22 Οκτωβρίου, 2018

 

 ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ

Το περιοδικό antifa
και οι εκδόσεις antifa scripta
κυκλοφορούν στο βιβλιοπωλείο Nouveau
[Παντανάσσης 78, στον πεζόδρομο]
 


 

 

 

 


 

 

Η ρήση «ο πόλεμος έχει αλλάξει», ακούγεται όλο και περισσότερο. Και μας δημιουργεί, είναι η αλήθεια, μια κάποια αμηχανία, γιατί, τουλάχιστον από όσα γνωρίζουμε, η διαπίστωση «ο πόλεμος έχει αλλάξει» είναι μια ταυτολογία. Ο «πόλεμος», δηλαδή η άσκηση του μέγιστου βαθμού βίας που μπορεί να εξασφαλίσει η παραγωγική ισχύς του έθνους κράτους, ουδέποτε υπήρξε σταθερός, είτε ως τεχνολογία, είτε ως στρατηγικές, είτε ως ποσότητα βίας.

 

Τα έθνη κράτη πήγαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο υποστηρίζοντας ότι θα είναι υπόθεση λίγων μηνών, προετοιμάζοντας τεράστιους στόλους και αναζητώντας τρόπους να ανταπεξέλθουν σε επελάσεις του ιππικού. Στην πράξη όμως, τα τεράστια θωρηκτά πολέμησαν ελάχιστα και οι επελάσεις απαγορεύτηκαν από έναν καινοφανή συνδυασμό: το πυροβολικό και τα πολυβόλα μπορούσαν να προμηθεύονται βλήματα από τις μόλις εγκατεστημένες αλυσίδες συναρμολόγησης των αυτοκινητοβιομηχανιών. Τα ανθρώπινα σώματα, από την άλλη, ήταν το σύνολο των παραγωγικών αρσενικών των εμπόλεμων κοινωνιών, έπειτα από την καινοτομία της μαζικής υποχρεωτικής στράτευσης. Ο πόλεμος, ο πρώτος καθολικά κοινωνικός πόλεμος στην ανθρώπινη ιστορία, τροφοδοτήθηκε ιδεολογικά από τον «πατριωτισμό» και υλικά από την αλυσίδα συναρμολόγησης. Και μετατράπηκε άμεσα σε στατικό πόλεμο χαρακωμάτων, σε παγωμένο μακελειό που τροφοδοτούνταν από μια πρωτοφανή παραγωγική ισχύ.Η όλη υπόθεση κράτησε πέντε χρόνια και κρίθηκε, όχι από «επελάσεις», ή το μέγεθος των θωρηκτών, αλλά από το επίπεδο των παραγωγικών δυνατοτήτων, τη χρήση της αλυσίδας συναρμολόγησης, τη φθορά των αποθεμάτων καυσίμων και το πλήθος των ανθρώπινων κορμιών.

 

Τα έθνη κράτη πήγαν στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο αναμένοντας έναν στατικό πόλεμο χαρακωμάτων, οχυρώσεων, πυροβολικού και δηλητηριωδών αερίων. Η γραμμή Μαζινό στη Γαλλία και η γραμμή Μεταξά στην Ανατολική Μακεδονία πιστοποιούν το γεγονός. Και πάλι αντίθετα με τις προσδοκίες όμως, ο  Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος εξελίχθηκε βασισμένος στην κίνηση. Τους ρυθμούς της κίνησης έδιναν οι μηχανές εσωτερικής καύσης των αρμάτων μάχης, των αεροπλάνων και των υποβρυχίων, μαζί και η δυνατότητα παροχής καυσίμων σε όλο και μεγαλύτερες περιοχές του πλανήτη.

 

Πράγματι, σήμερα «ο πόλεμος έχει αλλάξει», γιατί πάντοτε άλλαζε. Αλλά με ποιον ακριβώς τρόπο; Δεν είναι μόνο η δυσκολία πρόβλεψης σε ένα περιβάλλον διαρκούς τεχνολογικής και κοινωνικής αλλαγής. Είναι και ότι το περιβάλλον αυτό είναι κατασκευασμένο με στοχο την απόκρυψη.

 

Ας δούμε για παράδειγμα το παραμυθάκι σύμφωνα με το οποίο «στην εποχή της πυραυλικής τεχνολογίας, η γεωγραφία δεν έχει σημασία». Αυτοί που παπαγαλίζουν το παραμυθάκι θα πρέπει να έχουν γνώμη για το πόσο οι πύραυλοι δουλεύουν αναλόγως απόστασης και με ποια ακρίβεια. Επίσης για το πόσο τα αντιπυραυλικά συστήματα δουλεύουν και με ποια ακρίβεια. Αλλά αυτά τα ζητήματα συσκοτίζονται με μέθοδο, είναι αναγκαίο να είναι άγνωστα, είναι στρατηγικά μυστικά. Το γεγονός ότι όταν πρόσφατα η Ρωσία θέλησε να κάνει επίδειξη πυραυλικών δυνατοτήτων στη Συρία, χρησιμοποίησε τον στόλο της Κασπίας, και όχι κάποια βάση στη Μόσχα, υπονοεί ότι μια επίδειξη πυραυλικής ισχύος από τη Μόσχα, ενδεχομένως να κατέληγε σε πυραυλικό φιάσκο. Ο έλεγχος της Κασπίας παραμένει σημαντικός για το ρωσικό κράτος, παρά τους πυραύλους.

