24 Ιουνίου, 2017

 

 

 


  
 

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
#55

3/2017

 

 

 

Θα το βρείτε σε βιβλιοπωλεία
και περίπτερα των εξαρχείων 
και σε αυτοδιαχειριζόμενους
κοινωνικούς χώρους.
[Αναλυτικά τα σημεία διακίνησης]


Για ταχυδρομική αποστολή του 
τρέχοντος ή παλαιότερων τευχών 
στείλτε mail στο
antifascripta@yahoo.com

 

 

 



 

ΞΑΝΑΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
 

Martin Lux
  ANTIFASCIST '77
Σύντομη ιστορία του
βρετανικού αντιφασισμού
σε πρώτο πρόσωπο (1970-1980)

από τις εκδόσεις antifa scripta
  Ιούνης 2017

 

 

 

 


 

Λέξεις - οιωνοί από τα 90’s
τεύχος 18, 10/9/2010

Γαμώ τα άτομα!
Μέσα στα 90’s ήταν που εισήλθε και θρονιάστηκε στο καθημερινό λεξιλόγιο: α, ο τάδε γαμώ τα άτομα! Είσαι μεγάλο άτομο. Ο ψι; Καλό ατομάκι. Α ρε άτομο! Αδράχνοντας με αλάθητο ένστικτο το πνεύμα της εποχής, η ντόπια νεολαία είχε βρει όντως τον προσδιορισμό που της ταιριάζει και την άποψη για τον κόσμο που κουβαλάει: δεν υπάρχει άστρο προσανατολισμού σε τούτο τον κόσμο πέρα από το άτομο. Τον εαυτό μας. Την πάρτη μας. Το άτομο, ευνοημένο από την ιστορική συγκυρία της δεκαετίας, απέκτησε έτσι προοπτική κι έγινε η λεωφόρος της επιτυχίας όπου πάνω της μπορούσε ο καθένας να οικοδομήσει ύφος, στυλ, μούρη, “άποψη για τη ζωή”. Ως φυσικό επακόλουθο, το άτομο των 90’s διάλεγοντας ό,τι του ταίριαζε από τον αχταρμά που παρήγαγε ο καταναλωτικός ευδαιμονισμός και η mainstream ιδεολογική και πολιτιστική σαβούρα της δεκαετίας, δικαιούνταν να έχει και την άποψή του (η τάδε έχει άποψη. Άποψή σου!). Κοινώς καμία άποψη. Αδιάφορη για το ιστορικό παρελθόν, το παρελθόν της κοινωνίας της και τις συλλογικές εκείνες δυνάμεις που τη διαμόρφωσαν, η γενιά που ενηλικιώθηκε από τα 90’s και πέρα επιβεβαίωνε στην πράξη εκείνη την μπαρούφα του Φουκουγιάμα περί του τέλους της ιστορίας. Δεν υπάρχει ιστορία, δεν είμαστε διόλου ιστορικά προσδιορισμένα όντα: είμαστε ένα διαρκές παρόν. Είμαστε γαμάτα άτομα. Γιούπι! Περνάμε καλά. Γιούχου! Μπήκαμε στο πανεπιστήμιο, το μέλλον εξασφαλισμένο. Γιούρια! 
Αλλά. Διαγράφοντας αμέριμνη τις ατομικές της τροχιές η γενιά αυτή στάθηκε οικειοθελώς ανίκανη να καταλάβει ότι οι δυνάμεις που οργανώνονταν και εναντίον της ήταν πέρα ως πέρα συλλογικές, με στιβαρή άποψη και σχέδιο. Δεν είδε ότι στο νέο κόσμο που διαμορφωνόταν από τότε που κατέρρευσε το ανατολικό μισό του πρώτου κόσμου, κράτος και αφεντικά ξεδίπλωναν συλλογικά σχέδια επέκτασης, συστηματικές μεθόδους υποτίμησης και απαξίωσης του κόσμου της εργασίας. Δεν είδε ότι στο διευρυμένο καταναλωτικό παροξυσμό στηνόταν η μελλοντική της διανοητική αλλά και υλική χρεοκοπία. Δεν είδε στους μετανάστες συνομήλικούς της την εικόνα και του δικού της μέλλοντος. Αντίθετα, επιδόθηκε σε έναν ατελέσφορο παλιμπαιδισμό που ευνοούσε η αγκαλιά της οικογένειας μέχρι τα 35, με τα όποια προσωρινά υλικά οφέλη.
Ο κόσμος του κράτους και του κεφαλαίου μπορούσε λοιπόν εξίσου αμέριμνος να σαρώνει προς όφελός του τον κατακερματισμό των ατόμων και των “απόψεών” τους. Κι άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι κάποτε ένας κινηματογραφικός εκπρόσωπος του νόμου ξεστόμισε το “οι απόψεις είναι σαν τις κωλοτρυπίδες. Ο καθένας έχει από μία”. Το άτομο και η άποψή του προφανώς και δεν απέπνεαν καμιά απειλή για τους άρχοντες αυτού του κόσμου. Διότι μία ήταν στην ουσία η άποψη: η άποψη του εμπορεύματος.

