22 Οκτωβρίου, 2018

 

 ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ

Το περιοδικό antifa
και οι εκδόσεις antifa scripta
κυκλοφορούν στο βιβλιοπωλείο Nouveau
[Παντανάσσης 78, στον πεζόδρομο]
 


 

 

 

 


 

 

Το άρθρο με τίτλο Προσπαθούν οι Έλληνες να χρησιμοποιήσουν υπέρ τους τη συμφωνία μεταξύ Μέρκελ και Ευρωπαϊκής Ένωσης για το προσφυγικό; δημοσιεύτηκε στην γερμανική εφημερίδα Die Welt στις 4 Ιούλη του 2018. Συγγραφέας του είναι ο Jan Dams, κάποιου είδους ειδικός επί θεμάτων οικονομίας.

Το άρθρο του Dams είναι μικρό σε όγκο, ολιγόλογο κι ενίοτε απλοϊκό στα συμπεράσματά του. Παρ’ όλα αυτά μας φάνηκε χρήσιμο να το μεταφράσουμε και να το παραθέσουμε ως τεκμηρίωση των απόψεών μας – κι αυτό για πολλούς λόγους.

Κατ’ αρχάς, διότι σε αντίθεση με την εγχώρια πλύση εγκεφάλου, γύρω από την «παντοδυναμία» των «δανειστών» και την ιδέα ότι τα διάφορα ακατανόητα αρκτικόλεξα (ΔΝΤ, ΕΚΤ κλπ) με τα οποία κάνουν πολιτική η αριστερά και η δεξιά του κράτους (μαζί και οι «ακραίες» ουρές τους) βρίσκονται πίσω από κάθε απόφαση που αφορά το ελληνικό κράτος, στο εν λόγω άρθρο περιγράφεται μια κατάσταση ριζικά διαφορετική. Το ελληνικό κράτος (κι εδώ που τα λέμε κάθε καπιταλιστικό κράτος) ακολουθεί τη δική του πολιτική, υπηρετεί τα συμφέροντα της δικής του αστικής τάξης και εφαρμόζει κατά το δοκούν (ή απλώς δεν εφαρμόζει)  τις περιβόητες «κατοχικές» συμφωνίες. Εν προκειμένω, η «κυβέρνηση Τσίπρα», το ίδιο όμως κι οι προηγούμενες κυβερνήσεις, αναβάλλουν διαρκώς την ενοποίηση των φορολογικών συντελεστών στο εσωτερικό της ελληνικής επικράτειας, σε πλήρη αντίθεση με τις «επιταγές των δανειστών». Οι ειδικές φορολογικές κλίμακες που ισχύουν για πέντε νησιά του Αιγαίου συγκροτούν επί της ουσίας μια ξεκάθαρη μορφή κρατικού προστατευτισμού στο πλαίσιο του διακρατικού εμπορικού πολέμου. Το ελληνικό κράτος (είπαμε – κάθε καπιταλιστικό κράτος) δεν είναι δυνατόν να δεχτεί ή να υλοποιήσει συμφωνίες που πλήττουν την καρδιά της βαριάς του βιομηχανίας. Τα Urlaubsinseln (τα νησιά – δημοφιλείς προορισμοί διακοπών) είναι η κωδική ονομασία της ελληνικής τουριστικής βιομηχανίας, για την υπεράσπιση της οποίας, καμία επιβλαβής συμφωνία δεν πρόκειται να ισχύσει. Οι έμποροι της θεωρίας της εξάρτησης, οι «αναλύσεις» περί χρεωκοπημένου ελληνικού κράτους, οι επικριτές της ξενόδουλης ελληνικής κυβέρνησης προσπερνάνε τις γραμμές σκέψης που ανοίγονται μέσα από τέτοια άρθρα, όπως ο διάολος το λιβάνι.