 

Εν τω μεταξύ, τα πλέον δοκιμασμένα αντιπυραυλικά συστήματα ανήκουν στο κράτος του Ισραήλ. Η αποτελεσματικότητά τους υποτίθεται πως είναι απαράμιλλη, μόνο που ο μόνος που μπορεί να την πιστοποιήσει είναι το ίδιο το κράτος του Ισραήλ. Που κάτι φορές εντοπίζεται να διαμαρτύρεται επειδή οι πολίτες του είναι τόσο πεισμένοι για την αποτελεσματικότητα των αντιπυραυλικών συστημάτων του κράτους τους, που σε κάθε ευκαιρία μαζεύονται γύρω τους κρατώντας smartphones και «υπάρχει κίνδυνος ατυχήματος». Παρεμπιπτόντως, η selfie με αναχαίτηση πυραύλου που τόσο αποζητούν οι ισραηλινοί τεχνοπιστοί, αποδεικνύεται σπανιότερη του αναμενόμενου. 

 

Εν πάσει περιπτώσει: το κείμενο που μεταφράσαμε και παραθέτουμε εδώ, ασχολείται με το ζήτημα της τεχνολογίας του πολέμου. Συγκεκριμένα, με το κατά πόσο οι πύραυλοι της Κίνας μπορούν να αναιρέσουν την ισχύ των αμερικανικών αεροπλανοφόρων και να αμφισβητήσουν τον έλεγχο των ωκεανών. Αναδεικνύει το ζήτημα του ελέγχου του θαλάσσιου χώρου ως παγκόσμιο εγχείρημα που συνδέεται με τη μεταφορά πόρων που τόσο μεγάλο ρόλο έπαιξε κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Επισημαίνει ορισμένες εκπλήξεις που προκύπτουν κατά τη διάρκεια των πολεμικών παιγνίων που διοργανώνουν οι ΗΠΑ με τους σύμμαχους Γάλλους. Παραδέχεται δημοσίως ένα γνωστό γεγονός: ότι πάντα ο πόλεμος αλλάζει και ότι κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει με ποιο τρόπο μέχρι ο πόλεμος να γίνει.Κυρίως όμως επισημαίνει τρόπους με τους οποίους «ο πόλεμος αλλάζει» που δεν περνούν από το μυαλό ακόμη και των πιστότερων οπαδών της ρήσης. Ελπίζουμε δηλαδή να είναι κάπως διδακτικό.

 

Antifa Scripta, 07/2018.

 

Ταράζοντας τον αφρό: Η Κίνα προχωρά το σχέδιο παραγωγής αεροπλανοφόρων[1]

Η παρουσίαση του δεύτερου αεροπλανοφόρου του Πεκίνου αποκαλύπτει τις όλο και μεγαλύτερες ναυτικές φιλοδοξίες της Κίνας

 

Σύνοψη

Όταν πριν από έξι χρόνια, η Κίνα παρουσίασε το πρώτο της αεροπλανοφόρο, η κίνησή της αντιμετωπίστηκε με αδιαφορία, για να μην πούμε περιφρόνηση. Η Κίνα είχε αγοράσει μισοτελειωμένο από την Ουκρανία ένα σοβιετικής εποχής πολεμικό πλοίο, το οποίο είχε μετονομάσει σε Liaoning. Ήταν εξαρχής ξεκάθαρο ότι το ολοκαίνουριο αστραφτερό παιχνιδάκι του Πολεμικού Ναυτικού του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού –ένα πλωτό κανόνι, τόσο από άποψη εμφάνισης όσο και από άποψη εποχής – δε θα έπαιρνε ποτέ του μέρος σε σοβαρή μάχη. Επομένως, η απόκτησή του έθεσε διάφορα ερωτήματα: Ποιος είναι ακριβώς ο στόχος του Liaoning και τί έχουν στο μυαλό τους αυτοί που σχεδιάζουν τις κινεζικές στρατηγικές;

 

Πριν από δυο βδομάδες, το δεύτερο αεροπλανοφόρο της Κίνας απέπλευσε από το λιμάνι της βορειοανατολικής πόλης Dalianγια τις παρθενικές του θαλάσσιες δοκιμές. Το Type 001A, το οποίο πιθανότατα θα είναι έτοιμο να τεθεί στις υπηρεσίες του στρατού μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, δεν αποτελεί και καμία δραματική βελτίωση σε σύγκριση με το Liaoning. Είναι βασισμένο στο ίδιο απαρχαιωμένο μοντέλο, κι έτσι αντιμετωπίζει πάνω-κάτω τους ίδιους εγγενείς περιορισμούς.  Αλλά υπάρχει μια βασική διαφορά: η Κίνα το κατασκεύασε μόνη της από το μηδέν. Οι Κινέζοι το κατασκεύασαν πολύ γρήγορα και, απ’ ό,τι φαίνεται, ετοιμάζονται να κατασκευάσουν και άλλα. Αυτό δε σημαίνει ότι η Κίνα είναι κοντά στο να μπορεί να εμπλακεί σε ιδιαιτέρως περίπλοκες επιχειρήσεις αεροπλανοφόρων σε εχθρικά νερά. Και σίγουρα δε σημαίνει ότι η Κίνα είναι έτοιμη να μετατραπεί σε αξιοσημείωτη ναυτική δύναμη, ικανή να τα βάλει με το Αμερικανικό Ναυτικό στη μέση του Ειρηνικού Ωκεανού. Ωστόσο, δεν πρόκειται και για ασήμαντο γεγονός – δείχνει τις όλο και μεγαλύτερες ναυτικές φιλοδοξίες της Κίνας.

