14 Νοεμβρίου, 2018

 

 ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ

Το περιοδικό antifa
και οι εκδόσεις antifa scripta
κυκλοφορούν στο βιβλιοπωλείο Nouveau
[Παντανάσσης 78, στον πεζόδρομο]
 


 

 

 

 


 

 

Το σπίτι όντως κατέληξε στα χέρια του τραπεζίτη

(μόνο που ο τραπεζίτης δεν το θέλει)

 

 

 

Πέρυσι τέτοιον καιρό (Οκτώβριο του 2017) είχαμε αφήσει το ζήτημα των πλειστηριασμών σε μια εξαιρετικά κρίσιμη καμπή. Το ελληνικό κράτος, που είχε απαγορεύσει τους πλειστηριασμούς ακινήτων από το 2009, είχε αναγκαστεί να επιτρέψει την επανεκκίνησή τους. Η απόφαση είχε φέρει τις τράπεζες του ελληνικού κράτους σε μια θέση μάλλον στριμόκωλη. Μέχρι τότε, είχαν συμφωνήσει με τους ομολόγους τους του εξωτερικού ότι «οι προβλέψεις ήταν 51%». Αυτή η παράξενη διατύπωση σήμαινε ότι, έπειτα από διαπραγματεύσεις ήταν αποδεκτό ότι αν οι ελληνικές τράπεζες αποφάσιζαν ποτέ να διεκδικήσουν και να βγάλουν σε πλειστηριασμό τα σπίτια και τα υπόλοιπα εμπορεύματα που ειχαν μπει υποθήκη στο παρελθόν, θα έχαναν μόνο το 51% της αξίας με την οποία τα εμπορεύματα είχαν μπει υποθήκη. Οι τράπεζες έγραφαν το υπόλοιπο 49% στους ισολογισμούς τους, ως περιουσιακό στοιχείο και -κυρίως- μπορούσαν να συνάπτουν νέα δάνεια, σαν αυτό το 49% να υπήρχε.[1]

Η επανεκκίνηση των πλειστηριασμών εν έτει 2017, σήμαινε ότι το ελληνικο κράτος, οι τράπεζές του, και φυσικά οι «εταίροι», επιτέλους θα μάθαιναν στην πράξη πόσα απίδια βάνει ο σάκκος. Θα μάθαιναν δηλαδή πόσα ακριβώς χρήματα θα έχαναν αν έβγαζαν τα υποθηκευμένα ακίνητα σε πλειστηριασμό. Επειδή μάλιστα όλοι ήξεραν ότι το «51%» που τσαμπουνούσαν έως τότε, ήταν όνειρο θερινής νυκτός, οι τράπεζες είχαν ήδη αρχίσει να παρέχουν καινούρια στεγαστικά δάνεια για όποιον ενδιαφερόταν να συμμετάσχει στους πλειστηριασμούς.[2]

Από τη στιγμή που τα είπαμε όλα αυτά, έως σήμερα, έχουν περάσει έντεκα μήνες. Και πρόσφατα μάθαμε τα αποτελέσματά της σεπτής τελετής: σκατά 51%! Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια αυτών των έντεκα μηνών, διεξάχθηκαν 10.410 πλειστηριασμοί. Από αυτούς, «γόνιμοι» υπήρξαν οι 4.810. Από αυτά τα 4.810 σπίτια που πουλήθηκαν, τα 3.800 αγοράστηκαν από τις ίδιες τις τράπεζες που τα είχαν βγάλει σε πλειστηριασμό. Όπως βλέπουμε δηλαδή, το εθνικοσοσιαλιστικό σύνθημα «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη» δικαιώθηκε! Τα «σπίτια» όντως κινδύνευαν να καταλήξουν στα χέρια των «τραπεζιτών»!

Μόνο που οι «τραπεζίτες» ήταν εξαρχής τρομοκρατημένοι με το ενδεχόμενο. Όπως μαθαίνουμε, «για τα [3800] ακίνητα δεν υπήρξε ενδιαφέρον από τρίτους και έτσι μεταβιβάστηκαν στην τιμή εκκίνησης που προβλέπει η διαδικασία και η οποία είναι κοντά στην εμπορική αξία τους».[3] Δηλαδή οι τράπεζες αναγκάστηκαν να αγοράσουν χιλιάδες σπίτια, αφού διαπίστωσαν, the hard way, αυτό που ήταν γνωστό από τα πριν: ότι κανείς άλλος δεν τα ήθελε.