Αλλά χρειάζεται να σχολιάσουμε και κάτι άλλο: αν κανείς δει στο χάρτη αυτά τα πέντε νησιά με το ειδικό φορολογικό καθεστώς για τα οποία οι Γερμανοί «εκνευρίζονται» και τα οποία οι Έλληνες «υπερασπίζονται» (ονομαστικά: η Χίος, η Λέσβος, η Λέρος, η Κως και η Σάμος) θα διαπιστώσει ότι η θέση τους συγκροτεί ένα πρώτο αντιτουρκικό μέτωπο στο κέντρο του Αιγαίου Πελάγους. Κι ακόμη περισσότερο: τα συγκεκριμένα πέντε νησιά είναι τα νησιά που κέρδισαν τα περισσότερα λεπτά δημοσιότητας πάνω στον άξονα «χιλιάδες πρόσφυγες καταφτάνουν – δε χωράνε άλλοι – κάτι πρέπει να γίνει – στρατόπεδα συγκέντρωσης – πογκρόμ – πίεση για αύξηση της οικονομικής στήριξης από το κεντρικό κράτος». Ήμασταν οι μόνοι που υποστηρίξαμε ότι τα πογκρόμ στη Λέσβο, στη Χίο κοκ δεν είχαν σαν αιτία τη μισανθρωπία, κι ότι δεν διεπράχθησαν από «νεοναζί».  Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ τοπικών κοινωνιών και κεντρικής εξουσίας και σε δεύτερο χρόνο οι διαπραγματεύσεις μεταξύ κεντρικής εξουσίας κι άλλων κεντρικών εξουσιών γύρω από τις φορολογικές ελαφρύνσεις που διέπουν την επιχειρηματική ζωή συγκεκριμένων θυλάκων εντός του ελληνικού κράτους ήταν που πυροδότησαν τα πογκρόμ. Ηθικοί και φυσικοί αυτουργοί τους ήταν τα φυσικά πρόσωπα που συγκροτούν τον επιχειρηματικό ιστό της νησιωτικής επιχειρηματικότητας, κι όχι ιδεολόγοι του εθνικοσοσιαλισμού.

Προφανώς το όλο πράγμα δεν είναι μονοσήμαντο. Από τη σκοπιά, για παράδειγμα των μεταναστών (των «προσφύγων»), η διαφορά του να σε χτυπάει ιδεολόγος εθνικοσοσιαλιστής ή ντόπιος ξενοδόχος δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Εξαιτίας της ειδικής θέσης από την οποία είναι αναγκασμένοι να βλέπουν την ελληνική κοινωνία, οι μετανάστες καταλαβαίνουν, πιθανότατα καλύτερα από όλους μας, τη γενική φασιστικοποίηση  της ελληνικής κοινωνίας και των μελών της, ως μια απρόσωπη, καθολική διαδικασία.

Εσωτερικό κι εξωτερικό. Πογκρόμ στη Λέσβο και μάχη για προνομιακό καθεστώς ΦΠΑ στις Βρυξέλλες. Όλα τους άρρηκτα συνδεδεμένα – να κάτι που μαθαίνουμε από το άρθρο της Die Welt.

 

Προσπαθούν οι Έλληνες να χρησιμοποιήσουν υπέρ τους τη συμφωνία μεταξύ Μέρκελ και Ευρωπαϊκής Ένωσης για το προσφυγικό;

 

Το τελευταίο πακέτο σωτηρίας όριζε ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να εξομοιώσει τους φορολογικούς συντελεστές στο εσωτερικό της. Ο Τσίπρας, αμέσως μετά τη συμφωνία που πέτυχε η Μέρκελ για το άσυλο στη σύνοδο κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης , αθέτησε τη συμφωνία.

 

Περασμένα ξεχασμένα. Αυτό το ρητό θα πρέπει να σκέφτηκε ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Αλέξης Τσίπρας. Προτού ακόμη το γερμανικό Κοινοβούλιο εγκρίνει την περαιτέρω βοήθεια, στο πλαίσιο του τρίτου πακέτου στήριξης, αλλά και την ελάφρυνση του χρέους που είχε υποσχεθεί στην κυβέρνηση της Αθήνας, η εκεί (ενν. στην Αθήνα) κυβέρνηση συνεργασίας πήρε μια μικρή πρωτοβουλία, έξω από κάθε πρότερη συμφωνία.