 

Αυτό το κείμενο μελετά το ρυθμό, τα όρια και το στρατηγικό σκεπτικό του παράξενου προγράμματος παραγωγής αεροπλανοφόρων της Κίνας. Τελικά, συμπεραίνει ότι, προς το παρόν, τα κινεζικά αεροπλανοφόρα κατά βάση δεν παίζουν ρόλο στον εντεινόμενο ανταγωνισμό που σκεπάζει τον Ινδικό και τον Ειρηνικό Ωκεανό, αλλά ότι το Πεκίνο έχει λόγους να πιστεύει ότι τα πράγματα μπορεί να μην είναι για πάντα έτσι.

 

 

Λόγοι να αδιαφορήσεις

Αν οι Κινέζοι ήθελαν να προσπαθήσουν να κονταροχτυπηθούν με τις ΗΠΑ χρησιμοποιώντας τα δύο αεροπλανοφόρα τους στην ανοιχτή θάλασσα, θα ήταν σαν να πήγαιναν να πολεμήσουν με μαχαίρι σε έναν καυγά με… αεροπλανοφόρα. Ένα μέρος του προβλήματος έχει να κάνει με τους ίδιους τους περιορισμούς των κινεζικών αεροπλανοφόρων. Και το Liaoningκαι το Type001Aλειτουργούν με συμβατικές τουρμπίνες ατμού που καταναλώνουν πετρέλαιο, περιορίζοντας έτσι την ταχύτητα και τη διάρκεια ζωής τους σε σχέση με τα πολύ πιο αποτελεσματικά συστήματα πυρηνικήςπροώθησης που διαθέτουν τα αμερικανικά και τα γαλλικά αεροπλανοφόρα. Κανένα από τα δύο δεν είναι εντυπωσιακά μεγάλο: το Type 001A πιστεύεται πως έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει 32-36 μαχητικά αεροσκάφη πολλαπλών ρόλων (και περίπου μια ντουζίνα ελικόπτερα), ενώ τα καινούρια αμερικανικά «σούπερ αεροπλανοφόρα» (supercarriers) Ford μπορούν να μεταφέρουν 90 αεροσκάφη σταθερών και περιστρεφόμενων πτερύγων. Και τα δύο χρησιμοποιούν υπερυψωμένη ράμπα για την απογείωση των αεροσκαφών (σύστημα STOBAR) – ενώ αντίθετα το σύστημα εκτόξευσης αεροσκαφών με τη βοήθεια καταπέλτηείναι πλέον καθιερωμένο στα πιο σύγχρονα αεροπλανοφόρα – πιέζοντας περισσότερο τα μαχητικά και περιορίζοντας την ταχύτητα επίθεσης, το ωφέλιμο φορτίο, και το επιχειρησιακό τους εύρος. Η εξειδίκευση της Κίνας στις πιο σύγχρονες τεχνολογίες αεροπλανοφόρων αναμένεται να απαιτήσει περισσότερο καιρό και να είναι πολύ πιο ακριβό από την απλή αντιγραφή και μετατροπή των σοβιετικής εποχής μοντέλων του υπάρχοντος στόλου της.

 

 

Χρονοδιαγράμματα κατασκευής αεροπλανοφόρων σε Κίνα και ΗΠΑ, 1998-2020.

 

 

Αλλά η επιτυχία της Κίνας στην κατασκευή διαφόρων καινούριων πολεμικών πλοίων με θαυμαστούς ρυθμούς και η επιτυχία της στο κυνήγι της τελευταίας λέξης του τεχνολογικού μετώπου έχουν να μας πουν κι άλλα πράγματα. Ο αριθμός των σκαφών που έχει αποκτήσει η Κίνα τα τελευταία τρία χρόνια είναι μεγαλύτερος από το συνολικό στόλο οποιασδήποτε ευρωπαϊκής χώρας πλην της Γαλλίας. Στο διάστημα αυτό η Κίνα έφτασε,από εκεί που δεν είχε καμία, να διαθέτει 37 κορβέτες. Μέσα σε μία χρονιά(το 2016) παρήγγειλε 23 ολοκαίνουρια σκάφη επιφανείας (ενώ οι ΗΠΑ μόλις έξι), συμπεριλαμβανομένου ενός Τύπου 052Dκαταστροφέα κατευθυνόμενων πυραύλων και τρεις Τύπου 054A φρεγάτες κατευθυνόμενων πυραύλων – δύο πολεμικά πλοία που θεωρούνται παγκόσμιας κλάσης. Σύμφωνα με το Πεντάγωνο, μέχρι το 2020, ο στόλος της Κίνας θα διαθέτει περίπου 69 με 78 υποβρύχια, ενώ μέχρι πριν μια δεκαετία διέθετε 31 (τα περισσότερα εκ των οποίων ήταν απαρχαιωμένα ή αγορασμένα από το εξωτερικό). Συνολικά, το Πολεμικό Ναυτικό του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού μπορεί αυτή τη στιγμή να περηφανευτεί πως διαθέτει πάνω από 300 μαχητικά επιφανείας, υποβρύχια, αμφίβια πλοιάρια και σκάφη περιπολίας οπλισμένα με πυραύλους – δηλαδή διαθέτει με διαφορά το μεγαλύτερο στόλο στην Ασία, σύμφωνα με την Αμερικανική Υπηρεσία Ναυτικών Πληροφοριών. (Το Αμερικανικό Ναυτικό αναμένεται να φτάσει τα 325 πλοία στα επόμενα πέντε χρόνια).

