορπίζονται καθώς το αλληλοφάγωμα των εργατών εξελίσσεται. Επίσης ότι οι εργάτες δεν είναι “θύματα του σχολείου” ή άβουλα πιόνια στα χέρια των “νέων επιστημών της επικοινωνίας”. Οι εργάτες είναι υποκείμενα με προθέσεις, με ιστορία και συμφέροντα και είναι ακριβώς γι’ αυτό που είναι ικανοί για τις καλύτερες στιγμές της αλληλεγγύης και για τις χειρότερες στιγμές του κανιβαλισμού.

Δεν είναι εδώ ο τόπος να επεκταθούμε. Αν το σκεφτεί κανείς όμως, δεν υπάρχει άλλη ελπίδα για ετούτη την κοινωνία από την αναγνώριση αυτής ακριβώς της αναφαίρετης εργατικής υποκειμενικότητας, την αναγνώριση του γεγονότος ότι εμείς φτιάχνουμε τον κόσμο. Κι αν τυχόν αντιληφθούμε πως φτιάξαμε τον κόσμο σαν ένα σωρό από σκατά, καλά θα κάνουμε να αναγνωρίσουμε το γεγονός ότι εμείς τον φτιάξαμε, με τις προθέσεις, την ιστορία και τα συμφέροντά μας και να αποδώσουμε τις ευθύνες με το μίσος που αναλογεί στα γεγονότα. Έτσι μόνο θα καταλάβουμε την ιστορία μας. Κι έτσι μόνο θα είμαστε ικανοί να αναγνωρίσουμε ότι μπορούμε και να τα καταφέρουμε καλύτερα. Κατά τη γνώμη μας πρόκειται για τη μοναδική αντίληψη που κομίζει ορισμένα ψήγματα αισιοδοξίας, ακόμη κι όταν οι μπάτσοι είναι έξω απ' την πόρτα.

Όπως αντιλαμβάνεσθε, αφίσες όπως η λευκή αφίσα των autonome antifa επιδεικνύουν θεαματική πρόοδο όσον αφορά το σερβίρισμα. Επίσης, σημαντική πρόοδο όσον αφορά το θεωρητικό υπόβαθρο -το “Πίσω σκουλήκια μικροαστοί είμαστε όλοι Αλβανοί” και το “Έλληνες είστε και φαίνεστε” απέκτησαν για παρέα το προφητικό “ο ρατσισμός ρίχνει τα μεροκάματα”, ενώ οι μισητοί “μικροαστοί” έγιναν αντιληπτοί σαν κομμάτι της ιστορίας του εμφύλιου ταξικού πολέμου. Τέλος, ελάχιστη πρόοδος παρατηρείται όσον αφορά την ουσία του πράγματος, που, από πολλές απόψεις, είναι και αυτό που μετράει περισσότερο.

Κατά τα άλλα, είναι φυσικό αυτές οι απόψεις να εξακολουθούν να δέχονται επίθεση. Κάθε επίδοξος βοσκός μοιραία θα θυμώσει αν κάποιος υπονοήσει ότι τα πρόβατα έχουν συνείδηση και ευθύνες. Και θα προτιμήσει το κανάκεμα μέχρι την ώρα της σφαγής. Επειδή όμως δεν μιλάμε για πρόβατα, αλλά για ιστορικά υποκείμενα, το κανάκεμα έχει και μια τελευταία σοβαρή συνέπεια. Η θεώρηση περί παραπλανημένων που πρέπει να τους πάρουμε με το καλό (ειδικά τώρα που φαντασιώνουμε το αγνό τους βλέμμα να μας ρωτάει το λενινιστικό “τι να κάνουμε”), αδυνατεί να αναγνωρίσει την ιστορία σαν σύγκρουση υποκειμένων και την σύγκρουση υποκειμένων σαν ιστορία. Καταλήγει έτσι να περιμένει “την επανάσταση” πίσω από τη γωνία ανά πάσα στιγμή· έτσι! σαν ξύπνημα από κακό όνειρο. Χάνει από τα μάτια της το μέγεθος του ζόφου όπου βυθιζόμαστε μέρα με τη μέρα, όπως χάνει και τον όγκο της δουλειάς που έχει μπροστά της η εργατική τάξη.

Είναι γι’ αυτό που σήμερα αυτές οι αντιλήψεις θα έπρεπε να είναι εξαιρετικά αμήχανες, αν και πολύ φοβόμαστε ότι έχουν χάσει ακόμη και αυτή την ελάχιστη ικανότητα προσγείωσης. Αφού περίμεναν για λίγες μέρες την “άμεση εξέγερση του λαού”, αφού επαγγέλθηκαν συντόμως την κατάληψη της βουλής, αφού έδωσαν στην εξέγερση μετάθεση για τον Σεπτέμβρη κι αφού η ΓΣΕΕ αρνήθηκε να κάνει έστω και την καθιερωμένη μονοήμερη απεργία της επιδεικνύοντας ακουσίως το μέγεθος των οργανωτικών αδυναμιών της ελληνικής εργατικής τάξης, οι εξοργισμένοι εναντίον της λευκής αφίσας αναγκάζονται να περιμένουν την επόμενη αυθόρμητη κοινωνική έμπνευση. Σε λίγο, ποιος ξέρει, θα ανακαλύψουν τις μαθητικές ή τις φοιτητικές καταλήψεις, “τα παιδιά που δείχνουν το δρόμο”, ή την επόμενη απεργία της ΓΣΕΕ, όταν δεήσουν οι εργατοπατέρες. Καλά θα έκαναν, αντί να ασχολούνται με τις αφίσες των περιθωριακών, να αντικρύσουν κατάματα το κενό των αντιλήψεών τους -είναι κενές γιατί οι ίδιοι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να εξορίσουν από μέσα τους τα υποκείμενα.

Εδώ δεν είναι που ανησυχήσαμε για τα εθνικά δίκια; Που ντυθήκαμε Μεγαλέξαντροι; Που κάναμε τον μπάτσο επάγγελμα και τον εργάτη ντροπή; Εδώ δεν παραμυθιαστήκαμε ότι θα γίνουμε αφεντικά; Που είπαμε τον Κάρατζιτς αδερφό και τους Αλβανούς κλέφτες; Εδώ δεν ζηλέψαμε όσο τίποτα την παγωμένη φάτσα του ιδιοκτήτη και του μαγαζάτορα; Εδώ δεν πουλήσαμε τη συνείδησή μας στα κωλόμπαρα και στο χρηματιστήριο; Ήταν προφανές καιρό τώρα: Ο ρατσισμός ρίχνει τα μεροκάματα. Ή με άλλα λόγια, εκείνο που ρίχνει τα μεροκάματα είναι το ξεπούλημα της ταξικής συνείδησης. Αυτό είναι το γραμμάτιο που πληρώνουμε τώρα. Κι αυτό είναι το γραμμάτιο που θα πληρώνουμε μια ζωή. Ή μέχρι αυτή τη χαμένη μας συνείδηση να την ανακαλύψουμε ξανά...