21 Οκτωβρίου, 2020

 

 

 

 

Το Πείραμα:

 

μια ιστορία ιών και εμπορικού πολέμου

 

από το 2016 μέχρι σήμερα.

 

S. 1, Ep. 3: Τι είναι ο εμπορικός πόλεμος

 

Σας το λέμε από τώρα, για να είμαστε συνεννοημένοι: ετούτο εδώ δεν είναι «κείμενο γνώμης». Είναι εξ αποστάσεως εκπαίδευση για μαθήματα στα οποία έχουμε ήδη κοπεί με άσσο. Οπότε, εμείς κάνουμε τον κόπο να τα ξαναπούμε, αλλά θα πρέπει να κάνετε κι εσείς λίγο κόπο. Το δέλεαρ είναι ισχυρό: η θα καταλάβουμε τι πάει να πει «ομόλογο» και «ανταγωνιστική υποτίμηση», ή θα απομείνουμε να πιστεύουμε σε παράξενες οντότητες, όπως οι συναχωμένες νυχτερίδες απ’ την Κίνα, οι γιατροί που θέλουν το καλό σου και ο ελληνικός υπεύθυνος ιατροσυνδικαλισμός που διεξάγεται από πασόκους.

Ξεκινάμε:

 Ήταν 16 Ιανουαρίου του 2020 και ο Liu He, Κινέζος ειδικός των εμπορικών διαπραγματεύσεων, γυρνούσε απογοητευμένος στην Κίνα. Είχαν προηγηθεί «εμπορικές διαπραγματεύσεις» στην Ουάσιγκτον. Οι «διαπραγματεύσεις» αφορούσαν την «εμπορική διαμάχη μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ που συγκλόνιζ[ε] τον κόσμο τα δύο προηγούμενα χρόνια». Και παρά τα ταρατατζούμ, είχαν πάει εντελώς άπατες.[1]

Όπως αναμένεται για ειδικό των εμπορικών διαπραγματεύσεων, ο Liu He ήταν ένας ιδιαιτέρως περίπλοκος άνθρωπος. Οι περίπλοκοι λογαριασμοί τέτοιων ανθρώπων χρησιμοποιούν μια αναλόγως περίπλοκη γλώσσα[2] και αφορούν τον πλανήτη ολάκερο.

Ο πλανήτης δεν τα πήγαινε πολύ καλά.

 

1. Σιγά μην «έφερε ο ιός την κρίση»: Ο Μαρξ, η καπιταλιστική κρίση κι εμείς

Όταν βέβαια λέμε «ο πλανήτης», εννοούμε αυτό που εννοούν τα αφεντικά και οι ειδικοί τους, δηλαδή τον καπιταλιστικό μας πλανήτη: χώροι εργασίας όπου χρήμα (Χ) αγοράζει εργατική δύναμη, πρώτες ύλες και μηχανές και παράγει εμπορεύματα (Ε). Τα εμπορεύματα πουλιούνται και ο καπιταλιστής αποκομίζει περισσότερο χρήμα από το αρχικό (Χ΄). Το αυγατισμένο χρήμα «επενδύεται» ξανά και φτου κι απ’ την αρχή: η ίδια διαδικασία ξαναρχίζει σε μεγαλύτερη κλίμακα. Τώρα και για πάντα.

Ο Καρλ Μαρξ απεικόνιζε αυτόν τον καπιταλιστικό κύκλο με τη διαδοχή Χ-Ε-Χ΄. Κατά τη γνώμη του όμως, η διαδοχή δεν ήταν απρόσκοπτη. Ταλανιζόταν από διαρκή κρίση. Η διαρκής καπιταλιστική κρίση και κυρίως οι εμπειρικές της εκφάνσεις, ήταν ήδη αισθητές, ακόμη και το 1848, όταν γράφτηκε το Κομμουνιστικό Μανιφέστο:

 

Στις εμπορικές κρίσεις καταστρέφεται τακτικά ένα μεγάλο μέρος όχι μονάχα των έτοιμων προϊόντων, αλλά ακόμα και των παραγωγικών δυνάμεων που είχαν ήδη δημιουργηθεί. Στις κρίσεις ξεσπά μια κοινωνική επιδημία που σε κάθε άλλη εποχή θα φαινόταν παραλογισμός, η επιδημία της υπερπαραγωγής. Η κοινωνία ξαφνικά βρίσκεται πάλι πίσω σε κατάσταση στιγμιαίας βαρβαρότητας. Θα λεγε κανείς ότι ένας λιμός, ένας γενικός καταστροφικός πόλεμος της έκοψε όλα τα μέσα ύπαρξης. Η βιομηχανία, το εμπόριο, φαίνονται εκμηδενισμένα. Και γιατί; Γιατί η κοινωνία έχει πάρα πολύ πολιτισμό, πάρα πολλά μέσα ύπαρξης, πάρα πολλή βιομηχανία, πάρα πολύ εμπόριο.[3]

 

Όπως παρατηρείτε, ο Μαρξ του «κομμουνιστικού μανιφέστου» δεν είχε ιδέα τι προκαλούσε τις «εμπορικές κρίσεις». Διέθετε βέβαια μια γνώμη για τις πραγματικές εκφάνσεις του πράγματος: πάρα πολύ εμπόριο, πάρα πολλή βιομηχανία και πάρα πολλά μέσα ύπαρξης – τα εμπορεύματα που παράγονται (Ε) δεν μπορούν να πουληθούν και να γίνουν Χ΄. Οπότε οι τεράστιες καπιταλιστικές δυνατότητες παραγωγής εμπορευμάτων, αποκτούν τον δυσοίωνο χαρακτηρισμό «πλεονάζουσες», και ετοιμάζονται για την «καταστροφή», όπως ακριβώς συνέβη με την κινεζική χαλυβουργία, τουλάχιστον από το 2016.[4]

Επίσης διαφωτιστικές, με τον τρόπο τους, είναι και οι συγκεκριμένες παρομοιώσεις που χρησιμοποίησε ο Μαρξ για να περιγράψει την εμπειρία της «εμπορικής κρίσης»: η επιδημία (λέξη που επαναλαμβάνεται δύο φορές), η πείνα και ο πόλεμος, εγκαλούνται ως ισοδύναμα της «εμπορικής κρίσης» και ταυτόχρονα ως συνοδευτικά της. Η γενική κατάπτωση, τόσο εμφανής και τόσο δυσεξήγητη όσο και τα επιφαινόμενα της επιδημίας και του λιμού είναι αυτό που απομένει ορατό στο γυμνό μάτι, αυτό που είναι εμπειρικά αντιληπτό από μια βαθύτερη διαδικασία.

Οι άνθρωποι της ειδικότητας του Liu He είναι οι ειδικοί αυτής της διαδικασίας. Ένα είδος καπιταλιστικού ειδήμονα που μπορεί να ξεχωρίσει αυτό που φαίνεται από αυτό που όντως συμβαίνει. Και που ξέρει να χρησιμοποιεί μια επιστημονική γλώσσα που έχει διαμορφωθεί ανά τους αιώνες, ακριβώς με στόχο η διαφορά αυτού που φαίνεται από αυτό που όντως συμβαίνει, να χρησιμοποιείται με τρόπο πολιτικά ωφέλιμο.