 

Σε αντίθεση με τους όρους που διείπαν την τελευταία δόση χρηματικής αρωγής, η ελληνική κυβέρνηση ανέβαλε εκ νέου την ενοποίηση των φορολογικών συντελεστών. Στην ηπειρωτική Ελλάδα υπάρχουν τρεις διαφορετικοί φορολογικοί συντελεστές, 6%, 13% και  24% που καλύπτουν τις διάφορες κατηγορίες εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Αντιθέτως οι αντίστοιχοι συντελεστές στα νησιά της Λέσβου, της Χίου, της Σάμου, της Λέρου και της Κω είναι 4%, 9% και 17%.

 

Πρόκειται για θέμα που, από καιρό, προκαλεί εκνευρισμό στους Ευρωπαίους δανειστές, στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, αλλά και στους Γερμανούς. Το ζήτημα του ενιαίου φορολογικού συντελεστή για το σύνολο της ελληνικής επικράτειας αποτελεί μία απ’ τις απαιτήσεις των δανειστών που χρονίζει. Όλον αυτόν τον καιρό, οι ελληνικές κυβερνήσεις αναβάλλουν συνεχώς αυτήν την εξομοίωση. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που αποδίδουν την όλη κατάσταση, στο φαινόμενο του «πελατειακού» κράτους. Ισχυρίζονται δηλαδή ότι τα συγκεκριμένα νησιά αποτελούν δημοφιλείς προορισμούς διακοπών (Urlaubinseln), οπότε είναι διάχυτος ο φόβος ότι μπορεί να πληγεί ο επιχειρηματικός τους ιστός. Οι ίδιοι άνθρωποι επισημαίνουν ότι οι επιχειρηματίες των συγκεκριμένων νησιών διαθέτουν ισχυρά λόμπι πίεσης στην Αθήνα.

 

Τη στιγμή που μιλάμε είναι διάχυτη η πεποίθηση ότι οι Γερμανοί έκαναν τα στραβά μάτια στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προκειμένου να συμμαχήσουν με τον πρόεδρο Τσίπρα για μια πιο συμφέρουσα συμφωνία στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το προσφυγικό. Γιατί η αλήθεια είναι πως δίχως τη στήριξη των Ελλήνων, οι Γερμανοί όχι μόνο δε θα κατάφερναν να πετύχουν μια τέτοια συμφωνία, αλλά ακόμη χειρότερα θα αντιμετώπιζαν μια πιθανή ρήξη ανάμεσα στο CDU και στο CSU. Αυτός είναι ο βαθύτερος λόγος για τον οποίο η Μέρκελ, άφησε τον Τσίπρα να κάνει τα δικά του. Μεταξύ κατεργαραίων ειλικρίνεια…

 

Καθυστέρηση λόγω τεχνικών προβλημάτων

Σε κάθε περίπτωση βέβαια, οι πρωτοβουλίες του Τσίπρα συνάντησαν μηδενική αποδοχή στους κόλπους της Ευρωζώνης. Οι διαρροές από τους κύκλους των ομάδων διαπραγμάτευσης αναφέρουν ότι στη συνάντηση του Eurogroup που έλαβε χώρα τη Δευτέρα, ζητήθηκαν εξηγήσεις από την ελληνική αποστολή. Η τελευταία ισχυρίστηκε ότι ο Τσίπρας είχε σχηματίσει την εντύπωση πως η πολιτική του, όπως της την εξέθεσε στη συνάντηση του  Eurogroup, τελούσε υπό την έγκριση της καγκελαρίου. Σύμφωνα βέβαια με τα άλλα μέρη της διαπραγμάτευσης, αυτό που συνέβη, ήταν ότι η Μέρκελ απλώς άκουσε τους ισχυρισμούς Τσίπρα, δίχως όμως να τους δεχτεί.

 

Κατόπιν τούτου, έγινε σαφές με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο στην ελληνική αντιπροσωπεία, ότι ουδέποτε συνήφθη συμφωνία με τη Γερμανία ή την καγκελάριό της. Κατά συνέπεια οι Έλληνες έπρεπε να αποδεχτούν την αύξηση του ΦΠΑ και να πραγματοποιήσουν τις απαιτούμενες αλλαγές από τις αρχές του 2019. Η φόρμουλα που βρέθηκε από τα ενδιαφερόμενα μέρη για να δικαιολογήσουν άλλη μία κωλυσιεργία αποκρυσταλλώθηκε στον όρο «τεχνικά προβλήματα».

