20 Σεπτεμβρίου, 2020

 

 

 

 

Κάτι Καλές Ιδέες των Αφεντικών

(που θα έπρεπε να τις έχουμε πάρει χαμπάρι), Μέρος 2ο

 

Στο προηγούμενο μέρος αυτού του... τέλος πάντων… post, υποστηρίξαμε ότι η δυνατότητα εγκλεισμού της εργατικής τάξης σπίτι της ήταν ένα πολυσχιδές εγχείρημα η προετοιμασία του οποίου κράτησε είκοσι χρόνια. Στο τέλος υποσχεθήκαμε ότι θα εξετάζαμε τους τρόπους με τους οποίους αυτή η οργανωμένη εικοσαετής προετοιμασία πέρασε απαρατήρητη. Όπως όμως θα δείτε σε όσα ακολουθούν, τελικά δεν κάνουμε τέτοιο πράγμα. Για την ακρίβεια, δεν το κάνουμε αυτολεξεί. Για όποιον καταλαβαίνει από την άλλη, ακριβώς αυτό είναι το θέμα που μας απασχολεί παρακάτω.

 

Δηλαδή: μόλις φτάσετε στο τέλος του κειμένου, ξαναγυρίστε εδώ και αναρωτηθείτε μόνες σας: με ποιο διαβολεμένο τρόπο έγινε δυνατό αυτή η εικοσαετής προετοιμασία να περάσει απαρατήρητη; Πόσοι, με ποιους τρόπους και για ποιους λόγους συμμετείχαν στην απόκρυψη; Ήταν όντως «απόκρυψη», ή μήπως αυτή η λέξη είναι πολύ φτωχή για να περιγράψει μια διαδικασία πολύ πιο σύνθετη και πολύ πιο κοινωνική; Τι είναι μια φασιστική κοινωνία;

Ακριβώς καλές μας συντρόφισες! Πρόκειται για ερωτήσεις που απασχολούν την ανθρωπότητα εδώ και αιώνες. Οπότε τι να σου κάνει ένα... post; Εδώ χρειάζεται τουλάχιστον συνέλευση στο Γκίνη!

Τέλος πάντων όμως. Είναι τέτοιοι οι καιροί, που post θα λάβετε. Ορίστε:

 

Ιδέα Τρίτη

Ας μαλακιστούμε!

Οι μυριάδες «ατομικές γνώμες» που στο τέλος γίνονται μία (και κρατική)

Το 2011 ο συνταγματάρχης Nicolas Le Nen, με μεγάλη καριέρα στο γαλλικό στρατό, έγραψε ένα άρθρο με τίτλο «Οι μελλοντικοί μας πόλεμοι». Το άρθρο δημοσιεύτηκε στη γαλλική εφημερίδα Le Monde και προσπαθούσε να εξηγήσει τί πρέπει να κάνει το γαλλικό κράτος όσον αφορά τη διαχείριση των «media» και της «ενημέρωσης»:

 

Η νίκη στη μάχη των εντυπώσεων θα αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία, δεδομένου ότι η δύναμη της εικόνας θα συνεχίσει να έχει  βαρύνοντα ρόλο. Στόχος μας δεν θα πρέπει να είναι η χειραγώγηση της ενημέρωσης. Αντίθετα, θα πρέπει να πάρουμε την κοινή γνώμη με το μέρος μας έχοντας σχεδιάσει εκ των προτέρων με ποιο τρόπο θα αξιοποιήσουμε τις επιτυχίες και το πλεονέκτημα που θα κερδίζουμε εις βάρος των αντιπάλων μας. Στόχος μας θα είναι να επιτύχουμε τη νομιμοποίηση των στρατιωτικών μας επιχειρήσεων, δεδομένου ότι οι μελλοντικές συγκρούσεις θα είναι μακροχρόνιες. [1]

 

 