Από το 2010 και μετά, όταν η κατά Μαρξ «εμπορική κρίση» χτύπησε την όμορφη χώρα μας, προφανώς σαν «ανεξήγητος λιμός», δηλαδή σαν «λαμόγια και Σόιμπλε», αναγκαστήκαμε να μάθουμε κάποια πράγματα από τη γλώσσα του Liu He και των συναδέλφων του.[5] Επίσης αρχίσαμε να υποπτευόμαστε ότι τα λεγόμενα του Καρλ Μαρξ, και βασικά των μετέπειτα μαρξιστών, έπασχαν από ορισμένες... σημαντικές ελλείψεις. Κατά βάση δηλαδή, από μία και καλή: πουθενά στα λεγόμενα του Καρλ Μαρξ και των μαρξιστών ακολούθων του δεν βρίσκουμε το έθνος κράτος και τον στρατό του και τους μπάτσους του. Οπότε, όπως είναι λογικό, πουθενά δεν βρίσκουμε την πραγματική ιστορία του καπιταλισμού, με τους πολέμους της και τις σφαγές της.[6]

Αυτή η ανακάλυψη – η ανακάλυψη της καπιταλιστικής λειτουργίας του έθνους κράτους σε περιόδους εκδήλωσης της καπιταλιστικής κρίσης - μας φάνηκε εξαιρετικά χρήσιμη από το 2011 και μετά. Κυρίως γιατί, ακολουθώντας την, μάθαμε κι άλλα. Πρώτα αντιληφθήκαμε την «Ευρωπαϊκή Ένωση» σαν μια διακρατική συμφωνία αποτροπής της «εμπορικής κρίσης» μέσω διακρατικού κεϊνσιανισμού.[7] Μετά αντιληφθήκαμε ότι συμφωνίες όπως η «Ευρωπαϊκή Ένωση» δεν σηματοδοτούσαν την «αντικατάσταση του έθνους κράτους από υπερκρατικούς οργανισμούς», όπως έλεγαν οι καραγκιόζηδες τυμπανιστές των φόρουμ της αντιπαγκοσμιοποίησης.[8] Αντιθέτως, συμφωνίες όπως η Ε.Ε., σηματοδοτούσαν την κατάρρευση παλιότερων ευρύτερων διακρατικών συνεννοήσεων διαχείρισης της καπιταλιστικής κρίσης. Η «Ε.Ε.» και οι αλλεπάλληλες διευρύνσεις της, δεν ήταν η αρχή της «παγκοσμιοποίησης», αλλά το τέλος της. Αντιληφθήκαμε τη δυνατότητα μιας εναλλακτικής αφήγησης της ιστορίας του εικοστού αιώνα.[9]

Στην πορεία εξοικειωθήκαμε με την κρυπτική γλώσσα των οικονομολόγων. Μάθαμε να καταλαβαίνουμε τους παράξενους όρους τους, μάθαμε και να βλέπουμε πίσω από αυτούς τους όρους, πίσω από τη φαινομενική «επιδημία» που μαστίζει την καπιταλιστική παραγωγή. Πίσω από τα «ισοζύγια» και την «ποσοτική χαλάρωση» και τα «επιτόκια», διακρίναμε τη ζοφερή ουσία του πράγματος, δηλαδή την καπιταλιστική κρίση και τον διακρατικό ανταγωνισμό.

Στα τελειώματα αυτής της επιμορφωτικής διαδικασίας, τον Οκτώβριο του 2019, μπορούσαμε να γράφουμε γραμμές σαν κι ετούτες εδώ:

 

Πρόσφατα το ελληνικό κράτος κατόρθωσε να δανειστεί με αρνητικό επιτόκιο.[10] (...) αυτό σημαίνει ότι ο καπιταλιστικός κόσμος έχει τιγκάρει στο χρήμα που δεν μπορεί να επενδυθεί με κέρδος (...). Στο κρατικό επίπεδο, το γεγονός γίνεται αντιληπτό με όλη του τη ζοφερότητα. Το ελληνικό κράτος αναμένει  νέο ξέσπασμα της καπιταλιστικής κρίσης και γνωρίζει ότι θα βρεθεί ξανά στο επίκεντρο με άγνωστες συνέπειες (...).[11]

 

Τα γράφαμε αυτά την ώρα που όλοι οι ρουφιάνοι του Σύριζα ήταν απασχολημένοι να τσακώνονται με τους αντίστοιχους ρουφιάνους «της δεξιάς», διεκδικώντας, ο καθένας για λογαριασμό του, τις δάφνες για τον «θρίαμβο» του «αρνητικού επιτοκίου» και της «εξόδου από το μνημόνιο». Τα γράφαμε αυτά, και πρέπει να το εξομολογηθούμε, ενώ και εμείς οι ίδιοι δυσκολευόμασταν να αντιληφθούμε πλήρως αυτά που μας έλεγαν οι ανακαλύψεις της τελευταίας δεκαετίας.

Ή εν πάση περιπτώσει, δεν τα αντιλαμβανόμασταν όσο χρειαζόταν. Ο θόρυβος των παρακρατικών ρουφιάνων της διανόησης, όσο να ‘ναι, μάς επηρρέαζε. Η τακτική της στρουθοκαμήλου έδειχνε δελεαστική όσο πάντα. Το κυριότερο όμως ήταν ότι στο εσωτερικό των οργανωτικών μας δομών, οι συζητήσεις περί «διεθνών οικονομικών» γίνονταν αντιληπτές ως κάποιου είδους εστέτ ενασχόληση, όπως περίπου το γκολφ. Γίνονταν αντιληπτές ως... «θεωρία», συγγενής με τις πολυσέλιδες αρλούμπες που συνήθιζαν να αραδιάζουν οι Έλληνες «αυτόνομοι μαρξιστές» ανά διετία και φυσικά ποτέ μας δε διαβάσαμε - ένα παράξενο χόμπι που οπωσδήποτε δεν έχει να κάνει με τις πλατείες, τους φασίστες και τους μπάτσους. Δηλαδή το πρόβλημά μας ήταν όπως όλα μας τα προβλήματα: πολιτικό και οργανωτικό μαζί. Συγκεκριμένα: ποτέ μας δεν καταφέραμε να συνδέσουμε τις σκέψεις περί της καπιταλιστικής κρίσης με τις πραγματικές μας πρακτικές.

Οπότε, ναι, καταλαβαίναμε τι συμβαίνει, όχι μόνο από τον Οκτώβρη του 2019, αλλά από πολύ παλιότερα. Ναι, όταν κολλάγαμε τις αφίσες «δεν είναι γρίπη», ξέραμε, το ξέραμε από πριν, ότι δεν έφερε ο «ιός» την κρίση – ο «ιός» είναι ένας τρόπος κρατικής διαχείρισης της κρίσης.[12] Και ναι, φοβόμασταν να νιώσουμε αυτό που καταλαβαίναμε. Σχεδόν ντροπαλά, χώσαμε το ζήτημα κάπου που να μη φαίνεται και πολύ, χώσαμε το κεφάλι στην άμμο... και προσευχηθήκαμε από μέσα μας να κάνουμε λάθος.

Τελικά όμως, δεν κάναμε λάθος.

Και αν εμείς μπορούσαμε να περιγράφουμε τόσο εύστοχα την κατάσταση του καπιταλιστικού κόσμου, τουλάχιστον από τον Οκτώβρη του 2019, μπορείτε να φανταστείτε τι περνούσε από το μυαλό του Liu He τρεις μήνες αργότερα.

...

Εντάξει· ίσως και να μην μπορείτε ακόμη -γιατί είπαμε: ετούτοι είναι περίπλοκοι άνθρωποι που κάνουν περίπλοκους λογαριασμούς σε μια περίπλοκη γλώσσα. Δυστυχώς για εμάς, θα πρέπει τώρα να δείξουμε, για άλλη μια φορά, πώς μάθαμε να καταλαβαίνουμε αυτή τη γλώσσα και να διακρινουμε πίσω της τον διακρατικό ανταγωνισμό.