 

 

 

Σύγκριση αεροπλανοφόρων Κίνας και ΗΠΑ

 

Το πιο αξιοσημείωτο είναι το πόσο γρήγορα η Κίνα αντικαθιστά τα απαρχαιωμένα τμήματα του στόλου της και απογαλακτίζεται από τις ξένες τεχνολογίες. Το 2015, το Πεντάγωνο αξιολόγησε τα υποβρύχια (τόσο αυτά που λειτουργούν με πυρηνική ενέργεια, όσο κι αυτά που λειτουργούν με ντίζελ), τα αντιτορπιλικά και τις φρεγάτες της Κίνας και υπολόγισε πως το 70% εξ αυτών είναι «σύγχρονου σχεδιασμού». Μια δεκαετία νωρίτερα, μόνο το 30-40% μπορούσε να λάβει αυτό το χαρακτηρισμό. Σύμφωνα με την Υπηρεσία Ναυτικών Πληροφοριών, «οι φρεγάτες τύπου JIANGKAI(Type 054A), τα αντιτορπιλικά τύπου LUYANG (Type 052B/C/D) και τα μελλοντικά αεροπλανοφόρα (Type 055), θεωρείται πως είναι σύγχρονα και επιχειρησιακώς άρτια μοντέλα, συγκρίσιμα σε μεγάλο βαθμό με τα πλέον σύγχρονα Δυτικά πολεμικά πλοία».

 

Φυσικά υπάρχουν αμφιβολίες για το αν η Κίνα μπορεί να διατηρήσει αυτή την ανοδική τροχιά, καθώς εκτιμούμε ότι η οικονομική της ανάπτυξη θα μειωθεί σημαντικά τις ερχόμενες δεκαετίες, δημιουργώντας περιορισμούς στον προϋπολογισμό της. Αντιμετωπίζει επίσης ζητήματα που άσχετα από την ικανότητά της να κατασκευάζει μεγαλύτερα και καλύτερα σκάφη. Ίσως, ας πούμε, να είναι πιο σημαντικό το αν θα καταφέρει να χρησιμοποιήσει το πρόγραμμα «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος» για να χτίσει το απαιτούμενο δίκτυο μεταφορών και βάσεωνώστε να διατηρήσει μια παγκόσμια παρουσία. Αλλά δεν είναι παράλογο να υποθέσουμε ότι η Κίνα διαθέτει τις τεχνολογικές ικανότητες για να ακολουθήσει το παιχνίδι, τουλάχιστον στο κομμάτι των αεροπλανοφόρων· σίγουρα έχει την παραγωγική δυνατότητα να το κάνει. Το πραγματικό ερώτημα είναι το γιατί θέλει να το κάνει – και τί μπορούμε να συμπεράνουμε απ’ αυτό για τις στρατηγικές βλέψεις της Κίνας.

 

 

Η Φθίνουσα Στρατηγική Σημασία των Αεροπλανοφόρων

Όσο ισχυρά κι αν γίνουν μια μέρα τα αεροπλανοφόρα της, η απόφαση της Κίνας να διαθέσει πόρους προς αυτήν την κατεύθυνση είναι περίεργη για διάφορους λόγους. Ο πιο σημαντικός είναι ότι τα αεροπλανοφόρα δε θα έλυναν και πολλά από τα άμεσα στρατηγικά προβλήματα της Κίνας. Για την ακρίβεια, το μεγάλο άλμα ναυτικού εκσυγχρονισμού της Κίνας είναι σχεδιασμένο για να μετατρέψει τα αεροπλανοφόρα σε ένα πλήρως απαρχαιωμένο μέσο.

 

Το όλο ζήτημα βασίζεται σε δύο έννοιες που βρίσκονται στον πυρήνα του ναυτικού δόγματος: θαλάσσιος έλεγχος εναντίον θαλάσσιας άρνησης. Σύμφωνα με τον πατέρα της αμερικανικής ναυτικής στρατηγικής, τον AlfredThayerMahan, ο θαλάσσιος έλεγχος βασικά ορίζεται ως η αναμφισβήτητη δύναμη τέλεσης θαλάσσιου εμπορίου, στρατιωτικών επιχειρήσεων, κλπ, οπουδήποτε και οποτεδήποτε θελήσει μια χώρα, δίχως να θέτει τον εαυτό της στον κίνδυνο να δεχτεί επίθεσηαπό κάποιον αντίπαλό της. Η θαλάσσια άρνηση είναι απλούστατα η δυνατότητα να επιτεθείς σε εχθρικά πλοία, ακόμα κι αν δεν έχεις τη δυνατότητα να εμποδίσεις μια επίθεση σε κάποιο δικό σου. Ο θαλάσσιος έλεγχος είναι, φυσικά, πολύ πιο δύσκολο να επιτευχθεί και απαιτεί αεροπλανοφόρα που θα χτίσουν μια προστατευτική ομπρέλα για όλα τα υπόλοιπα πλοία μιας χώρας. Η θαλάσσια άρνηση μπορεί να επιτευχθεί ακόμα και χωρίς κάποιον μεγάλο στόλο πλοίων επιφανείας, αρκεί μια χώρα να έχει αρκετούς πυραύλους κατά πλοίων τοποθετημένους στην ξηρά, και αρκετά αεροσκάφη και υποβρύχια. Η επίτευξη της θαλάσσιας άρνησης είναι αρκετή για τους στρατηγικούς στόχους των περισσότερων χωρών.