Ο συνταγματάρχης Le Nen, καλή του ώρα: να ένας φασίστας που έχει άποψη για το λόγο. Και ω του  θαύματος! Ο συνταγματάρχης δεν μας λέει ότι ο λόγος πρέπει να λογοκρίνεται και να φιμώνεται «για λόγους ασφαλείας» – αντιθέτως, μας λέει, ο λόγος πρέπει να ανθίζει και να χρησιμοποιείται προς όφελος των κρατών, ειδικά σε καιρό πολέμου. Μάλιστα, ετούτος ο λογοκριτής είναι σίγουρος για τις μεθόδους του. Για την ακρίβεια, είναι ίσως ο πρώτος λογοκριτής σε ολάκερη την ιστορία της λογοκρισίας που μπορεί να είναι σίγουρος ότι όταν έρθει η στιγμή, όλοι θα μπορούν να μιλούν, ως συνήθως – μόνο που με κάποιο θαυμαστό τρόπο, όλοι θα λένε το ίδιο: όλοι μαζί θα «νομιμοποιούν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις».

Η πλάκα είναι ότι η αισιοδοξία του αποδείχθηκε δικαιολογημένη! Γιατί οι τεχνικές λογοκρισίας που είχε στη διάθεσή του απείχαν χιλιόμετρα απ’ το ψαλίδι του χουντικού λογοκριτή. Όντως, η λογοκρισία που ενδιέφερε τον συνταγματάρχη, βασιζόταν σε ένα συνδυασμό ατομικής παράνοιας, μεγαλομανίας, και συναίνεσης, υπό κεντρική κρατική καθοδήγηση. Χάρη στις ευγενείς προσπάθειες της αριστεράς της αντιπαγκοσμιοποίησης, όσοι δεν είμαστε συνταγματάρχες, είχαμε ήδη μάθει να αποκαλούμε αυτό τον συνδυασμό «σόσιαλ μήντια».

 

Η γενεαλογία του μισότρελου ατόμου που «λέει ελεύθερα τη γνώμη του» χρησιμοποιώντας κρατικές υποδομές, θα είχε τεράστιο ενδιαφέρον, ειδικά στην ελληνική της περίπτωση. Αν πάντως τη γράφαμε εμείς, σίγουρα θα ξεκινούσε από τους Έλληνες «επαναστάτες» του 2003, από ανθρώπους δηλαδή που θα έπρεπε να είναι πιο διορατικοί ως προς την πραγματική σχέση μεταξύ «ελευθερίας» και ατομικότητας, αλλά αντί γι’ αυτό, επέλεξαν να αντιληφθούν την πανεύκολη έκφραση της ατομικής γνώμης μέσω διασυδεδεμένων μηχανών ως «απελευθέρωση».

Λογικό κι αυτό· όπως είδαμε στο προηγούμενο μέρος αυτού του κειμένου, το 2003 δεν ήταν μόνο η χρονιά της εμφάνισης των indymedia – ήταν επίσης η χρονιά της διατύπωσης του σχεδίου Ξενοκράτης, αλλά και –διόλου τυχαία- ήταν η εποχή του «και γαμώ τα άτομα».

 

Οι «επαναστάτες» ήταν παιδιά της εποχής τους περισσότερο από οποιονδήποτε. Οπότε, οι όποιες αντιρρήσεις – οι σοβαρότερες από τις οποίες ήταν οι δικές μας - πνίγηκαν μέσω της καλής σχέσης με την «αριστερά των κινημάτων», και οι επαναστάτες βούτηξαν με το κεφάλι στο ηλεκτρονικό περιβόλι της εξατομικευμένης έκφρασης. Τα πρώτα σόσιαλ μήντια στην Ελλάδα παρουσιάστηκαν, όχι ως δουλική αντιγραφή των τεχνικών των αφεντικών, αλλά ως κινηματική καινοτομία, και μάλιστα αντιεξουσιαστικής προέλευσης.