 

2. Η γλώσσα των ειδικών και η ιστορία του κόσμου

Τουλάχιστον είμαστε σε καλά χέρια. Ως αφετηρία, θα χρησιμοποιήσουμε ένα εξαίρετο δείγμα απόκρυφης οικονομολογίας, δηλαδή το κείμενο της Μιράντας Ξαφά με τίτλο «Οι επιπτώσεις του κορωνοϊου στην παγκόσμια οικονομία».[13] Για να ξέρετε, η καλή κυρία Ξαφά ασχολείται με την «παγκόσμια οικονομία» από το 1991, οπότε διαθέτει επαρκή γνώση του αντικειμένου.[14] Είναι γι’ αυτό που, ενώ όλο και ξεκινάει τάχα να περιγράφει τις «επιπτώσεις του ιού», η καλή κυρία Ξαφά, όλο και καταλήγει να περιγράφει λεπτομερώς τις εκφάνσεις της καπιταλιστικής κρίσης πριν από τον «ιό».

Ας πούμε: η κυριά Ξαφά βεβαίως ξεκινά διαπιστώνοντας αυτό που πρέπει να ξέρει κάθε πιστός γριποτρελαμένος. Δηλαδή ότι «τώρα με τον ιό», τα χρηματιστήρια δυστυχώς «έχουν κυριολεκτικά καταρρεύσει». Επειδή όμως αυτά γράφονται στις πορτοκαλί σελίδες, και η κυρία Ξαφά καθόλου γριποτρελαμένη δεν είναι, μπορεί να συμπληρώσει:

 

Η πτώση βελτίωσε τις αποτιμήσεις, αλλά ο δείκτης Dow Jones εξακολουθεί να διαπραγματεύεται σε επίπεδα υψηλότερα από τον ιστορικό μέσο όρο. Μετά την πρώτη διόρθωση που υπέστη ο δείκτης στο τελευταίο τρίμηνο του 2018, η Federal Reserve μείωσε τα επιτόκια του δολαρίου τρεις φορές στη διάρκεια του 2019, πυροδοτώντας νέο «πάρτυ» στα χρηματιστήρια. Το πάρτυ τελείωσε στα τέλη Φεβρουαρίου, όταν ο Dow έχασε μέσα σε τρεις εβδομάδες όλα τα κέρδη που είχε αποκομίσει το 2019, στη μεγαλύτερη διόρθωση που καταγράφηκε ποτέ σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.

 

Ως συνήθως με αυτούς τους ανθρώπους, το πράγμα χρειάζεται μετάφραση. Λοιπόν: από πολύ πριν «τον ιό», το αμερικανικό χρηματιστήριο ήταν και γαμώ τις φούσκες. Δηλαδή, εδώ και πολλά χρόνια, οι μετοχές του αμερικανικού χρηματιστηρίου πουλιούνται και αγοράζονται πολύ πάνω από την «πραγματική τους αξία». Αυτή η αναντιστοιχία, ήδη το 2018, οδήγησε σε ένα κραχ, που η κυρία Ξαφά προσέχει να το αποκαλεί «διόρθωση». Τα «μετά τον ιό» χρηματιστηριακά κραχ, σόρυ «διορθώσεις», παρότι «οι μεγαλύτερες που έχουν καταγραφεί ποτέ», έχουν λαμπρό μέλλον. Γιατί ακόμη και μετά την «πτώση κατά 30%», οι τιμές των μετοχών εξακολουθούν να βρίσκονται σε «επίπεδα υψηλότερα από τον ιστορικό μέσο όρο». Αυτό που δεν λέει η κυρία Ξαφά, ας το πούμε μόνοι μας: τα χρηματιστήρια δεν καταρρέουν λόγω «ιου». Καταρρέουν γιατί είχαν ήδη μετατραπεί σε φούσκες άνευ προηγουμένου. Θα είχαν καταρρεύσει και άνευ ιού.

Πώς όμως και μας έλαχε ετούτο το κακό; Η κυρία Ξαφά απαντά με τρόπο που μόνο το συνάφι της καταλαβαίνει: «η μείωση του επιτοκίου τρεις φορές στη διάρκεια του 2019 πυροδότησε νέο πάρτυ στα χρηματιστήρια». Και για να εξηγηθεί αυτό το ακαταλαβίστικο ζητηματάκι, η κυρία Ξαφά ξαναρχίζει με τον τρόπο της να περιηγείται εκεί όπου το ποντίκι του τεχνοσακατεμένου δεν τολμά να πατήσει, δηλαδή σε κάποιου είδους... ιστορία.

Δηλαδή ο Θεός να την κάνει ιστορία. Αυτό που λέει η κυρία Ξαφά κυμαίνεται, κατά τα συνήθη, μεταξύ ναζιστικού κώδικα ανθυποβρυχιακού πολέμου και παραληρήματος. Το ρίχνουμε τώρα χύμα και θα το εξηγήσουμε μετά. Λοιπόν:

 

Ο πραγματικός κίνδυνος όμως βρίσκεται στα αμερικανικά εταιρικά ομόλογα, τα οποία έχουν τριπλασιαστεί από 2 τρις. δολάρια το 2008 σε πάνω από 6 τρις. σήμερα. Τα ιστορικά χαμηλά επιτόκια που επικράτησαν μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση 2008-2009 δημιούργησαν κίνητρο για ανάληψη κινδύνου και ώθησαν πολλές αμερικανικές επιχειρήσεις να αντλήσουν τεράστια ποσά φθηνής ρευστότητας εκδίδοντας ομόλογα. Ένα τμήμα της άπλετης ρευστότητας χρησιμοποιήθηκε για την επαναγορά των μετοχών τους συμβάλλοντας ταυτόχρονα στην άνοδο των χρηματιστηρίων και στην υπερχρέωση των επιχειρήσεων με τους δείκτες μόχλευσης σε υψηλά εικοσαετίας (...)

[Και πολύ παρακάτω συνοψίζει]

Ύστερα από μια δεκαετία άκρως χαλαρής νομισματικής πολιτικής, με τα επιτόκια σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και τους ισολογισμούς «φουσκωμένους» με τα ομόλογα που αγόρασαν στην προηγούμενη κρίση, οι κεντρικές τράπεζες αναζητούν τρόπους να στηρίξουν τη ζήτηση και να διοχετεύσουν ρευστότητα στην οικονομία (...)

[Οπότε,]

Η Fed (...) επανεκκίνησε το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης παρέχοντας ρευστότητα στην οικονομία μέσω της αγοράς ομολόγων (...). Αντίστοιχα η ΕΚΤ ανακοίνωσε μέτρα που διασφαλίζουν άφθονη ρευστότητα στο τραπεζικό σύστημα και ενθαρρύνουν φθηνό δανεισμό προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Επέκτεινε την ποσοτική χαλάρωση αυξάνοντας τα ομόλογα που θα αγοράζει φέτος (...)

Η ΕΚΤ διέψευσε όμως τις προσδοκίες για μείωση του επιτοκίου της –που βρίσκεται ήδη στο -0,5%- επιβεβαιώνοντας όσους προειδοποιούσαν ότι η νομισματική πολιτική έχει φτάσει στα όριά της.[15]

 

Το λεξικό που χρειάζονται όλα ετούτα έχει ευτυχώς καταρτιστεί στις προηγούμενες προσπάθειες που λέγαμε. Αντιγράφουμε από εκεί.[16]

α. «Ομόλογο» είναι το χαρτί που δίνει κάποιος που δανείζεται σε αυτόν που του δάνεισε το χρήμα. Είναι ένα χαρτί που λέει «χρωστάω σε αυτόν που έχει ετούτο το χαρτί τόσα και θα τα ξεπληρώσω τότε». Άρα «οι τράπεζες αγοράζουν ομόλογα» πάει να πει «οι τράπεζες δανείζουν». Με τον ίδιο τρόπο «το κράτος εκδίδει ομόλογα» πάει να πει «το κράτος δανείζεται». Αυτό που προκύπτει είναι χρήμα προς χρήση των καπιταλιστών, που η κυρία Ξαφά αποκαλεί «άπλετη ρευστότητα».

