15 Δεκεμβρίου, 2018

 

 ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ

Το περιοδικό antifa
και οι εκδόσεις antifa scripta
κυκλοφορούν στο βιβλιοπωλείο Nouveau
[Παντανάσσης 78, στον πεζόδρομο]
 


 

 

 

 


 

 

Μια ταινία με θέμα την «ελληνική ομογένεια»

 

 

Ο Κωνσταντίνος (Κόνι) και ο Νίκος (Νικ) Νίκας, αδέρφια, ετών είκοσι με τριάντα, και κεντρικά πρόσωπα της ταινίας «Good Time», είναι προφανώς μέλη αυτού που στην Ελλάδα αποκαλείται «ομογένεια». Αλλά ο θεατής δεν το καταλαβαίνει παρά στη μέση της ταινίας, όταν εμφανίζεται η γιαγιά τους. Ώσπου να εμφανιστεί η γιαγιά, έχουμε μάθει πως ο Νικ, βάσει επιστημονικών μετρήσεων, κατατάσσεται στους διανοητικά καθυστερημένους, ενώ ο Κόνι ανταποκρίνεται υποδειγματικά στη συνήχηση του ονόματός του [Constantine] με το con [απάτη]. Επίσης έχουμε μάθει ότι τα δύο εκλεκτά μέλη της ομογένειας έχουν ληστέψει μια τράπεζα, η ληστεία έχει πάει κατά διαόλου, ο Νικ έχει καταλήξει μεταξύ φυλακής και νοσοκομείου και ο Κόνι προσπαθεί να τον βγάλει έξω.

Η ταινία διατάσσεται γύρω από αυτό το ανέφικτο εγχείρημα: να βγει ο Νικ από το νοσοκομείο είναι απλά αδύνατο. Αλλά αυτό το αδύνατο έρχεται αντιμέτωπο με τον Κόνι. Ο Κόνι είναι ένας υπεράνθρωπος της εργατικής τάξης. Μάστορας της γλωσσικής διαστροφής, τιτάνας της βίας, μάγος της τακτικής, ο Κόνι έχει κατορθώσει να φτάσει κοντά στα τριάντα δίχως ποτέ του να πάει φυλακή. Μπροστά στα απύθμενα αποθέματα πειθούς και βίας του Κόνι, το ανθρώπινο και υλικό περιβάλλον κάμπτεται, διαστρέφεται, προσανατολίζεται προς μια ξένη βούληση.

Καθώς ακόμη και αυτή η υπεράνθρωπη βούληση αποδεικνύεται ανεπαρκής, έχουμε την ευκαιρία να ρίξουμε μια ματιά στην ανθρωπογεωγραφία του Κουήνς, ίσως της πλέον πολυπολιτισμικής περιοχής του πλανήτη. Μπαίνουμε σε μικροσκοπικά σαλόνια με ξηλωμένους σοβάδες, θαυμάζουμε τηλεοράσεις εβδομήντα ιντσών με χρωστούμενες δόσεις και χαλασμένα τηλεκοντρόλ, ξεναγούμαστε σε ρετιρέ πλουσίων με χρυσές πιστωτικές από όπου ρέουν δολάρια, ακούμε ιστορίες ζωής από το εργατικό δυναμικό του παράνομου κεφαλαίου.

Ο Κόνι δεν θεωρεί πως όλα τούτα είναι σημάδια ταξικότητας. Αρνείται πως η ταξική διαστρωμάτωση έχει κάποια επίδραση πάνω του. Πιστεύει πως και τα πιο ακλόνητα φράγματα λυγίζουν και σπάνε αν είναι κανείς αρκετά έξυπνος, αρκετά διορατικός, αρκετά πρωτοβουλιακός, αρκετά βίαιος. Και διαψεύδεται με κάθε ευκαιρία: τα κατορθώματα της νυχτερινής του Οδύσσειας δεν μπορούν να έρθουν εις πέρας δίχως την ταξική αλληλεγγύη των γύρω του. Τα φράγματα υψώνονται γύρω του, αδυσώπητα, έως ότου το τάχα πέλαγος των ατομικών επιλογών, μετατρέπεται σε μονόδρομο προς τη φυλακή.