 

Από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, οι ΗΠΑ απολαμβάνουν το θαλάσσιο έλεγχο του μεγαλύτερου κομματιού της υφηλίου, συμπεριλαμβανομένου σχεδόν όλου του Δυτικού Ειρηνικού. Αυτό έχει επιτρέψει στα αεροπλανοφόρα των ΗΠΑ να φτάνουν σαν σε ρουτίνα σε θάλασσες που βρέχουν περιοχές που αποτελούν ζώνες συγκρούσεων και έτσι να αποκτά εναέρια υπεροχή. Πράγματι, πριν από 22 χρόνια, η κυβέρνηση Κλίντον είναι γνωστό πως έστειλε ένα αεροπλανοφόρο και ένα αμφίβιο μαχητικό στον πορθμό της Ταϊβάν σε μια επίδειξη της δυνατότητάς της να υπερασπιστεί την Ταϊβάν σε μια ενδεχόμενη κινεζική εισβολή. Η Κίνα δε μπορούσε να κάνει σχεδόν τίποτα για να εμποδίσει αυτή την κίνηση. Πλέον τα πράγματα δεν είναι έτσι.

 

Η εξάπλωση των κατευθυνόμενων με ακρίβεια πυραύλων κατά πλοίων και των τεχνολογίας stealthυποβρυχίων (ντιζελοκίνητων ή ηλεκτροκίνητων) υποβαθμίζει σταδιακά σε όλο τον κόσμο την ικανότητα των ΗΠΑ να προβάλλουν την ισχύ τους δίχως συνέπειες. Κι αυτό ισχύει ιδιαιτέρως στη Νότια και Ανατολική Σινική Θάλασσα, εκεί από όπου ιστορικά η Κίνα ήταν πλέον ευάλωτη στις εξωτερικές επιθέσεις. Αφότου ρεζιλεύτηκε στην αντιπαράθεση της Ταϊβάν, ο βασικός στόχος του ναυτικού εκσυγχρονισμού της Κίνας ήταν το να αποκτήσει δυνατότητες θαλάσσιας άρνησης ως μέρος της στρατηγικής Άρνησης Πρόσβασης/Απαγόρευσης Χρήσης Περιοχής (A2/AD). Ο στόχος της, λίγο απλοϊκά, είναι να χτίσει έναν «στόλο-φρούριο», ο οποίος μαζί με τους πυραύλους ξηράς, την αεροπορία, τις θαλάσσιες νάρκες και τα σμήνη των επιταγμένων πολιτικών σκαφών,θα ανέβαζε τόσο το κόστος μιας επίθεσης εναντίον της Κίνας, που θα έκανε τις ΗΠΑ και τους συμμάχους της να το σκεφτούν διπλά πριν το αποφασίσουν.

 

Τα αεροπλανοφόρα, ειδικά, θα αποτελούσαν σχετικά εύκολους στόχους στα παράκτια νερά της Κίνας. Αυτό είναι μια ανησυχία που υπάρχει από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν ένας κορυφαίος Αμερικανός ναύαρχος είπε στο Κογκρέσο ότι τα αεροπλανοφόρα των ΗΠΑ δε θα επιβίωναν πάνω από δυο μέρες σε έναν κανονικό πόλεμο με τους Σοβιετικούς. Τα αμερικανικά αεροπλανοφόρα έχουν αποδειχτεί αρκετές φορές ανίσχυρα στις πρόσφατες πολεμικές ασκήσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και ασκήσεις προσομοίωσης μιας ασύμμετρης επίθεσης στον αμερικανικό στόλο σε περιοχές «μπουκωμένες», όπως ο Περσικός Κόλπος ή η Νότια Σινική Θάλασσα. Το 2015, το γαλλικό ναυτικό έδειξε μεγαλοψυχία και επέτρεψε στις ΗΠΑ να σώσουν τα προσχήματα ανακαλώντας την αναφορά που περιέγραφε ότι ένα από τα υποβρύχιά του, κατά τη διάρκεια ενός πολεμικού παιχνιδιού, είχε «βυθίσει» το αεροπλανοφόρο USSTheodoreRoosevelt και τα περισσότερα από τα σκάφη που το συνόδευαν.Και όσο μπαίνουν στο παιχνίδι τα καινούρια διαστημικά ηλεκτρονικά πολεμικά συστήματα, οι  μεγαλύτερης εμβέλειας και ακρίβειας πύραυλοι, τα μη επανδρωμένα συστήματα, κλπ, τα αεροπλανοφόρα θα γίνονται όλο και πιο ευάλωτα.

 

Τα αεροπλανοφόρα της Κίνας θα είναι εξίσου ευάλωτα, και η στρατηγική A2/ADστα παράκτια νερά της δεν απαιτεί στ’ αλήθεια αεροπλανοφόρα. Με τον καιρό, καθώς αυξάνει την εμβέλεια, την ταχύτητα και την πολυπλοκότητα των δυνατοτήτων να ασκεί θαλάσσια άρνηση, η Κίνα σκοπεύει να αποκτήσει στρατηγικό βάθος, επεκτείνοντας σταδιακά την ομπρέλα προστασίας της μέχρι το σημείο όπου θεωρητικά θα μπορεί να κυριαρχήσει στις θάλασσες γύρω από τα θαλάσσια περάσματα που είναι γνωστά ως «η πρώτη αλυσίδα νήσων» - μια ομάδα μικρών νησιών που εκτείνονται από την Ιαπωνία μέχρι την Ινδονησία και περιβάλλουν τη Νότια και την Ανατολική Σινική Θάλασσα. Προς το παρόν, μια άλλη ναυτική δύναμη θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτά τα νησιά για να διακόψει σημαντικές θαλάσσιες διόδους επικοινωνίας της Κίνας, αφήνοντας την κινεζική οικονομία να μαραζώνει δίχως να μπορεί να αντιδράσει. Τα αεροπλανοφόρα δε μπορούν να βοηθήσουν και πολύ μ’ αυτό το πρόβλημα. Άλλωστε, η Κίνα είναι περικυκλωμένη από εχθρικές δυνάμεις με όλο και μεγαλύτερες δυνατότητες θαλάσσιας άρνησης και από αμερικανικές βάσεις στην Ιαπωνία, το Γκουάμ, τις Φιλιππίνες και τη Σιγκαπούρη, για να μην πούμε για τα αμερικανικά αεροπλανοφόρα που βρίσκονται λίγο παραπέρα. Έτσι, τα αεροπλανοφόρα της Κίνας θα ήταν ούτως ή άλλως πολύ εκτεθειμένα σε εχθρικά πυρά για να παίξουν κεντρικό ρόλο σε μια τέτοια στρατηγική. Δεν υπάρχει τίποτα στο όλο και μεγαλύτερο οπλοστάσιο της Κίνας που να μπορεί να εγγυηθεί ότι τα αεροπλανοφόρα της Κίνας θα συνεχίσουν να επιπλέουν αν βρεθούν αντιμέτωπα με μια αμερικανική επίθεση.