Το γιατί είναι πολιτικά χρήσιμο για τα αφεντικά ο δανεισμός και το χρήμα να συγκαλύπτονται κατω από αυτό το γλωσσικό μπουρδούκλωμα, θα αποσαφηνιστεί παρακάτω. Ήδη πάντως, κάποιες από τις φράσεις της κυρίας Ξαφά αποκρυπτογραφούνται. Η φράση «οι λογαριασμοί [των τραπεζών είναι] φουσκωμένοι με τα ομόλογα που αγόρασαν στην προηγούμενη κρίση», πάει να πει ότι, δέκα χρόνια τώρα, οι τράπεζες έχουν ήδη δανείσει στα νοικοκυριά, στις επιχειρήσεις και στα κράτη, τόσα λεφτά, που δεν υπάρχει περίπτωση να τα πάρουν πίσω. Η φράση «τα αμερικανικά εταιρικά ομόλογα έχουν τριπλασιαστεί» σημαίνει ότι οι αμερικανικές εταιρείες, δέκα χρόνια τώρα, έχουν δανειστεί από τις αμερικανικές τράπεζες και το κράτος των ΗΠΑ, τόσα χρήματα, που αποκλείεται να τα δώσουν πίσω.

β.  «Χαλαρή νομισματική πολιτική» και «ποσοτική χαλάρωση» είναι όροι σχεδόν ισοδύναμοι, τμήματα αυτού που η κυρία Ξαφά αποκαλεί «νομισματική πολιτική». Η «χαλαρή νομισματική πολιτική» σημαίνει ότι «τα επιτόκια» διαρκώς μειώνονται με απόφαση της «κεντρικής τράπεζας», δηλαδή του κράτους. Οπότε, αφού τα επιτόκια μειώνονται, όποιος δανείζει έχει να λαμβάνει πίσω όλο και λιγότερα. Οπότε, όσο μειώνονται τα επιτόκια, τόσο περισσότερο συμφέρει να δανειστείς και τόσο λιγότερο συμφέρει να δανείσεις. Και φυσικά τόσο λιγότερο συμφέρει να «αποταμιεύσεις», γιατί αυτό που έλεγε ο Ιωάννης Μεταξάς «αποταμίευση», είναι να πας να δανείσεις τα λεφτά σου σε κάποια τράπεζα, όπου, λόγω «χαμηλού επιτοκίου», όσο περνάει ο χρόνος θα εξανεμίζονται. Σούμα: όσο «μειώνονται τα επιτόκια», τόσο πρέπει οι κάτοχοι χρήματος να πάνε να βρουν να κάνουν με τα λεφτά (που δανείζονται) κάτι άλλο από το να τα δανείσουν με τη σειρά τους. Η κυρία Ξαφά έχει ένα ωραίο όνομα για αυτόν αυτόν τον κρατικό εξαναγκασμό των καπιταλιστών σε «επενδύσεις»: το λέει «κίνητρο για ανάληψη κινδύνου».

Η «ποσοτική χαλάρωση» είναι η διαδικασία κατά την οποία, αφού είδαν κι απόειδαν με τη «μείωση των επιτοκίων»,  οι κεντρικές τράπεζες άρχισαν να τυπώνουν χρήμα εκ του μηδενός και να το δανείζουν σε επιχειρήσεις, νοικοκυριά και κράτη με όλο και πιο χαλαρά κριτήρια. Η κυρία Ξαφά μας λέει ότι αυτές οι σεμνές διαδικασίες (περίπλοκα ονόματα – απλούστατη ουσία) εξελίσσονται επί δέκα συναπτά έτη. Ξαναξεκινούν «τώρα με τον ιό» (λες και σταμάτησαν ποτέ), με ακόμη μεγαλύτερη ένταση, γιατί δεν υπάρχει κάτι άλλο να γίνει. Το θέμα κλείνει με την -επιτέλους κατανοητή- φράση «[αυτές οι μέθοδοι] έχουν φτάσει στα όριά τους».

Μπορείτε τώρα, αν αντέχετε, να ξαναδιαβάσετε τα αποσπάσματα της Μιράντας, για να εξασκηθείτε στη νέα γλώσσα (newspeak στα αγγλικά), και να δείτε μήπως βγάζουν καλύτερα νόημα. Κατά τα άλλα, γρήγoρα πίσω στον Μαρξ για να μην τα ξεχάσουμε και πάει στράφι τόση ώρα μαλακία.

Μαρξ λοιπόν, μπασταρδεμένος, άρα βελτιωμένος: Η καρδιά του καπιταλιστικού κόσμου είναι ο χώρος εργασίας και η διαδοχή Χ-Ε-Χ΄. Αλλά η διαδοχή κολλάει. Τα εμπορεύματα (Ε) δεν μπορούν να πουληθούν και μένουν σε αποθήκες, οπότε σκατά Χ΄.  Όμως (εδώ το μπαστάρδεμα), ο Μαρξ και οι μαρξιστές νομίζουν ότι το έθνος κράτος παρακολουθεί αυτή τη διαδικασία από τις κερκίδες. Η Μιράντα Ξαφά και ο Χρήστος Σταϊκούρας μάς μαθαίνουν ότι αυτό που συμβαίνει είναι το αντίθετο. Το έθνος κράτος, η πολιτική οργάνωση της αστικής τάξης, παρεμβαίνει διαρκώς προσπαθώντας να αναιρέσει την κρίση. Ο κρατικός μηχανισμός που έχει αναλάβει τη δουλειά λέγεται Κεντρική Τράπεζα. Η «Κεντρική Τράπεζα μειώνει τα επιτόκια» σημαίνει α. «Δεν συμφέρει να δανείζετε χρήμα», οπότε β. «τραβάτε βρείτε τρόπους να μετατρέψετε τα λεφτά σας σε υλικές παραγωγικές διαδικασίες με εργάτες και μηχανές». «Η Κεντρική Τράπεζα αγοράζει επιχειρηματικά ομόλογα», σημαίνει ότι κόβει χρήμα και το δανείζει στους καπιταλιστές για να ξεκινήσουν τους κύκλους τους. «Οι τράπεζες δανείζουν σε νοικοκυριά» σημαίνει ότι, αφού δανειστούν οι ίδιες το χρήμα που κόβει η κεντρική τράπεζα, το δανείζουν κατευθείαν τους «καταναλωτές», σε μια προσπάθεια να πουληθούν τα απούλητα εμπορεύματα (Ε) των εθνικών καπιταλιστών.

Το τραπεζικό σύστημα συνήθως γίνεται αντιληπτό σαν το θησαυροφυλάκιο του Σκρουτζ μακ Ντακ ή σαν ΑΤΜ για κάψιμο. Στην πραγματικότητα το τραπεζικό σύστημα είναι μια αντλία χρήματος.[17] Συγκεντρώνει (δανείζεται) το χρήμα που δεν έχει επενδυθεί στους παραγωγικούς κύκλους Χ-Ε-Χ΄ και το διοχετεύει εκ νέου στους καπιταλιστές ως δανεικό – μπας και αυτοί το κάνουν Χ. Δανείζει το ίδιο «λιμνάζον» χρήμα στους «καταναλωτές», και αυτοί με τη σειρά τους αγοράζουν τα εμπορεύματα (Ε) που δίχως το δανεικό χρήμα θα παρέμεναν απούλητα – οι καπιταλιστές το εισπράττουν ως Χ΄. Τυπώνει χρήμα και το δανείζει στο κράτος («ποσοτική χαλάρωση για αγορά ομολόγων του δημοσίου») και το κράτος κάνει «δημόσια έργα», δηλαδή αγοράζει παραγωγικές δυνατότητες των εθνικών καπιταλιστών που αλλιώς θα έμεναν «πλεονάζουσες».

Και μιας και όλοι αυτοί θα πρέπει να ξεπληρώσουν όσα δανείστηκαν, να ξεπληρώσουν τα χρέη τους στο μέλλον, μπορούμε να συνοψίσουμε το όλο πράγμα με μια φράση: λειτουργώντας ως αντλία, το τραπεζικό σύστημα προβάλλει την καπιταλιστική κρίση στο μέλλον μέσω δανεισμού. Αυτή είναι η διαδικασία που αποκρύπτεται κάτω από τις παράξενες λέξεις της Μιράντας Ξαφά και του συναφιού της.