Αλλά αυτός μέχρι τέλους αρνείται να δει. «Πρώτα ρουφάς από τη μαμά, έπειτα ρουφάς από την πρόνοια, έπειτα ρουφάς από τη φυλακή όπου σε ταΐζει το κράτος», κατακρίνει έναν ομοιό του στο τέλος της ταινίας. Ταυτόχρονα συνοψίζει την εμπειρία που έχει αποκομίσει στα πρώτα τριάντα χρόνια της ζωής του. Είναι μια σύνοψη που αποδεικνύεται τραγικά λανθασμένη. Οι υπεράνθρωπες ικανότητες του Κόνι πηγάζουν από αυτή τη στρεβλή εικόνα του κόσμου: πιστεύει με μεταφυσικό τρόπο στην ανωτερότητα του ατόμου του και είναι αυτή η πίστη που δημιουργεί τις ατομικές του ικανότητες. Το αποτέλεσμα είναι ένας κόσμος απόκοσμος, το λούνα παρκ του τρόμου κάτω από τα αναμμένα λαμπάκια του οποίου ο Κόνι αναζητεί την τελική λύση των προβλημάτων του με τη μορφή μιας πολύτιμης πλαστικής φιάλης τίγκα στο άσιντ.

Οι θεατές ξέρουμε εξαρχής πως η «λύση» είναι ανέφικτη. Ο Κόνι, πραγματικός μάγος της τακτικής, έχει έρθει αντιμέτωπος με το κατ’ εξοχήν στρατηγικό πρόβλημα, την ταξική δομή της κοινωνίας όπου ζει. Η οπτική του είναι τέτοια που μέχρι τέλους, παρά τα όσα έχουν εκτυλιχθεί, αυτός ο προφανώς υπερευφυής, δεν έχει καν αρχίσει να αντιλαμβάνεται το πρόβλημα.

Δεν είναι τυχαίο που αυτή η ταινία έχει για πρωταγωνιστές δύο Έλληνες τρίτης γενιάς. Ο παραγωγός, δηλαδή αυτός που έδωσε τα λεφτά, είναι ένα πολύ διαφορετικό μέλος της ομογένειας, ονόματι Πάρις Κασιδόκωστας - Λάτσης, εγγονός του γνωστού. Οι σκηνοθέτες και σεναριογράφοι, από την άλλη, είναι οι αδερφοί Σάφντι, μεγαλωμένοι στο Κουήνς, άρα άνθρωποι που γνωρίζουν καλά για τι πράγμα μιλάνε. Όποιος έχει μεγαλώσει σε τέτοια γειτονιά έχει γνωρίσει τον Κόνι πέντε, δέκα, εκατό φορές. Απομένει να γνωρίσει τον Λάτση για να κάνει τη γνώση του χρήμα. Και να επιδείξει μια στρατηγική επίλυσης του άλυτου προβλήματος μπροστά στο οποίο ακόμη και ο υπεράνθρωπος Κόνι τελικά λυγίζει. Όπως τόσοι άλλοι πριν από αυτόν.[1]



[1] Άσχετο και σχετικό: ο σύντροφος Μάρτιν Λουξ, που δεν είχε τον Πάρι Κασιδόκωστα Λάτση να τον πληρώνει, έχει γράψει ένα σχετικό βιβλίο. Είναι η βιογραφία του αδερφού του, Daniel, μέλους των Class War, που έζησε δίχως να δουλέψει ούτε μια μέρα. Και τελικά πέθανε από την πρέζα, ετών τριανταπέντε. Το βιβλίο είναι το Daniel Lux, The Camden Parasites, Phoenix Press, 2007.