Οι καιροί ήταν τόσο ώριμοι, που οι ατομικές γνώμες απελευθερώθηκαν από την πρώτη ημέρα. Απελευθερώθηκαν από τη συστολή που γεννάει η εγνωσμένη άγνοια, από τον σεβασμό προς το παρελθόν και την εμπειρία, από τα δεσμά της αυτογνωσίας, από την ευθύνη που κανονικά συνοδεύει κάθε εκφορά λόγου. Ο δημόσιος και ιδιωτικός λόγος μετατράπηκε σε ακριβές ηλεκτρονικό ανάλογο της οδικής κυκλοφορίας, όπου ο καθένας έχει περισσότερο δίκιο από όλους τους υπόλοιπους -  είναι καλύτερος οδηγός γιατί είναι ο εαυτός του, και χάρη τους κάνει που δεν κατεβαίνει να τους δείρει. Οι μούτζες, ως φτωχά δρομίσια σήματα που σημαίνουν τα πάντα, βρήκαν το ακριβές τους ανάλογο στα λάικς.

 

Από εκεί κι έπειτα, τα πράγματα πήραν τον δρόμο που τόσο αρέσει στον συνταγματάρχη: η ευκολία διατύπωσης της ατομικής γνώμης δυσκόλεψε ακόμη περισσότερο την έκφραση συλλογικής γνώμης, η οποία ανέκαθεν ήταν πολύ δυσκολότερο να δημιουργηθεί. Το αποτέλεσμα έγινε πρώτα αισθητό εκεί όπου ήταν αναμενόμενο, δηλαδή στα Εξάρχεια. Όντως, αντί τα κινηματικά φέισμπουκ να μετατραπούν σε «συνελεύσεις», ήταν οι συνελεύσεις που πνίγηκαν από τα άτομα, τους ατομικούς μονολόγους τους και τα ατομικά τους συμφέροντα - ήταν οι «συνελεύσεις» που μετατράπηκαν σε λάιβ φέισμπουκ. Η μοναδική διαφορά ήταν ότι εδώ, η εκ του σύνεγγυς προσέγγιση των μαχώμενων ατομικών συμφερόντων μπορούσε ευκολότερα να καταλήξει σε σωματική βία.

Όλα αυτά ήταν βέβαια αναμενόμενα: η υποτιθέμενη «ελευθερία του λόγου» των σόσιαλ μήντια ήταν στην πραγματικότητα ελευθερία ατομικής απόκρισης σε προαποφασισμένα ερεθίσματα - ελευθερία να λέει το άτομο «ό,τι θέλει», ενώ η σκέψη του περιορίζεται από το παντοδύναμο βαρυτικό πεδίο που δημιουργεί ο συνδυασμός ατομικής διανοητικής οκνηρίας, χαρούμενης αγελαίας συμφωνίας και ηλεκτρομηχανικής πειθαρχίας. Σαν καλοί βοσκοί αιγοπροβάτων, οι ιθύνοντες της διαδικασίας έχουν φροντίσει αυτή η συμπεριφορά να ανταμοίβεται, και ανταμοίβεται ακριβώς όπως της αξίζει - με λάικς, δηλαδή με φάσκελα.

 

Ακόμη χειρότερα, όπως αποδεικνύεται τώρα τελευταία, ο συνδυασμός απόλυτης ελευθερίας της ατομικής ομιλίας και καθολικής απαγόρευσης της συλλογικής γνώμης, είχε λαμπρή συνοδία: τη δυνατότητα να σου μιλάει το κράτος ανά πάσα στιγμή. Εκτός από την ικανοποίηση της αγέλης, τα μαραφέτια που κουβαλάμε κάθε μέρα στην τσέπη μας ανέλαβαν να προσφέρουν και «ενημέρωση». Φυσικά, εδώ η «ελευθερία λόγου» τελειώνει και η «ενημέρωση» ελέγχεται πλήρως από τους προηλεκτρονικούς αρμόδιους, δηλαδή το σύμπλεγμα δημοσιογράφων, υπουργείων, κομμάτων και αφεντικών που συνήθως βρίσκεται κάτω από την ταμπέλα «μέσα ενημέρωσης» και στις στιγμές της πιο αχαλίνωτης ξεδιαντροπιάς επιδεικνύει βαθύτατη αυτογνωσία χρησιμοποιώντας την ταμπέλα «διαπιστευμένος».