Και όπως μπορούμε τώρα να καταλάβουμε από τα λεγόμενά της, αυτό που περιγράφει η κυρία Ξαφά τελικά δεν ήταν μια «οικονομική» διαδικασία.

Ήταν μια ιστορική διαδικασία. Που «έχει φτάσει στα όριά της». Και που τώρα μπορεί να γίνει κατανοητή.

 

3. Η κατάσταση του πλανήτη – 16 Ιανουαρίου του 2020

Τα εθνικά τραπεζικά συστήματα ανακάλυψαν το «καταναλωτικό δάνειο» κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90. Τα «καταναλωτικά δάνεια» πολλαπλασιάζονταν μαζί με τις πιστωτικές κάρτες και τις αγορές με δόσεις για πάνω από δέκα χρόνια. Στο τέλος της διαδικασίας, κάπου το 2008, μπορούσε κανείς να αγοράσει ένα αυτοκίνητο με «εβδομηντα δύο δόσεις» (σε έξι χρόνια), και να αγοράσει ένα σπίτι με στεγαστικό δάνειο που θα αποπληρωνόταν σε σαράντα χρόνια. Δηλαδή οι αυτοκινητοβιομηχανίες και οι οικοδομικές εταιρείες πουλούσαν αυτοκίνητα και σπίτια (Ε) σε «καταναλωτές», οι τράπεζες πλήρωναν επί τόπου το αντίτιμο, οι καπιταλιστές εισέπρατταν Χ΄ επί τόπου, και οι τράπεζες θα έπαιρναν πίσω τα λεφτά τους από τους «καταναλωτές» σε σαράντα χρόνια. Εν τω μεταξύ όμως αυτό το χρήμα κυκλοφορούσε – οι εργάτες πληρώνονταν, αγόραζαν γάλα και παπούτσια και σχολικά είδη, οι καπιταλιστές του γάλακτος και των παπουτσιών πουλούσαν και αυτοί τα εμπορεύματά τους και φτου κι απ’ την αρχή.

Για τους ίδιους λόγους, τα «δημόσια έργα» γνώρισαν εξίσου δανεικές δόξες. Το ελληνικό κράτος, για παράδειγμα, δανείστηκε για να στήσει «Ολυμπιακούς Αγώνες». Δηλαδή, από το 2000 έως το 2004, οι ελληνικές κατασκευαστικές εταιρείες πληρώθηκαν με δανεικό χρήμα (Χ΄) για να χτίσουν κανονικές πυραμίδες από μπετόν (Ε) που υποτίθεται ότι θα χρησιμοπούνταν για τη διεξαγωγή «αγώνων κανώ καγιάκ». Μπετόν! δηλαδή η χαλυβουργία πληρώθηκε, η τσιμεντοβιομηχανία επίσης, οι Αλβανοί εργάτες των κατασκευαστικών εταιρειών επίσης, οι γαλακτοβιομηχανίες και οι έμποροι και βιομήχανοι τηλεοράσεων επίσης. Δίχως τα στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια, δίχως την κατασκευή πυραμίδων από μπετόν με το χρήμα των «ομολόγων του δημοσίου», η «κρίση» θα είχε γίνει αντιληπτή με την ίδια ακριβώς ένταση, αλλά δέκα και είκοσι χρόνια νωρίτερα.

Επί δεκαετίες, όλες οι τράπεζες του πλανήτη λειτουργούσαν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο: ως αντλίες χρήματος, δηλαδή προβάλλοντας την καπιταλιστική κρίση στο μέλλον. Και εν τω μεταξύ συσσώρευαν την καπιταλιστική κρίση στους ισολογισμούς τους. Εκεί έγραφαν τα δάνεια που περίμεναν την «αποπληρωμή εντός σαράντα ετών», ως κανονικά περιουσιακά στοιχεία. Μεταξύ του 2007 και του 2009 αυτή η κρατικά εγγυημένη φάρσα κατέρρευσε. Έγινε όλο και περισσότερο αποδεκτό ότι τα δάνεια που είχαν δώσει οι τράπεζες δεν θα αποπληρώνονταν ποτέ. Οι τράπεζες κατέρρευσαν, δηλαδή κανείς δεν τους δάνειζε πια. Άμεσα, όλα τα έθνη κράτη του πλανήτη προχώρησαν σε κινήσεις που ήταν πανομοιότυπες γιατί ήταν μονόδρομος –για την ακρίβεια, καπιταλιστικός μονόδρομος. Δηλαδή τα κράτη δανείστηκαν τα ίδια για να σώσουν τις τράπεζές τους. Μετέτρεψαν το χρέος προς τις τράπεζες, που είχε δημιουργηθεί προβάλλοντας την καπιταλιστικη κρίση στο μέλλον επί δεκαετίες, σε «δημόσιο χρέος».

Η κυρία Ξαφά αφηγείται την συνέχεια αυτής της ιστορίας από το 2010 και μετά. Τα κράτη ανακάλυψαν την «ποσοτική χαλάρωση»: οι κεντρικές τράπεζες τύπωναν χρήμα και το διένειμαν ως δανεικό κατευθείαν σε κράτη και επιχειρήσεις. Οι κεντρικές τράπεζες μείωναν τα επιτόκια σε αρνητικά επίπεδα. Τα κράτη δανείζονταν κι άλλο και προχωρούσαν σε επιπλέον «δημόσια έργα». Καθώς όμως η κρίση σοβούσε, η δυσκολία να πουληθουν τα εμπορεύματα επέμενε. Τα κράτη δημιουργούσαν χρήμα, αλλά το χρήμα δεν μπορούσε να παράξει εμπορεύματα με κέρδος. Τα αφεντικά που δανείζονταν το χρήμα (κατά Ξαφά «φτηνή ρευστότητα») δεν έβρισκαν τίποτα καλύτερο να κάνουν με αυτό το χρήμα από το να αγοράσουν τις ίδιες τους τις μετοχές στο χρηματιστήριο ή από το να το δανείσουν στα κράτη (να «αγοράσουν ομόλογα του δημοσίου»).

Έτσι έγινε και τα ομόλογα του δημοσίου έφτασαν να έχουν αρνητικό επιτόκιο. Οι καπιταλιστές, που είχαν δανειστεί το χρήμα της «ποσοτικής χαλάρωσης», κατέληγαν να το δανείζουν σε κάποιο κράτος με αρνητικό επιτόκιο. Γιατί δεν μπορούσαν να βρουν τι να κάνουν με αυτό το χρήμα, ώστε να αποκομίσουν έστω 0,1% κέρδος.[18]

Έτσι έγινε και τα χρηματιστήρια εμπορεύονταν μετοχές – φούσκες, τόσο φούσκες που πρόσφατα έχασαν το 30% «της αξίας τους» μέσα σε δύο εβδομάδες –και βλέπουμε. Οι καπιταλιστές, που είχαν δανειστεί το χρήμα της «ποσοτικής χαλάρωσης», κατέληγαν να το «επενδύουν» στα χρηματιστήρια, όπου ήξεραν ότι κάποτε θα εξανεμιστεί, αλλά ήλπιζαν να επωφεληθούν από τη διαδικασία, φυσικά εις βάρος των άλλων καπιταλιστών.

Έτσι έγινε και μπορούσαμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει, ήδη από τον Οκτώβριο του 2019, απλά κοιτάζοντας τα επιτόκια των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου.