Ψιλομαλακία
Από το νεανικό λεξικό των 90’s σταχυολογούμε και το ψιλο-: ψιλοβαριέμαι, ψιλοπαίζει, ψιλομαλάκας, ψιλοχάλια φάση. Αν το καλοσκεφτούμε, αυτό το ψιλο-, σταθερός κολαούζος συναισθηματικών αποφάνσεων, είναι αρκετά διαφωτιστικό της γενικότερης νεανικής φάσης των 90’s. Επενδυμένο με μια αύρα μπλαζέ, αλλά στην ουσία βγαλμένο μέσα από το γενικότερο φόβο και την υποτίμηση απέναντι σε οποιεσδήποτε δεσμεύσεις ή τον κόπο να τα φέρνεις βόλτα μακριά από την οικογένεια, το ψιλο επιβεβαίωνε την επακόλουθη χλιαρότητα στις σχέσεις και τις παρέες. Την ατολμία για τη ζωή. Τη βαριεστημένη παραίτηση. Σαν η σχετική αφθονία και ο μηδενισμός του λάιφσταιλ να στράγγιζε κάθε γνήσιο ενδιαφέρον για οτιδήποτε. Σαν ο ευδαιμονισμός να λειτουργούσε ως διαβρωτική δύναμη ενάντια σε συγκροτημένους τρόπους του σχετίζεσθαι και του αποφασίζειν.
Γράφτηκε κάπου ότι η νέα γενιά που μεγάλωσε με σχετική ευημερία έχει τόσο συνηθίσει να μη νοιάζεται για τίποτε που είναι ανίκανη να αφομοιώσει το σοκ της τωρινής κρίσης και λιτότητας. Συμφωνούμε μόνο με το πρώτο μισό της διαπίστωσης. Με απαξιωμένες τις συλλογικές και από τα κάτω ερμηνείες του κόσμου, όλα κατάντησαν ψιλό, ψιλοαδιάφορα. Με καθοδηγητική δύναμη την καλοπέραση (σημασία έχει να περνάς καλά) και τη φυγοπονία, το δυναμικότερο που είχε να επιδείξει η βαθιά ενηλικιωμένη γενιά των 700 ευρώ (προτού πέσει η τιμή της χαμηλότερα) ήταν επιπέδου σιωπηλής διαμαρτυρίας για την καμένη Πάρνηθα πριν από λίγα χρόνια. Η “καμένη γενιά”, όπως αυτοχαρακτηρίστηκε μετέπειτα, απέδειξε στην πράξη ότι ήταν όντως καμένη: δεν είχε τίποτα να πει. Μόνο να φορέσει (επιμελώς) ατημέλητα μαύρα και να μαζευτεί να αλληλοκοιταχτεί, αυτοθαυμάζοντας το μεγαλείο της κενότητάς της.

Τον ήπιαμε!
Η γενικευμένη κατανάλωση μπάφων στα 90’s ήρθε να δέσει το γενικότερο κάψιμο. Όσο κι αν διάφοροι παραμυθιάζονταν ότι ο μπάφος σχετιζόταν με μια τρόπον τινά extreme άρνηση στο κατεστημένο (τα κατάλοιπα του '68;), η αλήθεια είναι ότι υπήρξε μια αρκετά mainstream νεανική συνήθεια, σχεδόν στα όρια του κοινωνικά αποδεκτού. Παρέα με τα τατουάζ και άλλα παρεμφερή που μπορεί να σκεφτεί κανείς, βρήκε και αυτός τη θέση του στο γαλαξία των στυλ και του εμπορεύματος. Κι όμως δούλεψαν γι’ αυτό συλλογικές και εχθρικές διεργασίες, ορατές κι ωστόσο απαρατήρητες μέσα στη γενική αποχαύνωση! Ο έλεγχος και η διάχυση των ναρκωτικών (από τα μαλακά έως τα σκληρά) είχε προ πολλού περάσει στα χέρια της επίσημης κρατικής διαχείρισης (και ποιος χέζει την προειδοποίηση οι μπάτσοι πουλάνε την ηρωίνη κάποιων περιθωριακών απ’ τα μακρινά '80s). Προτού όμως ο μπάφος δώσει τη θέση του τη δεκαετία του 2000 στην πάλαι ποτέ high class κόκα και στην πλημμύρα των σκληρών ναρκωτικών, πρόλαβε να μας αφήσει το στίγμα του στο λεξιλόγιο εκεί στα τελειώματα των 90’s: τον ήπιαμε! Διατηρώντας φυσικά και το σεξιστικό υπονοούμενο, η φράση αυτή ορθά και με αυτογνωσία διατυπωμένη συμπυκνώνει την ήττα της γενιάς: μας γαμάνε αλλά πέρα βρέχει.

