23 Ιουνίου, 2017

 

 

 


  
 

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
#55

3/2017

 

 

 

Θα το βρείτε σε βιβλιοπωλεία
και περίπτερα των εξαρχείων 
και σε αυτοδιαχειριζόμενους
κοινωνικούς χώρους.
[Αναλυτικά τα σημεία διακίνησης]


Για ταχυδρομική αποστολή του 
τρέχοντος ή παλαιότερων τευχών 
στείλτε mail στο
antifascripta@yahoo.com

 

 

 



 

ΞΑΝΑΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
 

Martin Lux
  ANTIFASCIST '77
Σύντομη ιστορία του
βρετανικού αντιφασισμού
σε πρώτο πρόσωπο (1970-1980)

από τις εκδόσεις antifa scripta
  Ιούνης 2017

 

 

 

 


 

Σπουδές στο Γαλανόμαυρο
Λίγα λόγια επί του γενικού και ορισμένες παρατηρήσεις

τεύχος 15, 6/2/2010

Η ενασχόλησή μας με την ιστορία του φασισμού και του παρακράτους στην Ελλάδα μπορεί να φαίνεται σαν κάποιου είδους “κόλλημα με παλιές ιστορίες”. Αντιθέτως όμως, πηγάζει από πολύ πραγματικές και σημερινές ανάγκες. Για παράδειγμα: ποτέ μας δε νιώσαμε πολύ άνετα με την ταύτιση “φασιστών” ή και “φασισμού” από τη μια και “παρακρατικών” ή και “παρακράτους” από την άλλη που τόσο δημοφιλής έγινε για κάποιον καιρό στις τάξεις όσων ασχολούνται με το ζήτημα του αντιφασισμού. Μας φαινόταν -και ακόμη μας φαίνεται- πως αυτή η απόλυτη ταύτιση απέκρυπτε τόσο την πραγματική φύση των φασιστών, όσο και την πραγματική φύση του παρακράτους. Κατάφερνε μάλιστα αυτή η άποψη να υποτιμά την ίδια στιγμή, τόσο το παρακράτος (ταυτίζοντάς το με τους -περιστασιακά μόνο- γραφικούς φασίστες), όσο και τη δυναμική του φασιστικού φαινομένου (περιορίζοντάς το στα όρια του παρακράτους).
Από την άλλη, γνωρίζαμε πως η θέση μας ήταν δύσκολη. Η αντίθετη άποψη, αν μπορεί να πει κανείς πως υπάρχει τέτοια, δεν έχει βοηθό την απλότητα και δεν μπορεί να εκφρασθεί ως η άρνηση του αντιθέτου της· για να το πούμε απλά, κάποιος που υιοθετεί μια άποψη του είδους “άλλο οι φασίστες και άλλο το παρακράτος”, είναι βέβαιο πως σφάλλει εξίσου. Εν τω μεταξύ βέβαια, για όποιον θέλει να είναι αντιφασίστας, κάτι τέτοια δεν είναι ακαδημαϊκές ασκήσεις - το θέμα είναι ο εχθρός και η πραγματική του φύση, συνεπώς τα πράγματα δεν είναι αστεία: πρέπει να ξέρεις με τι πράγμα παλεύεις για να παλέψεις σωστά και με κάποιες πιθανότητες επιτυχίας.
Ήταν για εμάς δεδομένο ότι για να καταλάβουμε τη φύση του φασισμού και του ελληνικού παρακράτους σήμερα, έπρεπε να προσφύγουμε  στη γενεαλογία τους, έπρεπε να εξοικειωθούμε με την ιστορική τους διαδρομή και την κατανόησή της. Κι έτσι, όπως έχουμε κάνει και άλλες φορές για άλλα ζητήματα, αποφασίσαμε να προσπαθήσουμε να αποσαφηνίσουμε το ζήτημα με μια προσφυγή στην ιστορία του· είναι από αυτή την απόφαση που προέκυψε η σειρά κειμένων που βρίσκει κανείς μετά τη μέση του περιοδικού στα τρία τελευταία τεύχη. Σήμερα, ούτε ένα χρόνο μετά, και ενώ η σχετική μας ενασχόληση είναι ακόμη