Και εδώ είναι που θα βρούμε την τελευταία λαθροχειρία της κυρίας Ξαφά. Το πρόβλημα δεν είναι «τα ομόλογα», «η ποσοτική χαλάρωση», η «κατάρρευση του Dow Jones» και ο «κορονοϊός». Το πρόβλημα είναι ότι εδώ και δέκα χρόνια, δεν υπάρχει τρόπος να βγάλουν χρήματα τα αφεντικά μας. Γιατί υπάρχουν πάρα πολλά από τα πάντα. Το πρόβλημα των αφεντικών  μας είναι το ίδιο με εκείνο που εντόπισε ο Καρλ Μαρξ το 1848: η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση.

Οπότε, η καπιταλιστική κρίση οξύνεται και ωριμάζει και αναβάλλεται και προβάλλεται στο μέλλον επί τρεις τουλάχιστον δεκαετίες. Η τελευταία έκρηξη της κρίσης, «που συνέβη λόγω ιού», «συγκλονίζει τον πλανήτη»... Και το μόνο που έχουν να αντιπροτείνουν οι κεντρικές τράπεζες είναι μία από τα ίδια! Κι άλλη «ποσοτική χαλάρωση», κι άλλα «εταιρικά ομόλογα», δηλαδή κι άλλα δάνεια! Άρα ακόμη βαθύτερη υποθήκευση του μέλλοντος και ακόμη μεγαλύτερες φούσκες. Αυτό εννοεί η κυρία Ξαφά όταν λέει «η νομισματική πολιτική έχει φτάσει στα όριά της». Και προσθέτει: «είχαμε προειδοποιήσει». Δηλαδή διάφοροι από το σινάφι της κυρίας Ξαφά, ήδη ήξεραν διάφορα. Τα ήξεραν τόσο καλά, ώστε να «προειδοποιούν». Πριν τον «ιό».

Άραγες, «προειδοποιούσαν» μοναχικά και ανίσχυρα, σαν την κακόφημη Κασσάνδρα, ή μήπως είχαν υπ’ όψη και τίποτα «λύσεις» πέρα από τη «νομισματική πολιτική» που «έχει φτάσει στα όριά της»;

Και αυτό, μάς είναι ήδη γνωστό.

 

4. Η κατάσταση του πλανήτη – 16 Ιανουαρίου του 2020, ΙΙ

Από τις απαρχές του καπιταλισμού, τα αφεντικά διαθέτουν και άλλους τρόπους αντιμετώπισης της κρίσης τους, πέρα από τη «νομισματική πολιτική». Αναφερθήκαμε σε αυτούς τους τρόπους στην προηγούμενη συνέχεια αυτού του κειμένου. Συγκεκριμένα: η καπιταλιστική κρίση εκφράζεται ως αδυναμία να πουληθούν τα εμπορεύματα που παράγουν οι εθνικοί καπιταλιστές. Οι ειδικοί των εθνικών καπιταλιστών, ήδη από τον 16ο αιώνα, αναγνώριζαν ότι αυτή η υπερπαραγωγή εμπορευμάτων εντός μιας εθνικής επικράτειας, μπορεί να διοχετευθεί σε άλλες χώρες ως «εξαγωγές». Πρόκειται για το ζήτημα του «εξωτερικού ισοζυγίου» που τόσο απασχολούσε τον κύριο Σταϊκούρα ολόκληρο το 2019.[19]

Προφανώς οι «εξαγωγές» είναι πολύ καλή λύση για τον καπιταλιστή που ανακαλύπτει ότι δεν μπορεί να πουλήσει τα εμπορεύματα του «στο εσωτερικό» της χώρας του. Είναι όμως πολύ δυσάρεστο πράγμα για τον καπιταλιστή της χώρας που εισάγει τα εμπορεύματα. Αυτός, ενώ ήδη δεν μπορεί να πουλήσει τα εμπορεύματά του, έρχεται αντιμέτωπος με πλημμύρα εισαγόμενων εμπορευμάτων που παράγονται από τους συναδέλφους του του «εξωτερικού». Η «λύση» των εξαγωγών είναι ένα παγκόσμιο παίγνιο μηδενικού αθροίσματος, όπου ό,τι κερδίζει κάποιος καπιταλιστής, το έχει χάσει κάποιος άλλος.

Οι καπιταλιστές και τα κράτη τους μάχονται με τον τρόπο των «εξαγωγών» και των «εισαγωγών», από τις απαρχές του καπιταλισμού. Ζουν εντός ενός παγκόσμιου εμπορικού πολέμου. Οι τρόποι διεξαγωγής του εμπορικού πολέμου είναι κατά βάση:

α. Η επίθεση στην εργατική τάξη στο εσωτερικό: η μείωση των μισθών με όλους τους τρόπους του κόσμου καθιστά τα εμπορεύματα των εθνικών καπιταλιστών φτηνότερα, συνεπώς δελεαστικότερα. Από το 2010 και μετά το ελληνικό κράτος προχωρά σε προσπάθειες «εσωτερικής υποτίμησης» (δικής μας υποτίμησης),[20] όχι γιατί «έτσι του είπε ο Σόιμπλε», αλλά ακριβώς με στόχο την αύξηση των εξαγωγών και τη μείωση των εισαγωγών.

β. Η επιβολή δασμών στα εισαγόμενα εμπορεύματα: η επιβολή φόρων στα εμπορεύματα των ξένων καπιταλιστών αποτρέπει την αγορά τους στο εσωτερικό της χώρας και καθιστά τα εμπορεύματα των ντόπιων καπιταλιστών «ανταγωνιστικά» στο εσωτερικό, εννοείται έναντι των ξένων ανταγωνιστών τους. Δέσμιο παλιών συμφωνιών, το ελληνικό κράτος δεν μπορεί να επιβάλλει δασμούς στα εμπορεύματα που προέρχονται από τους «εταίρους», οπότε πρέπει να βρει άλλους τρόπους περιορισμού των εισαγωγών, για τους οποίους μιλήσαμε στην προηγούμενη συνέχεια αυτού του κειμένου.

γ. Αυτό που η Μιράντα Ξαφά ονομάζει «νομισματική πολιτική», ενώ εμφανίζεται ως κρατική πολιτική που αφορά κατά βάση το εσωτερικό, διαθέτει όψεις που αφορούν τον παγκόσμιο εμπορικό πόλεμο. Για παράδειγμα, η «ποσοτική χαλάρωση», (το κράτος κόβει χρήμα και το δανείζει στους καπιταλιστές του), υποτιμά το εθνικό νόμισμα σε σχέση με τα νομίσματα των ανταγωνιστών. Αυτό σημαίνει ότι το κράτος με το υποτιμημένο νόμισμα φτηναίνει τις εξαγωγές του και ακριβαίνει τις εισαγωγές του με μία κίνηση. Εμείς αντιλαμβανόμαστε το αποτέλεσμα σαν «ο μισθός δεν φτάνει ούτε για ζήτω». Τα αφεντικά μας μιλούν για «πατριωτική στήριξη των ντόπιων προϊόντων» και κοτσάρουν σημαίες στα σούπερ μάρκετ. Και οι οικονομολόγοι μιλούν για «ανταγωνιστικές υποτιμήσεις νομισμάτων» και κλαίνε για το πόσο κάτι τέτοια «υποσκάπτουν τα θεμέλια της παγκοσμιοποίησης».

Όντως! Γιατί, όπως καταλαβαίνετε, οι τρόποι αντιμετώπισης της καπιταλιστικής κρίσης μέσω εμπορικού πολέμου είναι κατά βάση εθνικοί. Οι κρατικές πολιτικές, δηλαδή το έθνος κράτος, συνεπώς ο στρατός και οι μπάτσοι του και οι γιατροί του, επιστρατεύονται όλο και περισσότερο προκειμένου να έλθει εις πέρας ο μεγάλος στόχος της πώλησης των εμπορευμάτων που παράγουν οι ντόπιοι καπιταλιστές.