Με άλλα λόγια, η διαδικασία των πλειστηριασμών κατέληξε με τον τρόπο που είχαμε προβλέψει από πέρυσι. Όπως λέγαμε τότε, η στρατηγική λειτουργία των τραπεζών είναι αυτή της αντλίας χρήματος προς το σύνολο της καπιταλιστικής παραγωγικής διαδικασίας. Οπότε, αφού αυτή είναι η λειτουργία τους, οι τράπεζες θα ήθελαν να έχουν στην κατοχή τους χρήμα. Αντί για χρήμα όμως, έπειτα από τους πλειστηριασμούς, καταλήγουν να έχουν στην κατοχή τους «σπίτια». Όμως τα «σπίτια» είναι πολύ διαφορετικό πράγμα από το χρήμα, ειδικά όταν είναι τρεις χιλιάδες οκτακόσια και ειδικά όταν δεν μπορούν να πουληθούν. Από τη σκοπιά των τραπεζών, τα τρεις χιλιάδες οκτακόσια σπίτια είναι δισεκατομμύρια τόνοι μπετονένιων ντουβαριών ιδιοκτησίας των τραπεζών, που κοίτονται διάσπαρτοι σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, έκθετοι στην αδυσώπητη φθορά του χρόνου. Μπορεί δηλαδή τα «χέρια του τραπεζίτη» να έχουν τιγκάρει «σπίτια»,  αλλά τα «σπίτια» δεν είναι χρήμα, και επιπλέον χρειάζονται συντήρηση, ειδάλλως, εντός ολίγου, δεν θα κάνουν ούτε για κοτέτσια. Οπότε ο «τραπεζίτης» πρέπει να τα ξεφορτωθεί «τα σπίτια» όσο πιο γρήγορα γίνεται και εν τω μεταξύ να κοιτάξει να τα συντηρεί. Συνεπώς να αναλώσει ζωντανή εργασία. Συνεπώς να σπρώξει κι άλλο χρήμα στον κουβά. Ο «τραπεζίτης» επιτέλους πήρε «στα χέρια του» το «σπίτι»· έκτοτε κλαυθμηρίζει γοερώς. Είναι αυτή η κλάψα που πρόσφατα εκφράστηκε ως κραχ των τραπεζικών μετοχών στο ελληνικό χρηματιστήριο.

Παρά τη γενική συσκότιση του ζητήματος, το πρόσφατο «κραχ» των τραπεζικών μετοχών δεν οφειλόταν στη «δράση των κερδοσκόπων», αλλά στη συνειδητοποίηση της πραγματικής κατάστασης των ελληνικών τραπεζών. Αλλά από τη σκοπιά μας η συγκεκριμένη διαπίστωση είναι μάλλον δευτερεύουσα. Αν επιμένουμε στην  κατανόηση της διαδικασίας των πλειστηριασμών, είναι γιατί μπορεί να μας μάθει διάφορα σχετικά με τη συγκρότηση του εθνικοσοσιαλισμού στην Ελλάδα από το 2009 και μετά. Προσέξτε: το ελληνικό κράτος είχε απαγορεύσει τους πλειστηριασμούς από το 2009 γιατί οι πλειστηριασμοί δεν συνέφεραν καθόλου τις τράπεζές του. Εν τω μεταξύ, υπήρξαν τμήματα του «αντικαπιταλιστικού κινήματος» που κατά τη διάρκεια των ίδιων εννέα ετών ανακάλυψαν την «κινηματική απαγόρευση των πλειστηριασμών». Προφανώς, καθόλου δεν διεξήγαγαν τον «ανένδοτο αντικαπιταλιστικό αγώνα» που παρίσταναν ότι διεξάγουν. Αντιθέτως, είχαν φέρει εις πέρας ένα ζηλευτό κατόρθωμα: είχαν ανακαλύψει στόχους πολιτικής κινητοποίησης που βρίσκονταν σε απόλυτη αρμονία με τους στόχους του ελληνικού κράτους και των τραπεζών του.