 

Η οπτική της Κίνας για τον κόσμο

 

Για την Κίνα, τα αεροπλανοφόρα μπορεί να αποδειχθούν περισσότερο επικίνδυνα παρά χρήσιμα. Είναι πολύ κοστοβόρο να φτιάξεις και να συντηρήσεις έναν στόλο αεροπλανοφόρων. Για τις ΗΠΑ, η κατασκευή μιας πλήρους ομάδας κρούσης με αεροπλανοφόρο και αεροσκάφη κοστίζει περισσότερο από 35 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ απαιτείται κι άλλο ένα δις κάθε χρόνο για να συνεχίζουν όλα να δουλεύουν. Το κόστος εργασίας στην Κίνα καθιστά την κατασκευή και τη συντήρηση πιο φτηνή για το Πεκίνο, αλλά και πάλι το πρόγραμμα των αεροπλανοφόρων αναπόφευκτα θα απορροφήσει πόρους που θα μπορούσαν να διατεθούν για πιο σημαντικά συστήματα και θα μειώσει τη δεξαμενή ανθρώπινου δυναμικού, απασχολώντας χιλιάδες ναύτες που θα χρειαστεί να επανδρώσουν τα καινούρια πολεμικά πλοία. Σε ένα έγγραφο του 2013 για παράδειγμα, το αμερικανικό ναυτικό υπολόγισε πως η Κίνα μπορούσε να παράξει πάνω από 1.200 πυραύλους DF-21D κατά πλοίων (τους αποκαλούμενους «εξολοθρευτές αεροπλανοφόρων») με τα χρήματα που οι ΗΠΑ ξοδεύουν σε κάθε αεροπλανοφόρο τους. Επιπλέον, η επιτυχία ή αποτυχία της κινεζικής στρατηγικής είναι πιθανόν να μην εξαρτάται μόνο από τις στρατιωτικές δυνατότητες της Κίνας έναντι αυτών των ΗΠΑ και των συμμάχων τους, αλλά και από την ικανότητα της Κίνας να κλείσει συμφωνία με μια χώρα στην πρώτη αλυσίδα νήσων που θα της διασφαλίζει πρόσβαση στον Ειρηνικό. Ωστόσο, η κατασκευή αεροπλανοφόρων αυξάνει τις υποψίες των περιφερειακών κρατών για τις προθέσεις της Κίνας.

 

 

Το Σκεπτικό Πίσω από τα Αεροπλανοφόρα

Είναι βέβαιο πως το Πεκίνο γνωρίζει αυτούς τους συσχετισμούς και έχει αντίστοιχα θέσει ως προτεραιότητα την ανάπτυξη του υπόλοιπου πολεμικού της στόλου έναντι της κατασκευής αεροπλανοφόρων. Οπότε, γιατί η Κίνα κατασκευάζει ακόμα αεροπλανοφόρα; Αφενός, οι στρατηγικές βλέψεις της Κίνας δεν περιορίζονται στη Νότια και την Ανατολική Σινική Θάλασσα. Οι κομβικές για τα συμφέροντά της θαλάσσιες δίοδοι επικοινωνίας εκτείνονται πολύ πιο μακριά. Για παράδειγμα, η μεγάλη πλειοψηφία των κινεζικών εξαγωγών στην Ευρώπη περνά μέσα από τον Ινδικό Ωκεανό· το ίδιο και η τεράστιας σημασία εισαγωγές ενέργειας από τη Μέση Ανατολή. Ως αποτέλεσμα, για να αποφύγει τα στενά περάσματα της Νότιας Σινικής Θάλασσας και του Πορθμού της Μαλάκκα, η Κίνα αναπτύσσει εναλλακτικές διεξόδους εισαγωγών και εξαγωγών μέσω κρατών που βρέχονται από τον Ινδικό Ωκεανό. Αυτό σημαίνει πως πρέπει να αναπτύξει τις δυνατότητες ναυσιπλοΐας, τις εγκαταστάσεις βάσεων και τα δίκτυα μεταφορών που απαιτούνται για να κρατήσει αυτές τις διεξόδους ανοικτές αν ξεσπάσει μια ενδεχόμενη σύγκρουση στα ανατολικά της. Το κινεζικό ναυτικό δόγμα πλέον απαιτεί μια μόνιμη παρουσία αεροπλανοφόρου στον Ινδικό Ωκεανό.