Το εκκρεμές
Καλοπέραση, μούρη, κώλοι και στο βάθος καριέρα: να κάποια από τα υλικά που έφτιαξαν τον κυρίαρχο χάρτη της κοινωνικής γεωγραφίας όπου περπάτησε η νεολαία των 90’s. Που δεν έμαθε να σκέφτεται, να συζητάει, να χτίζει σχέσεις με κριτήρια άλλα από το ατομικό συμφέρον, την πρόσκαιρη απόλαυση ή τη “γαματοσύνη” του ατόμου. Που δεν έμαθε να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της μέσα στον γενικευμένο πόλεμο του κεφαλαίου ενάντια στον κόσμο της εργασίας. Παρά μόνο μένει σήμερα να αγωνιά αμήχανη για το ότι θα γίνει φτωχότερη. Το σοκ της κρίσης θέλοντας και μη η νέα γενιά θα το αφομοιώσει, γιατί η κρίση είναι υλικότατη όπως άλλωστε και η τσέπη που αδειάζει. Τις ερμηνείες ωστόσο της κρίσης είναι που φοβόμαστε ότι είναι πολύ φτωχή για να αφομοιώσει. Γιατί ένα και βασικό σημείο αφετηρίας αυτής της ερμηνείας είναι να συνειδητοποιήσει αυτή η γενιά ότι προτού φτωχύνει οικονομικά είχε ήδη στεγνώσει διανοητικά και συναισθηματικά.
Σοφά λοιπόν οι αρμόδιοι σκέψης του ελληνικού κράτους σήμερα δεν βλέπουν επικείμενη επανάσταση αλλά κοινωνική έρημο και ζόφο. Και κάνουν τους λογαριασμούς τους.
Σε μια κριτική προς το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα τη δεκαετία του '70 και με ένα μαχητικό εργατικό κίνημα με παράδοση χρόνων πίσω του, ένας γάλλος κομμουνιστής διατύπωνε τις ανησυχίες του. Έλεγε:
“Αντιμέτωπη με την ανικανότητα του Κράτους να καθαρίσει το χαμό στα εργοστάσια, η ιταλική αστική τάξη αντιδρά όπως κάθε άλλη αστική τάξη: αποσύρει τις επενδύσεις, αποδεσμεύει το κεφάλαιο και κερδοσκοπεί πάνω στη λίρα. Που για τους εργάτες σημαίνει λιγότερη απασχόληση, καλπάζοντα πληθωρισμό, σειρά χρεοκοπιών και γενική αστάθεια(…) Αν ξεκινήσει μια περίοδος ακραίας κοινωνικής κρίσης ή αν το προλεταριάτο αποτύχει να διατυπώσει ή να επιβάλει τις λύσεις του, ή αν η πρωτοβουλία επιστρέψει στην άρχουσα τάξη, τότε η μοριακή διαδικασία [συγκρότησης του προλεταριάτου] αντιστρέφεται. Η απογοήτευση, η υπονόμευση του ηθικού και ο σκεπτικισμός κυριεύουν τους λιγότερο προχωρημένους ανάμεσα στις μάζες. Διότι κάτω από το μανδύα της σοσιαλιστικής εκπαίδευσης εξακολουθεί να κοιμάται ο “παλιός άνθρωπος”, με τις παρορμήσεις του, τα άγχη του και τις πατροπαράδοτες αξίες του. Οι “μαρξιστές” εργάτες δεν είναι ανοσοποιημένοι ενάντια σε μια σαρωτική επιστροφή του παραλόγου: η αίγλη του φυλετικού κράτους μπορεί να εισβάλει στη σοσιαλιστική συνείδηση, όπως συνέβη στη Γερμανία το 1933, στην Ιταλία το 1921 και σε μικρότερο βαθμό, στη Γαλλία το 1940 και το 1958.
Δεν υπάρχει λόγος να μην προκύψει και σήμερα μια τέτοια εξέλιξη”.
Τέτοιοι προβληματισμοί και ανησυχίες γεννιούνταν την εποχή που η αστική τάξη είχε πεταχτεί στο καναβάτσο. Σήμερα που έχει πάρει το πάνω χέρι, τα πράγματα είναι αρκετά σαφή. Λένε διάφοροι, δεξιά και αριστερά, πως αυτή η γενιά τώρα με τα ζόρια που τραβάει θα ξυπνήσει, θα ξεσπάσει (με έναν τρόπο επαναστατικό). Στη στήλη τούτη του προηγούμενου τεύχους είχαμε παραθέσει τη γνώμη ενός έμπιστου υπαλλήλου του κράτους για το πού θα γύρει το κοινωνικό εκκρεμές μετά το αριστερόστροφο ξέσπασμα του Δεκέμβρη. Υπάρχει, στα σοβαρά τώρα, αμφιβολία ότι γέρνει προς το φασισμό;