 

Οπωσδήποτε το όλο ζήτημα δεν αφήνει κανέναν ευχαριστημένο. Ο Τσίπρας ήθελε να πιστεύει ότι η πρωτοβουλία του θα γινόταν αποδεκτή – κατά πρώτον επειδή δεν παραβίαζε κάποιον από τους βασικούς όρους του προγράμματος βοηθείας και κατά δεύτερον επειδή τα σχετικά ποσά δεν ήταν μεγάλα. Συγκεκριμένα, το όλο πράγμα θα απέφερε στο ελληνικό κράτος 30 εκατομμύρια ευρώ λιγότερα από μη εισπραχθέντες φόρους για το έτος 2018. Οι συμμετέχοντες στο τρίτο πακέτο στήριξης, υποστηρίζουν ότι αυτό το ποσό δεν είναι τόσο σημαντικό. Κατά τα άλλα, ο Τσίπρας ήταν της γνώμης ότι η Μέρκελ δε θα έκανε θέμα την πρωτοβουλία του, στο βαθμό που έχει ανάγκη την υποστήριξή του για να επιτύχει μια ευνοϊκότερη συμφωνία για το προσφυγικό στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Σε κάθε περίπτωση βέβαια, όλοι περιμένουν να δουν, αν η συγκεκριμένη πρωτοβουλία του Τσίπρα αποτελεί εξαίρεση ή αποτελεί μέρος μια γενικότερης πολιτικής που θέλει τον Έλληνα πρωθυπουργό, μετά και την εκταμίευση της τελευταίας δόσης από τις Βρυξέλλες, να υλοποιεί τις δεσμεύσεις του δίχως ιδιαίτερη σπουδή, επιβεβαιώνοντας τους φόβους που είχαν εκφράσει αρκετοί.

 

Συμφωνία έξω απ’ τους κανόνες

Ο εκνευρισμός του Βερολίνου δεν έχει να κάνει με την δημοσιονομική σημασία του πράγματος (η οποία είναι ελάχιστη). Πολύ περισσότερο προβληματίζει ότι οι Έλληνες κάνουν του κεφαλιού τους. Ο Otto Fricke, ειδικός του FDP επί οικονομικών θεμάτων, διερωτάται: «Η αρχή ότι οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται και η εμπιστοσύνη που χτίζεται γύρω της είναι σύμφυτες με τις ευρωπαϊκές αξίες. Ποιο είναι άραγε το μήνυμα που κομίζει η ελληνική κυβέρνηση, για τους καιρούς που είναι να ’ρθουν, συμπεριφερόμενη κατ’ αυτόν τον τρόπο»; Αυτό που τώρα προκαλεί φόβο δεν είναι άλλο από το γεγονός πως η συμφωνηθείσα εναρμόνιση του ΦΠΑ θα μετατεθεί εκ νέου και πέρα από τη λήξη του 2019.

 

Οπωσδήποτε, σε σχέση με τον Τσίπρα, η Μέρκελ βρίσκεται σε πιο δεινή θέση. Και τούτο γιατί έχει να αντιπαλέψει την υποψία πως έχει έρθει σε μυστική συμφωνία με τον Τσίπρα, προς όφελος αμφότερων, όχι μόνο κατά παράβαση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, αλλά επιπλέον δίχως να έχουν ενημερώσει αρμοδίως τα υπόλοιπα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ακόμα και το γερμανικό κοινοβούλιο – όσο και να διαβεβαιώνουν για το αντίθετο η ελληνική και η γερμανική πλευρά. Γι’ αυτό και ο Fricke απαιτεί από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση «μια καθαρή και ξάστερη τοποθέτηση για το αν η υπό εξέλιξη αναβολή της ενοποίησης του ελληνικού ΦΠΑ τελούσε ή όχι εν γνώσει της».