 

Επιπλέον, η Κίνα είναι αναγκασμένη να δώσει μεγαλύτερη προσοχή και στα αυξανόμενα κινεζικά συμφέροντα που εδρεύουν ακόμα πιο μακριά. Αυτοί που σχεδιάζουν τη στρατηγική της Κίνας φαίνεται πως βλέπουν όλο και πιο ζεστά την εξής ιδέα: η όλο και μεγαλύτερη εμβέλεια των κατευθυνόμενων πυραύλων ακριβείας απαιτεί από την Κίνα να έχει τη δυνατότητα να χτυπήσει προληπτικά έναν αντίπαλο που βρίσκεται στην ανοιχτή θάλασσα ανατολικά της πρώτης αλυσίδας νήσων. Πρόκειται για ένα έργο στο οποίο τα αεροπλανοφόρα έχουν έναν πιο εμφανή ρόλο. Για παράδειγμα, η λευκή βίβλος της κινεζικής στρατηγικής για το 2015, ζητά μια αλλαγή εστίασης από τις παράκτιες άμυνες σε «έναν συνδυασμό άμυνας των κοντινών θαλασσών και προστασίας των μακρινών», αναφέροντας επί λέξει την ανάγκη αδρανοποίησης ενός απομακρυσμένου εχθρού πριν να μπορέσει να εξαπολύσει αεροσκάφη και πυραύλους που θα επιτεθούν στην κινεζική ενδοχώρα. Το 2016, σύμφωνα με ένα εσωτερικό έγγραφο του κινεζικού ναυτικού που δημοσίευσε το περιοδικό TheNationalInterest, κάποιοι αξιωματικοί του Ναυτικού Ινστιτούτου Ερευνών της Κίνας προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα, ζητώντας την επέκταση των δυνατοτήτων άρνησης πρόσβασης ακόμα και σε νερά που ανήκουν στη λεγόμενη δεύτερη αλυσίδα νήσων (το Χονσού, τις Μαριάνες Νήσους, το Παλάου και την ανατολική Ινδονησία), και ταυτόχρονα την ανάπτυξη δυνατοτήτων «αντεπίθεσης σε μακρινές θάλασσες» για να μπορούν να απαντήσουν με χτυπήματα-κυρώσεις σε περίπτωση που κάποιος επιτεθεί στις ακτές της Κίνας. Με άλλα λόγια, η Κίνα ξεκινά να σκέφτεται με το γνώμονα ότι η καλύτερη άμυνα είναι η καλή επίθεση.

 

Βέβαια, το να αποκτήσει το θαλάσσιο έλεγχο οποιασδήποτε από τις δύο περιοχές – είτε τον Ειρηνικό Ωκεανό στα ανατολικά της πρώτης αλυσίδας νήσων, είτε τη Λεκάνη του Ινδικού Ωκεανού – φαντάζει ακόμα πολύ μακρινό σενάριο, ακόμα κι αν βελτιώσει αλματωδώς το σχεδιασμό, την τεχνολογία και την εμπειρία της στον τομέα των αεροπλανοφόρων. Όπως αναφέρθηκε, τα κινεζικά αεροπλανοφόρα όπου κι αν δράσουν θα βρίσκονται πολύ μακριά από το σπίτι, στα όρια της ομπρέλας προστασίας τους από τους πυραύλους ξηράς και εντός εμβέλειας των άλλων περιφερειακών δυνάμεων. Θα ήταν πολύ εύκολο για τους αντιπάλους της να αποκόψουν τους διαύλους επικοινωνίας της σε περίπτωση που η Κίνα δεν έχει αποκτήσει πλήρη έλεγχο επί των μυριάδων ναυτικών στενών του Ινδο-Ειρηνικού Ωκεανού. Ακόμα και οι βάσεις της εντός της περιοχής της «Μίας Ζώνης, Ενός Δρόμου» θα μπορούσαν να εξουδετερωθούν από την αεροπορία του εχθρού. Έτσι, η δυνατότητα των αεροπλανοφόρων να εξασφαλίσουν τα μακρινά συμφέροντα της Κίνας σε περίπτωση σύγκρουσης δεν αποτελεί προς το παρόν τίποτα περισσότερο από φιλοδοξίες.

 

Κρατώντας Όλες τις Πόρτες Ανοιχτές

Είναι επίσης πιθανόν η Κίνα να μην έχει αυταπάτες πως θα καταφέρει ποτέ να κοντράρει στα ίσια το ναυτικό των ΗΠΑ – και παρ’ όλα αυτά να θεωρεί πως τα αεροπλανοφόρα αξίζουν τον κόπο και το χρήμα ακόμα κι αν δεν πρόκειται να αμφισβητήσουν την αμερικανική κυριαρχία στις ανοιχτές θάλασσες στο κοντινό μέλλον. Πράγματι, σύμφωνα με την κρατική εφημερίδα Global Times: «Η Κίνα δεν έχει ανάγκη να αποκτήσει το ίδιο ναυτικό βάρος με τις ΗΠΑ. Δεν έχουμε ανάγκη να εμπλακούμε σε έναν πόλεμο σε μακρινές θάλασσες στην άλλη άκρη του πλανήτη, κι έτσι δε χρειαζόμαστε παραπάνω αεροπλανοφόρα απ’ όσα μας αντιστοιχούν· άλλωστε δεν έχουμε καμία πρόθεση να αστυνομεύσουμε τον πλανήτη».