Ο εμπορικός πόλεμος, δηλαδή οι εθνικοί τρόποι αντιμετώπισης της καπιταλιστικής κρίσης χρησιμοποιήθηκαν με όλο και περισσότερη φαντασία και όλο και οξύτερη ένταση από το 2008 και μετά. Οι δασμοί πολλαπλασιάστηκαν σε πρωτοφανή βαθμό.[21] Η επίθεση στην εργατική τάξη εξελίχθηκε παγκοσμίως, είτε μέσω «νομισματικής πολιτικής», είτε μέσω «μεταναστευτικής πολιτικής», είτε μέσω άμεσων «μέτρων εσωτερικής υποτίμησης». Οι «εμπορικές συμφωνίες» επίσης πολλαπλασιάστηκαν. Και κάθε φορά ήταν συμφωνίες εναντίον κάποιου άλλου, όπως όταν το Μεξικό, οι ΗΠΑ και ο Καναδάς «συμφώνησαν» να επιβάλλουν όλοι μαζί δασμούς στον κινέζικο χάλυβα.[22]

Εν τω μεταξύ, οι σχετικές ρητορικές απέκτησαν χίλια πρόσωπα. Η «μεταναστευτική πολιτική» ήταν το πιο κραυγαλέο από αυτά τα πρόσωπα, αλλά υπήρχαν και άλλα, ακόμη πιο συγκαλυμμένα. Για παράδειγμα, το «σκάνδαλο της Volkswagen» του 2015, κατά τη διάρκεια του οποίου «αποκαλύφθηκε» ότι τα γερμανικά αυτοκίνητα «εκπέμπουν αέρια του θερμοκηπίου» στον καθαρό αέρα των ΗΠΑ, δεν ήταν παρά μια στιγμή της χρήσης «οικολογικών επιχειρημάτων» για τους σκοπούς του εμπορικού πολέμου.[23] Τα αλλεπάλληλα «διατροφικά σκάνδαλα», όπως όταν «οι ευρωπαϊκές χώρες» αρνούνται να υποβάλλουν τους πληθυσμούς τους στο μαρτύριο της αμερικανικής «μεταλλαγμένης σόγιας», ή όπως όταν αποκαλύπτεται ότι το γαλλικό μοσχαρίσιο κρέας περιέχει σημαντικό ποσοστό αλογίσιου κρέατος,[24] ξεχνιούνται τόσο γρήγορα, ακριβώς γιατί ο σκοπός τους δεν είναι η «σωστή διατροφή», αλλά ο εμπορικός πόλεμος στο πεδίο της παραγωγής τροφίμων. Η «απαγόρευση του καπνίσματος», υπήρξε μια ιδιαιτέρως αισθητή όψη της πολύ ευρύτερης προσπάθειας μείωσης των εισαγωγών μέσω κοινωνικής πειθάρχησης,[25] που τόσα χρόνια περνούσε απαρατήρητη, μόνο λόγω μικροαστικής στραβομάρας και αριστερής υποταγής στην ιατρική αυθεντία.[26]

Το αποτέλεσμα της εικοσαετούς διαδικασίας υπήρξε συνταρακτικό. Ήταν 16 Ιανουρίου του 2020. Επί είκοσι χρόνια, με δασμούς, με επιθετικές εμπορικές συμφωνίες, με «κινήματα» και με «φόρουμ», με ψέματα και τρέλα και μισές αλήθειες, η τρομερή «παγκοσμιοποίηση» κατέρρεε μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας, ακριβώς όπως ζητούσαν οι ντοματοντυμένοι τυμπανιστές των αρχών του αιώνα (ενδιαφέρον που εκείνοι οι ξεφτίλες ντύνονταν ντομάτες «ενάντια στα μεταλλαγμένα», ε;). Στη θέση της, ο πραγματικός πρωταγωνιστής της πλανητικής ιστορίας είχε ξεπροβάλει ξανά, ντυμένος αστραφτερή πανοπλία. Επί είκοσι χρόνια, τα έθνη κράτη, όλο και περισσότερο απελευθερωμένα από τις παλιές συμφωνίες, έκαναν αυτό που πάντα έκαναν: προστάτευαν το εθνικό τους κεφάλαιο και ταυτόχρονα έρχονταν σε σύγκρουση αναμεταξύ τους. Ο παγκόσμιος πόλεμος είχε ξεκινήσει. Κι αν παρέμενε αντιληπτός ως αποκλειστικά «εμπορικός», ήταν μόνο γιατί ο κανονικός πόλεμος που εν τω μεταξύ συγκλόνιζε τη Μέση Ανατολή, μέσω κάποιου θαύματος της ρητορικής των αφεντικών και των ρουφιάνων τους, γινόταν αντιληπτός σαν τριακονταετής διαδοχή «λαθών».

Ήταν 16 Ιανουαρίου του 2020. Ο παγκόσμιος πόλεμος είχε ξεκινήσει. Και ο Liu He, ειδικός των εμπορικών διαπραγματεύσεων του κινεζικού κράτους επέστρεφε στην Κίνα έπειτα από μια αποτυχημένη προσπάθεια εμπορικής ανακωχής με τις ΗΠΑ. Η συμφωνία είχε αποτύχει, συνεπώς οι παραγωγικές δυνατότητες του κινεζικού κεφαλαίου παρέμεναν «πλεονάζουσες».

Πολύ κρίμα δηλαδή, που σε τούτο το παιχνίδι, τα μόνα «λάθη» ήταν τα δικά μας.

 

Σιγά με τα αλόγατα

30 Ιανουαρίου 2013. Το γαλλικό κράτος βάζει χέρι στα σούπερ μάρκετ, προσθέτοντας ταμπέλες του είδους «προϊόντα κατασκευασμένα στη Γαλλία». Η ιδέα ήταν του Γάλλου «υπουργού παραγωγικότητας», που αιτιολογούσε με τη φράση «ο ΠΟΕ δεν προστάτευσε τις ευρωπαϊκές αγορές από τα κινεζικά προϊόντα».

 

Λίγο μετά όμως, τα γαλλικά σούπερ μάρκετ χρειάστηκε να βάλουν διαφορετικές ταμπέλες.

Γιατί από κάπου διέρρευσε ότι το γαλλικό μοσχαρίσιο κρέας ενδέχεται να έχει μέσα και λίγο άλογο.

Τη σήμερον ημέρα βέβαια, το πράγμα έχει εξελιχθεί: ξάφνου μαθαίνουμε ότι ο γείτονάς μας ενδέχεται να έχει μέσα και λίγο ιό.

 

 



[2] Δες τη δεύτερη συνέχεια αυτού του κειμένου· «Εμπορικός πόλεμος δεν είναι μόνο η αύξηση των εξαγωγών», 10/4/2020, https://autonomeantifa77.wordpress.com/2020/04/10/%ce%bd016-%cf%84%ce%bf-%cf%80%ce%b5%ce%af%cf%81%ce%b1%ce%bc%ce%b1-%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%af%ce%b1-%ce%b9%cf%8e%ce%bd-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%81/#more-3658

[3] Κ. Μαρξ – Φ. Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Σύγχρονη Εποχή, 1994 (Α’ Έκδοση 1848), σ. 32-33.

[4] «Πλεονάζουσες» χαρακτήριζαν οι Κινέζοι τις παραγωγικές δυνατότητες της χαλυβουργίας τους, ήδη το 2016. Δες ξανά την πρώτη συνέχεια αυτού του κειμένου· «Ιστορία την ώρα που συμβαίνει», 22/3/2020. Link βάλαμε ήδη στην υποσημείωση 1.

[5] Μιλήσαμε για την ειδικότητα του Liu He και των συναδέλφων του στην προηγούμενη συνέχεια. Δες «Εμπορικός πόλεμος δεν είναι μόνο η αύξηση των εξαγωγών», ό. π..