Δεν ξέρουμε αν το αποτέλεσμα ενθουσιάζει ακόμη τους «επαναστάτες» που ξεκίνησαν την όλη διαδικασία (υποπτευόμαστε πως ναι). Ξέρουμε όμως πως ενθουσιάζει τους φασίστες όπως ο Γάλλος στρατηγός Le Nen. Και φυσικά ενθουσιάζει κάθε συνεπή πρώην δαπίτη, όπως ο Υπουργός «Επικρατείας και Ψηφιακής Διακυβέρνησης», Κ. Πιερρακάκης, που λίγους μήνες πριν «τον ιό» (enough said) επεδείκνυε το κινητό του, περιχαρής που «όλη η επαφή του πολίτη με το δημόσιο θα γίνεται με ένα κλικ μέσω του κινητού τηλεφώνου».[2]

 

 

 

 

 

Δυσκολευόμαστε να μην αναρωτηθούμε: πόσο τεχνοσακατεμένος να είναι άραγες ο υπουργός τεχνοσακατέματος; Μικρή σημασία έχει. Λίγους μήνες μετά, οι «επαφές με το δημόσιο» είχαν αποκτήσει τη ζοφερή όψη που όλοι γνωρίζουμε. Ο ιός κάλπαζε. Η επική μουσική υπόκρουση της επέλασης ήταν οι δήθεν αντικρουόμενες και πάντα ατομικές γνώμες που πλημμυρίζουν το δίκτυο των μηχανών, σκληρά πειθαρχημένες στο κρατικό αφήγημα. Ο φόβος και η τρέλα διαχέονταν σε κάθε οθόνη υπό τη στερεότυπη παρότρυνση «πρέπει να διατηρήσουμε την ψυχραιμία μας».

Ο συνδυασμός εσώτερου υπαρξιακού τρόμου και φαινομενικής «ψυχραιμίας» θα πρέπει να έχει κάποιο όνομα γνωστό στους ψυχίατρους. Από τη σκοπιά του κράτους πάντως, ο διάχυτος υπόκωφος φόβος έως ψύχραιμης παράλυσης, εφόσον επιτευχθεί, είναι μια κατάσταση πολλά υποσχόμενη. Για παράδειγμα, όσο πιο έντονος και πιο διάχυτος είναι ο φόβος, τόσο μπορεί, με το κατάλληλο ερέθισμα, να οδηγήσει σε μαζικές συμπεριφορές αγέλης.

 

Ε, είναι φορές που το επίπεδο του υπόκωφου τρόμου είναι τόσο ψηλό, που το μοναδικό έναυσμα που χρειάζεται η πυροδότηση τέτοιων συμπεριφορών είναι ένα απλό, έντονο σήμα – κι όσο πιο απλό το σήμα, όσο πιο έντονο και όσο πιο σαφές, τόσο το καλύτερο. Αυτός είναι ο λόγος που οι αντιαεροπορικές σειρήνες προσπαθούν να είναι πιο τρομακτικές από τα ίδια τα αεροπλάνα – ο σκοπός δεν είναι να ηρεμήσεις – ο σκοπός είναι να τρελλαθείς κι άλλο, αλλά στοχευμένα.

Αυτός ο προσανατολισμός του διάχυτου τρόμου είναι και η ιδέα πίσω από το νούμερο έκτακτης ανάγκης, το περίφημο 112. Οι εξατομικευμένες σειρήνες που άρχισαν να βαράνε στα μισά κινητά της χώρας (ευτυχώς κάποιοι ακόμα ξεφεύγουμε με άγνωστο τρόπο από τη λίστα), είχαν σκοπό να εξασκηθούμε στην εναλλαγή υπόκωφου τρόμου και τρομοκαθησυχαστικής κρατικής εντολής. Το πλεονέκτημα σε σχέση με τις αντιαεροπορικές σειρήνες είναι ότι εδώ το πράγμα μπορεί να συνοδεύεται από σύντομες γραπτές εντολές καθοδήγησης της παράνοιας.