στα σπάργανα, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η ιστορία του φασισμού στην Ελλάδα αποτελεί σημαντικότατο κομμάτι της ιστορίας του ίδιου του ελληνικού κράτους. Μπορούμε ακόμη καλύτερα να υποστηρίξουμε ότι για το μεγαλύτερο μέρος του εικοστού αιώνα, το ελληνικό κράτος, το φασιστικό φαινόμενο, το παρακράτος και η τριγωνική τους σχέση, δεν υπήρξαν περιθωριακές, αλλά καίριες, οργανικές διαδικασίες με τεράστιο βάρος στις ιστορικές εξελίξεις.
Για να το πούμε καλύτερα, για το μεγαλύτερο μέρος του εικοστού αιώνα το ελληνικό κράτος υπήρξε ένα ολοκληρωτικό κράτος σε διαρκή εμφύλιο πόλεμο. Είναι εντός αυτού του διαρκούς εμφύλιου που ανατράφηκε και ανδρώθηκε το παρακράτος, το φασιστικό φαινόμενο και η μεταξύ τους σχέση. Και ήδη μπορούμε να αντλήσουμε ορισμένες παρατηρήσεις χρήσιμες και για σήμερα.
Πρώτη παρατήρηση λοιπόν: Η σχέση του οργανωμένου φασισμού με το ελληνικό κράτος και τις υπηρεσίες του είναι σχέση που σίγουρα και διαπιστωμένα μετράει τουλάχιστον 90 χρόνια ζωής. Και σχεδόν πάντοτε (αν και είναι ένα “σχεδόν” αρκετά περίπλοκο), αυτή η σχέση υπήρξε μια σχέση καθοδήγησης. Δεν πρέπει να μείνουμε μόνο στο ότι οι φασιστικές οργανώσεις ανέκαθεν υπήρξαν οργανώσεις στελεχωμένες από μπάτσους και πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών μέχρι τα ανώτατά τους επίπεδα. Πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη ότι, όχι μόνο στους καιρούς του κηρυγμένου ή ακήρυχτου εμφύλιου, αλλά ακόμη και στην κατά τα άλλα “ομαλή” περίοδο που ακολούθησε τη μεταπολίτευση, τέτοιες οργανώσεις χρησιμοποιήθηκαν από το ελληνικό κράτος ή από κομμάτια του, ακόμη και για την άσκηση εξωτερικής πολιτικής. Τι άλλο ήταν οι λεγόμενοι “Έλληνες εθελοντές στη Βοσνία”; Και ακόμη καλύτερα, τι άλλο ήταν η περίφημη “υπόθεση ΜΑΒΗ”; Η σχέση κράτους και οργανωμένων φασιστών είναι τόσο παλιά, τόσο βαθειά και τόσο χρήσιμη που μπορούμε με ασφάλεια να πούμε πως, από την ΕΕΕ του 1927, μέχρι την οργάνωση Χ του 1945, μέχρι τους σημερινούς ρεμπεσκέδες, δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή, απ’ όσο ξέρουμε δεν υπήρξε ποτέ κι απ’ όσο νομίζουμε δεν θα υπάρξει ποτέ φασιστική οργάνωση στην Ελλάδα που να μην καθοδηγείται από το ελληνικό κράτος ή κάποια φράξια του. Οι εξαιρέσεις αυτού του κανόνα δεν ήταν στιγμές “αυτονόμησης”, αλλά ακόμη μεγαλύτερης ενσωμάτωσης: λέμε για εκείνες τις στιγμές έκτακτης ανάγκης κατά τις οποίες οι οργανωμένες εκφάνσεις του φασισμού έγιναν επίσημο ή ημιεπίσημο τμήμα του κράτους, τμήμα εκτελεστικό, ή ακόμη και πολιτικό.