Χάρις σε αυτή την ανακάλυψη, τα συγκεκριμένα κομμάτια του «αντικαπιταλιστικού κινήματος», δηλαδή ο Σύριζα, η ΛΑΕ, το ΚΚΕ, οι ΑΝΕΛ, ο Αρτέμης Σώρρας, η ανταρσία με ύψιλον, και προφανώς όλοι αυτοί που για τους δικούς τους λόγους παπαγάλισαν τα λεγόμενά τους επί εννέα έτη, βρέθηκαν σε μια εξαιρετικά βολική θέση. Από τη μια μπορούσαν να παριστάνουν ότι... πως τα λένε αυτοί οι άνθρωποι... «αγωνίζονταν». Από την άλλη μπορούσαν να προσφέρουν πολύτιμες υπηρεσίες στο ελληνικό κράτος, κινητοποιώντας κάποιες χιλιάδες σακατεμένων αντιμνημονιακών σε «κινητοποιήσεις» που από τη μια συσκότιζαν την πραγματικότητα και από την άλλη συνήδαν αρμονικά με τους κρατικούς στόχους. Οι επί εννένα έτη «αγώνες» τους, ήταν εκ των πραγμάτων εθνικώς ωφέλιμοι, οπότε και άρρητα αποδεκτοί από το ελληνικό κράτος. Γι’ αυτό και πήγαν εξαίρετα.

Για την ηγεσία του «αντικαπιταλιστικού κινήματος», αυτή η ωφέλιμη προσφορά ήταν συνειδητή και ανταμοίφθηκε έως και με κυβερνητικές θέσεις. Για τη «βάση», η ανταμοιβή ήταν, ως συνήθως, η απόλυτη σύγχυση, η οποία όμως δεν ενοχλεί, γιατί για τους συγκεκριμένους ανθρώπους πρόκειται για μόνιμη κατάσταση. Προσέξτε τώρα το υλικό για το οποίο μιλάμε: από τη μια η καπιταλιστική κρίση και τα «εθνικά ζητήματα» που δημιουργεί. Έπειτα η ανακάλυψη τρόπων αμοιβαίως ωφέλιμης συνεργασίας μεταξύ του «αντικαπιταλιστικού κινήματος» και του κράτους του. Τέλος η αναγνώριση των ωφέλιμων υπηρεσιών του «αντικαπιταλιστικού κινήματος» και η ενσωμάτωση της ηγεσίας του στο κράτος.

Πρόκειται ακριβώς για το υλικό από το οποίο προέκυψε και ο ορίτζιναλ εθνικοσοσιαλισμός τα παλιά τα χρόνια.

Φυσικά ως φάρσα. Πάντα ως φάρσα.

 

Στο διπλανο κουμπάκι θα βρείτε την περσινή μας συνεισφορά στην κατανόηση της διαδικασίας των πλειστηριασμών. Είναι κάπως μακροσκελής, αλλά κατά τη γνώμη μας αξίζει τον κόπο, ειδικά όταν εξηγεί φωτό σαν και ετούτες εδώ:

 

Ειρηνοδικείο Πειραιά. Μάιος του 2015.

 

 

Ειρηνοδικείο Αθηνών. Νοέμβριος 2017.

 

 



[1] Πέρυσι το είχαμε καταλάβει στραβά, εν τω μεταξύ όμως, η έννοια των «προβλέψεων» μας εξηγήθηκε ενδελεχώς από τον σύντροφο Γ., έμπιστο υπάλληλο του κυρίου Σόρος και νυν σύμβουλο των εκδόσεων antifa scripta επί χρηματοπιστωτικών ζητημάτων.

[2] Ευγενία Τζώρτζη, «Στεγαστικά Δάνεια για Αγορά Ακινήτων μέσω Πλειστηριασμού», Καθημερινή, 28/11/2017.

[3] Ευγενία Τζώρτζη, «Στις Τράπεζες 8 στα 10 Ακίνητα που Πωλήθηκαν σε Πλειστηριασμό», Καθημερινή, 11/10/2018.