 

 

Ετούτη η «επαφή με το δημόσιο», ετούτη η τελική «ενημέρωση» - ως διΰλιση όλων όσων αξίζει να ξέρει κανείς σε είκοσι λέξεις - δεν είχε κάποιο πολύ συγκεκριμένο task για την αγέλη (π.χ. βγείτε έξω και βαράτε αντικοινωνικούς)· ήταν μια απλή προπόνηση με λαμπρό μέλλον. Και πάλι όμως, το πράγμα είναι διαφωτιστικό. Συντακτικά και τυπογραφικά λάθη, «γιατρόπριν», «πάμε νοσοκομείο» αντί «πάμε στο νοσοκομείο» και bad English.

Εμείς οι περιθωριακοί, ξαναδιαβάζουμε πεντέξι φορές τί γράψαμε πριν το δημοσιεύσουμε, και τσακωνόμαστε για τις διατυπώσεις. Το «112», το πιο σύγχρονο αποτέλεσμα την ανάμιξης επιστήμης και δημόσιας τάξης, έστειλε το μήνυμά του σε όλη την Ελλάδα και τα έκανε τόσο σαλάτα; Όχι. Απλούστατα το μήνυμα ακολουθεί μια φόρμα ειδικά κατασκευασμένη για να επιβάλει απλές εντολές μέσω της εσκεμμένης εκπομπής οργανωμένου πανικού. Οι πολεμικές σειρήνες που εξατομικεύθηκαν μέσω κινητού, τα λάθη, όλα συντελούν στην εντύπωση ότι κάποιος τρέχει να σωθεί από τον ιό που τον κυνηγά και με βιασύνη προσπαθεί να στείλει ένα μήνυμα για να σώσει κι άλλους.

 

Το οποίο μήνυμα είναι το εξής: όταν τα μισότρελλα μηχανικά διασυνδεδεμένα άτομα απεμπολήσουν τη δυνατότητα συλλογικής γνώμης έως το σημείο της πλήρους νοητικής κατάρρευσης, τότε είναι η ώρα της ενοποίησης των ατομικών γνωμών σε μία. Τότε, την ώρα της πιο ακατανόητης κρίσης, είναι η ώρα να βροντήσει η φωνή του κράτους, ακριβώς όπως, σε πολύ παρόμοιες περιστάσεις (ψάξτε το), βρόντηξε η φωνή του Θεού από την καιόμενη βάτο.

Αυτή η επική διαδικασία, που κανονικά θα χρειαζόταν πέντε Σεσίλ ντε Μιλ για να την περιγράψουν, έχει λάβει το ταπεινό όνομα «112». Είναι κι αυτό δείγμα του πόσο σίγουροι για τον εαυτό τους είναι οι σχεδιαστές της και πόσο συνειδητά είναι τα σχέδιά τους. Το «112» δοκιμάζεται εδώ και καιρό. Οι δοκιμές γίνονταν από το καλοκαίρι, ενώ το σύστημα εγκαινιάστηκε τελικά στις αρχές του χρόνου.[3]

 

Ευτυχώς δηλαδή που εμφανίστηκε «ο ιός» και το σύστημα βρήκε χρησιμότητα αντί να κάθεται να σκουριάζει. Θα ήταν κρίμα. Τόσος καλός κόσμος, με τις ύβρεις να ανταλάσσονται, με τους νευρώνες να φορτίζονται, με τα καλώδια να συνδέονται, με τα σάλια να τρέχουν, χτίζει αυτή την κρατική δυνατότητα από το 2003. Από την εποχή των επιστημονικο-στρατιωτικών σχεδίων, των ολυμπιακών αγώνων, του κινήματος της αντιπαγκοσμιοποίησης και της προετοιμασίας των πογκρόμ του μέλλοντος.

Από την ηρωική εποχή του «και γαμώ τα άτομα».

 

Στο επόμενο:

Ιδέα Τέταρτη:

Ας συστρατευθούμε!

(υπότιτλο δεν έχουμε βρει ακόμα, αλλά τώρα που δεν δίνετε καν το ενάμισι ευρώ για το τεύχος, εεε... σόρι, τώρα με τον ιό, έχετε ακόμη λιγότερα δικαιώματα)