Δεύτερη παρατήρηση: Ο φασισμός και οι πηγές του είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο πολύ βαθύτερο και πολύ ευρύτερο από τον οργανωμένο φασισμό. Οι καπιταλιστικές κοινωνίες είναι οργανωμένες πάνω στην εκμετάλλευση και υποτίμηση της ανθρώπινης εργασίας, συνεπώς πάνω στην εκμετάλλευση και υποτίμηση της ανθρώπινης ζωής. Είναι κοινωνίες που βρίσκονται σε διαρκή καθημερινή βίαιη σύγκρουση γύρω από αυτή την εκμετάλλευση και υποτίμηση. Ο φασισμός είναι η ερμηνεία σε στιγμές έκτακτης ανάγκης της σχέσης κεφάλαιο και του κράτους ως του συλλογικού καπιταλιστή από εκείνα τα κομμάτια της ταξικής κοινωνίας που στη διαρκή σύγκρουση τάσσονται με τη μεριά των αφεντικών. Ο φασισμός δηλαδή είναι απόρροια ενός ακλόνητου κοινωνικού γεγονότος ήδη διατυπωμένου εδώ και σαρανταπέντε χρόνια: Σε αυτές τις κοινωνίες δύο τάξεις έχουν εμπλακεί σε θανάσιμη σύγκρουση. Αλλά το κεφάλαιο δεν μπορεί να καταστρέψει την εργατική τάξη. Η εργατική τάξη μπορεί να καταστρέψει το κεφάλαιο.
Τρίτη παρατήρηση: Η τωρινή “περιθωριακότητα” του φασιστικού φαινομένου δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας μη αντιστρεπτής “προόδου” προς τα ιδανικά της γαλλικής επανάστασης· αντιθέτως, είναι ζήτημα συγκυρίας και χρησιμότητας. Έχουμε λοιπόν τη γνώμη ότι το φασιστικό φαινόμενο δεν είναι καταδικασμένο εσαεί σε κάποιο περιθώριο. Αντιθέτως, το φασιστικό φαινόμενο βρίσκεται, πολύ προσωρινά, πολύ ανακλητά, σε μια Λίμπο, σε μια μισοϋπαρκτή και μισοανύπαρκτη κατάσταση από την οποία όμως μπορεί κάλλιστα να ανασυρθεί και να αποκτήσει την παλιά του και ακόμη μεγαλύτερη χρησιμότητα, όχι πια ως περιθώριο, αλλά ως κεντρική πολιτική κατεύθυνση του ελληνικού κράτους, όχι πια με γνώριμες μορφές, αλλά με νέες. Και όποιος αμφιβάλλει, καλά θα κάνει να θυμηθεί πως αυτή η αναβίωση έχει ήδη συμβεί τουλάχιστον μία φορά μετά την μεταπολίτευση, κατά τη διάρκεια της ελληνικής ιμπεριαλιστικής περιπέτειας στα Βαλκάνια των αρχών της δεκαετίας του ‘90. Τότε, για λίγα χρόνια, το φασιστικό φαινόμενο δεν ήταν περιθωριακό και δεν περιοριζόταν στους οργανωμένους· αντιθέτως κινητοποιούσε μάζες, κατέστρωνε πολιτική στους δρόμους, στα υπουργεία, μέσα και έξω από τα σύνορα. Τότε, για λίγα χρόνια, το ελληνικό κράτος, ή κάποια κομμάτια του, ανακάλυψαν εκ νέου τον φασιστικό εαυτό τους. Έχει συμβεί και ξανασυμβεί παλιότερα. Και τώρα, καθώς η διαδικασία που λέγεται κρίση θα υποτιμά τις ανθρώπινες ζωές, καθώς αυτή η υποτίμηση θα απειλεί με κοινωνική έκρηξη, θα ξανασυμβεί.

Ο φασισμός των επόμενων χρόνων θα είναι και νεοναζί με σχέσεις με το κράτος. Δεν πρέπει όμως να αφήσουμε την τόσο διαδεδομένη ταύτιση του νεοναζισμού με τον φασισμό να αποκρύβει τις νέες μορφές του φασιστικού φαινομένου. Το φασιστικό φαινόμενο θα είναι -κι αυτό είναι πολύ πιο επικίνδυνο- νεοναζί και θιγμένοι ιδιοκτήτες ακινήτων παρέα με κύπριους δεξιούς φοιτητές, εξαγριωμένους μαγαζάτορες και επικεφαλής ο διοικητής της ασφάλειας Πατρών με πολιτικά και κράνος μοτοσυκλέτας half face για να φαίνονται τα μούτρα του. Στο προηγούμενο τεύχος δεν τον είχαμε βάλει σε κύκλο, οπότε θα βάλουμε ξανά την ίδια φωτό.