26 Μαΐου, 2020

 

 

 

 

 

 

 

 

«Στη ζούλα για τσιγάρο και δανεικό σκυλί από τη γειτόνισσα.»

 

Αυτά ακριβώς ήταν τα λόγια τους όταν τους πλησιάσαμε, διστακτικά αλλά με κάποιου είδους οικειότητα, για να τους ζητήσουμε να τους βγάλουμε φωτογραφία. Δεν είχαμε βγει στο δρόμο, αδιάκριτοι φωτορεπόρτερς, για να κλικάρουμε στα κρυφά. Στόχος ήταν να πούμε και καμιά κουβέντα με κανέναν δικό μας. Και δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσεις τους δικούς σου, πόσο μάλλον σε καιρούς απαγόρευσης κυκλοφορίας. Σημεία αναγνώρισης, τα μέρη που αράζουν, η μουσική που ακούν, τα ρούχα τους που ζέχνουν περηφάνια.

 

 

Ας προσδιορίσουμε τη γειτονιά στο ευρύτερο γεωγραφικό, πολυεθνικό, κέντρο της Αθήνας. Η ηλικία τους δεν ξεπερνούσε τα 17 χρόνια. Τρεις διαφορετικές μητρικές γλώσσες και μία κοινή όριζαν το επίπεδο της επικοινωνίας.

 

Θέλαμε μία φωτογραφία τους. Χωρίς φάτσες. Δείγμα πως η νεολαία, και όχι μόνο, της μητρόπολης αρνείται να κλειστεί σπίτι.

 

Καχύποπτα, αναγνωριστικά βλέμματα τα πρώτα δεύτερα έδιναν και έπαιρναν. Κι από τις δύο πλευρές. Το αντισηπτικό βγήκε, και σχεδόν μηχανικά αλλά ατσούμπαλα, απλώθηκε στα χέρια του μεγαλύτερου της παρέας την ώρα που μας ρωτούσε:

 

-Ρε δεν πιστεύω να θέλετε τη φωτογραφία για να μας κράζετε που σπάμε την καραντίνα;

 

-Τα βλέπετε εκείνα εκεί τα αυτοκόλλητα; Εμείς τα κολλήσαμε χθες το απόγευμα. Και επειδή μας την έχει δώσει η χούντα που παίζει και η απαγόρευση βγήκαμε να δούμε αν υπάρχουν κι άλλοι σαν κι εμάς. Καταλαβαίνετε τώρα. Με την φωτογραφία θέλουμε να δείξουμε ότι δεν έχουν μασήσει όλοι. Ότι υπάρχουν διάφοροι που δεν «μένουν σπίτι» γιατί απλά δεν χωράνε στο σπίτι τους, που δεν την παλεύουν χωρίς του φίλους τους, που έχουν φρικάρει με τη γονική επιτήρηση 24/7, με την αφραγκία της ανεργίας που παίζει και με τους μπάτσους που έχουν γεμίσει τις πλατείες μας.

 

-Πείτε το έτσι ρε αδέρφια. Κι έβγαλα για ξεκάρφωμα το αντισηπτικό που είναι και πανάκριβο. Ξέρετε και το σκυλί δανεικό από τη γειτόνισσα είναι, για να με αφήσει η μάνα μου να βγω από το σπίτι! Κι ερχόμαστε εδώ για κανένα τσιγάρο στη ζούλα και μια κουβέντα με τους δικούς μας. Τραβήξτε όσες φωτογραφίες θέλετε! Μήπως να ανταλλάξουμε και κανένα τηλέφωνο, για να πιούμε καμιά μπύρα όταν τελειώσει αυτή η μαλακιά;

 

-Ναι αμέ. Γράφεις; Την επόμενη φορά θα πούμε και στο φίλο μας τον Μπάμπη να έρθει για μπύρα (εάν έχει βγει από το Δαφνί δηλαδή..).

 

Που πάει να πει;

 

Το να διεκδικήσεις με τον τρόπο σου το δημόσιο χώρο, δηλαδή το παγκάκι στον πεζόδρομο της γειτονιάς σου και την πλατεία της, εν μέσω καραντίνας, δεν είναι και το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο. Ιδίως όταν τη μάχη αυτή δεν ξεκίνησες να τη δίνεις σήμερα.

 

Για την πολυεθνική εργατική νεολαία της χώρας η μάχη για την ύπαρξή της στο δημόσιο χώρο ξεκίνησε από τότε που ήταν νήπιο. Κυριολεκτικά. Ξεκίνησε την ώρα που την έβγαζε η μάνα της στην πλατεία για να παίξει και να δει κι εκείνη τις φίλες της. Από τη στιγμή που θυμάται τον εαυτό της και τους γονείς της να μην πολύκυκλοφορούν γιατί δεν είχαν ακόμα ανανεώσει τα χαρτιά ή στην τελική δεν είχαν καθόλου. Την στιγμή που φοβήθηκε σε έναν από τους καθημερινούς αστυνομικούς ελέγχους για την άδεια παραμονής.

 

Το «μένουμε σπίτι» και η απαγόρευση κυκλοφορίας  δεν αποτελούν κάποια καινοτομία της διαχείρισης του κορωνοιού. Η πολυεθνική εργατική τάξη στην Ελλάδα βρίσκεται από το ’90 σε ένα διαρκές καθεστώς απαγόρευσης κυκλοφορίας. Χρησιμοποιήθηκε σαν πειραματόζωο από την ελληνική αστυνομία, που οργανώθηκε, ώστε να μπορεί να ελέγχει το δημόσιο χώρο, να εντοπίζει, να ποινικοποιεί και τελικά να τιμωρεί καθημερινές συμπεριφορές στο πεδίο της αναπαραγωγής. Στο μόνο πεδίο δηλαδή που είχε η εργατική τάξη ώστε να την παλεύει, να βρίσκει τους δικούς της, μακριά από την επιτήρηση του αφεντικού στη δουλειά ή του δασκάλου στο σχολείο. Εκεί στο σημείο που γεννιούνται οι χίλιες γλώσσες της.  Αυτό το πεδίο υπερασπίζεται ανακαλύπτοντας διαρκώς καινούργιους τρόπους διεκδίκησης του. Αυτό έκανε, αυτό θα συνεχίζει να κάνει.