 

Στο κάτω-κάτω, οι ΗΠΑ συνεχίζει να επενδύσει στα αεροπλανοφόρα παρά τις ενδείξεις πως η χρησιμότητά τους φθίνει. Από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, οι ΗΠΑ δεν έχουν πολεμήσει σε καμία μεγάλης κλίμακας ναυμαχία ανοιχτής θαλάσσης. Για την ακρίβεια, κανείς δεν το έχει κάνει. Και η ναυτική υπεροχή των ΗΠΑ δεν πρόκειται να τεθεί υπό αμφισβήτηση για τουλάχιστον μια γενιά ακόμα. Παρ’ όλα αυτά, οι ΗΠΑ σχεδιάζουν να ξοδέψουν πάνω από 43 δις $ στα επόμενα τρία αεροπλανοφόρα της και να εγκαινιάζουν ένα καινούριο κάθε πέντε χρόνια.

 

Οι ΗΠΑ το κάνουν αυτό εν μέρει επειδή στον πυρήνα του στρατηγικού σχεδιασμού κάθε μεγάλης δύναμης βρίσκεται «το χειρότερο σενάριο που μπορεί να συμβεί» και εν μέρει επειδή η συντήρηση μιας αδιαμφισβήτητης υπεροχής είναι ένας καλός τρόπος να αποθαρρύνεις άλλες δυνάμεις από το να την αμφισβητήσουν. Τα αεροπλανοφόρα χρησιμεύουν και στο να καθησυχάζουν τους συμμάχους, να επεμβαίνουν σε ανθρωπιστικές καταστροφές, να κρατούν τους θαλάσσιους δρόμους ανοιχτούς και να παρέχουν αεροπορική κάλυψη στους πολέμους ξηράς απέναντι σε υπεράριθμους αντιπάλους.

 

Η Κίνα θα ενδιαφερθεί περισσότερο για τέτοιου είδους επιχειρήσεις καθώς τα συμφέροντά της εξαπλώνονται – ιδιαιτέρως σε περιοχές όπου θεωρεί πως οι ΗΠΑ δεν ενδιαφέρονται να την εμποδίσουν– και καθώς προσπαθεί να αποδείξει στους σκεπτικούς της γείτονες ότι μπορεί να αναλάβει εκείνη τη διασφάλιση της περιφερειακής ασφάλειας που για την ώρα προσφέρουν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Στο τέλος-τέλος, τα αεροπλανοφόρα της Κίνας είναι σύμβολο εθνικού κύρους. Είναι δύσκολο να πει κανείς ποια θα είναι τα χειροπιαστά οφέλη τους, αλλά το Πεκίνο έχει το πολιτικό καθήκον να κρατήσει ζωντανή την αφήγηση πως το Κομμουνιστικό Κόμμα μετατρέπει τη χώρα σε μεγάλη δύναμη.

 

Κλείνοντας, το Πεκίνο μπορεί να πιστεύει ότι οι οικονομικές και πολιτικές πιέσεις θα μπορούσαν να σπρώξουν τις ΗΠΑ σε μεγαλύτερη απομόνωση και να επιτρέψουν στην Κίνα να αναδυθεί ως η κυρίαρχη δύναμη στον Δυτικό Ειρηνικό δίχως να πέσει ούτε μια σφαίρα. Φυσικά, έχουν κι οι άλλες περιφερειακές δυνάμεις – ιδιαιτέρως η Ιαπωνία, η Ινδία, η Νότιος Κορέα και η Αυστραλία – λόγο όσον αφορά το πόσο εύκολα θα γέμιζε η Κίνα το ναυτικό κενό που θα άφηναν οι ΗΠΑ σε ένα τέτοιο σενάριο, για να μην αναφερθούμε και σε ακόμα πιο αδύναμες χώρες όπως το Βιετνάμ και η Ινδονησία που βελτιώνουν επίσης τις δυνατότητες άρνησης θαλάσσιας πρόσβασης. Αλλά αν το αμερικανικό ενδιαφέρον για την περιοχή εξασθενίσει, τότε σίγουρα η Κίνα θα είχε μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων.

 

Από αυτή τη σκοπιά, η Κίνα δεν είναι προς το παρόν αναγκασμένη να αποφασίσει ακριβώς τι θα τα κάνει τα αεροπλανοφόρα. Αλλά αν το Πεκίνο υποπτεύεται ότι τα αεροπλανοφόρα μπορεί να το βοηθήσουν να παγιώσει την περιφερειακή του κυριαρχία – και τουλάχιστον να έχουν αρκετά διπλωματικά και πολιτικά οφέλη ώστε να δικαιολογούν το κόστος τους – τότε έχει καλούς λόγους για να θέσει από τώρα τα θεμέλια μιας πιο ισχυρής ναυτικής παρουσίας. Στο κάτω-κάτω το χτίσιμο ενός βιώσιμου στόλου αεροπλανοφόρων και η εκπαίδευση, η τεχνολογία, οι υποδομές και οι δίαυλοι ανεφοδιασμού που απαιτούνται για τη λειτουργία του μπορεί να πάρει δεκαετίες και εν τω μεταξύ οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους θα συνεχίσουν να βελτιώνουν τα δικά τους συστήματα.

 

Με άλλα λόγια, ίσως ο καλύτερος τρόπος να περιγράψει κανείς το ενδιαφέρον της Κίνας στα αεροπλανοφόρα να είναι το ότι «κρατάει όλες τις πόρτες της ανοιχτές». Η Κίνα δε μπορεί να καθορίσει πλήρως το τί είδους ναυτική δύναμη θα αποτελέσει· αυτό εξαρτάται από πολλές μεταβλητές που δε βρίσκονται υπό τον έλεγχό της. Αλλά θέλει να είναι έτοιμη να εξορμήσει στο εξωτερικό μόλις παρουσιαστεί η ευκαιρία.

 



[1]Το πρωτότυπο είναι το «Making Waves: China Pushes Ahead With Its Aircraft Carrier Program», Geopolitical Futures, 24/5/2018.