[6] Η συνειδητοποίηση ήταν σταδιακή. Για τις απαρχές της δες «Η αισιόδοξη αυτονομία και γιατί να την αποφεύγουμε», Antifa#27, 11/2011, http://www.antifascripta.net/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%87%CE%B7/%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%87%CE%BF%CF%8227/tabid/136/Default.aspx

Για την ολοκλήρωση, δες Σπουδές στο Γαλανόμαυρο, Η παραξενιά του παράξενου εμπορεύματος, Antifa Scripta, 2014. Εδώ http://www.antifascripta.net/LinkClick.aspx?fileticket=aeuoaObA02A%3d&tabid=95

[7] Για την «Ε.Ε» ως διακρατικό κεϊνσιανισμό, μπορεί να δει κανείς το «Η χοντροκέφαλη κυρία Μέρκελ στις πορτοκαλί σελίδες», Antifa #44, 12/2014. http://www.antifascripta.net/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%87%CE%B7/%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%87%CE%BF%CF%8244/tabid/223/Default.aspx.

Επίσης το «Η Κύπρος στην Ε.Ε. (ακολουθεί: ο καραγκιόζης φούρναρης)», Antifa #36, 4/2013. http://www.antifascripta.net/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%87%CE%B7/%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%87%CE%BF%CF%8236/tabid/164/Default.aspx

[8] Εδώ το «έλεγαν» χρησιμοποιείται ποιητική αδεία. Στην πράξη, η μεταμφίεση σε ντομάτα που βαράει τούμπανο δυσκόλευε την κανονική ομιλία έως μούγγας.

[9] Αυτά στο «Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι τρελός, ή αλλιώς μια σύντομη ιστορία του κόσμου», Antifa #55, 3/2017. http://www.antifascripta.net/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%87%CE%B7/%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%87%CE%BF%CF%8255/tabid/255/Default.aspx

[10] Δες «Δανεισμός με αρνητικό επιτόκιο: τι σηματοδοτεί η σημερινή δημοπρασία», Πρώτο Θέμα, 9/10/2019. https://www.protothema.gr/economy/article/933674/daneismos-me-arnitiko-epitokio-ti-simatodotei-i-simerini-dimoprasia/ (η υποσημείωση στο πρωτότυπο).

[11] Αυτή η προφητεία στο «Και τώρα τι έχετε να πείτε μαλάκες αυτόνομοι;», Antifa#67, 11/2019, σελ. 5. Ακόμη δεν έχουμε αξιωθεί να ανεβάσουμε το τεύχος στο σάιτ, γαμώ και τα σκαμπώ και τα καλώδια και όλα.

[13] Μιράντα Ξαφά, «Οι επιπτώσεις του κορωνοϊού στην παγκόσμια οικονομία», Καθημερινή, 22/3/2020. https://www.kathimerini.gr/1070362/article/oikonomia/die8nhs-oikonomia/oi-epiptwseis-toy-korwnoioy-sthn-pagkosmia-oikonomia.

[14] Η καλή κυρία Ξαφά είναι οικονομολόγος με πλούσιο βιογραφικό από το οποίο αρκεί να κρατήσουμε τη θέση της «διευθύντριας του οικονομικού γραφείου του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη» μεταξύ 1991 και 1993 και τη θέση του «μέλους του εκτελεστικού γραφείου του ΔΝΤ» μεταξύ του 2004 και του 2009. Αφού λοιπόν απεργάζεται την καταστροφή μας επί τριάντα συναπτά έτη, είναι μια χαρά για τους σκοπούς μας. Αναλυτικά δες https://www.mirandaxafa.com/contents_gr.asp?id=5.

[15] Μιράντα Ξαφά, «Οι επιπτώσεις του κορωνοϊού στην παγκόσμια οικονομία», ό.π..

[16] Συγκεκριμένα αντιγράφουμε τα όσα λέγονται στο «Η χοντροκέφαλη κυρία Μέρκελ στις πορτοκαλί σελίδες», Antifa #44, 12/2014, ό.π..

[17] Αυτές οι λειτουργίες εξηγούνται πολύ αναλυτικά στο «Κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη και άλλα μυστήρια του ελληνικού εθνισκοσοσιαλισμού», Antifa #58, 12/2017. http://www.antifascripta.net/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%87%CE%B7/%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%87%CE%BF%CF%8258/tabid/281/Default.aspx

[18] Η κυρία Ξαφά αποκαλεί αυτή τη συμπεριφορά «περίοδο όπου οι επενδυτές αποστρέφονται το ρίσκο (risk off)».

[19] Δες «Εμπορικός πόλεμος δεν είναι μόνο η αύξηση των εξαγωγών», ό. π..

[20] Απλοποιούμε εδώ – στην πραγματικότητα η «εσωτερική υποτίμηση» της εργατικής τάξης της χώρας εξελίσσεται από το 1990, μόνο που μέχρι το 2010 βρισκόταν κάτω από την ονομασία «μεταναστευτική πολιτική» και αφορούσε αποκλειστικά όσους δεν είχαν ελληνική ταυτότητα.

[21] Από τον Νοέμβριο του 2008 μέχρι το 2017, τουλάχιστον 1066 «μέτρα» επιβαρυντικά των εισαγωγών είχαν επιβληθεί μόνο στις ΗΠΑ. Σχετικά δες Keith Bradser, «Ο Τραμπ Ξανασχεδιάζει τον χάρτη των εμπορικών συναλλαγών των ΗΠΑ», New York Times/Καθημερινή, 11/3/2017. https://www.kathimerini.gr/900038/article/oikonomia/die8nhs-oikonomia/o-tramp-3anasxediazei-ton-xarth-twn-emporikwn-synallagwn-twn-hpa. Βέβαια, ότι η διαδικασία εξελίσσεται από το 2008, σημαίνει ότι δεν αποτελεί ιδέα «του Τραμπ», αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα.

[22] «ΉΠΑ: Άρση Δασμών σε Χάλυβα και Αλουμίνιο για Καναδά και Μεξικό – Μήνυμα σε Κίνα», Ναυτεμπορική, 17/5/2019. https://www.naftemporiki.gr/finance/story/1476965/ipa-arsi-dasmon-se-xaluba-kai-alouminio-gia-kanada-kai-meksiko-minuma-se-kina

[23] Από όλες τις σχετικές μαλακίες, ετούτη εδώ έχει τον πιο αστείο τίτλο: Russel Hotten, «Volkswagen: The Scandal Explained», BBC news, 10/12/2015. Εδώ: https://www.bbc.com/news/business-34324772

[24] Σιγά μη θυμάστε τη φάση με το αλογίσιο κρέας στα έτοιμα γαλλικά παστίτσια. Αφού έγινε το 2013 και από τότε δεν ξανάγινε! Εδώ με φωτό: http://www.antifascripta.net/LinkClick.aspx?fileticket=qoj%2f7Ep6DyU%3d&tabid=162

[25] Κατά τη διάρκεια του 2019, η εργατική τάξη των νοτίων Βαλκανίων είχε την ευκαιρία να αντιληφθεί πλήρως τη σχέση μεταξύ «πειθαρχίας» και «μείωσης των εισαγωγών». Περιγράφουμε τη διαδικασία στο «Εμπορικός πόλεμος δεν είναι μόνο η αύξηση των εξαγωγών», ό. π..

[26] Μια άλλη –παλιά- χώρα στην οποία ο καπνός ήταν εισαγόμενος (συγκεκριμένα: εισαγόμενος από την Ελλάδα), ήταν η ναζιστική Γερμανία. Δεν είναι λοιπόν παράξενο που ο πρώτος που σκέφτηκε να αντιμετωπίσει τις ολέθριες επιπτώσεις του καπνίσματος μέσω κρατικών πολιτικών απαγόρευσης ήταν ο Αδόλφος Χίτλερ. Για μια πραγμάτευση της απαγόρευσης του καπνίσματος στη ναζιστική Γερμανία που καταφέρνει να μη λέει κουβέντα για τον εμπορικό πόλεμο, δες Robert Proctor, The Nazi War on Cancer, Princeton University Press, 1999.