19 Αυγούστου, 2018

 

 ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ

Το περιοδικό antifa
και οι εκδόσεις antifa scripta
κυκλοφορούν στο βιβλιοπωλείο Nouveau
[Παντανάσσης 78, στον πεζόδρομο]
 


 

 

 

 


 

 

Εξηγούμε τα ανεξήγητα!

(δηλαδή αυτήν εδώ την αφίσα)

 

 

 

Θα θέλαμε να εξηγήσουμε πώς φτιάχνονται αφίσες σαν κι αυτήν εδώ, με στόχο να βγάζουν και άλλοι τις δικές τους :)

Λοιπόν, αυτή η αφίσα επικεντρώνεται σε ένα παράδοξο. Το παράδοξο έχει ως εξής: από τη μια, τους τελευταίους μήνες έχουν γραφτεί τόμοι ολόκληροι σχετικά με το «όνομα», ειδικά από αριστερή σκοπιά: ιστορία της δεκαετίας του ’90, ιστορία των βαλκανικών πολέμων, ιστορία της συμφωνίας του Αγίου Στεφάνου, προοδευτική κατανόηση για το γειτονικό κράτος και τον «εθνικό του αυτοπροσδιορισμό», κατάρες στο Σαμαρά που «φταίει για όλα». Από την άλλη, πουθενά μέσα σε αυτές τις χιλιάδες σελίδες δεν βρέθηκε κάποιος να αναρωτηθεί γιατί τελικά η «σκέτη Μακεδονία» να είναι το ελληνικό κομμάτι!

Αυτή η ερώτηση, που δεν απασχόλησε κανέναν από τους χιλιάδες εγκέφαλους που στοχάστηκαν σχετικά, έγινε το επίκεντρο της αφίσας. Οπότε το θέμα της αφίσας, δεν είναι «η Μακεδονία». Είναι ο παράδοξος τρόπος σκέψης που αποκλείει συγκεκριμένες εκδοχές και προκρίνει άλλες, όχι από επιλογή, αλλά αυτομάτως. Το θέμα της αφίσας είναι στην πραγματικότητα ένα κοινωνικό φαινόμενο που μόνο ως συλλογικός διανοητικός ακρωτηριασμός μπορεί να περιγραφεί: ρισπερντάλ πεντακοσάρι για κοινωνική χρήση. Ακόμη περισσότερο, το θέμα της αφίσας είναι η αίσθηση ευδαιμονίας που δημιουργείται μόλις κανείς αντιληφθεί την κατάστασή του: και οι τυφλοί είδαν!

Πρέπει επίσης να το ξεκαθαρίσουμε ρητά: αυτή η αφίσα δεν είχε στόχο να κατακρίνει ανθρώπους που ενδεχομένως προβληματίστηκαν επί τρεις και τέσσερις συνελεύσεις για το αν πρέπει να γράψουν «Μακεδονία», «ΠΓΔΜ» ή «το γειτονικό κράτος» στα κείμενα που επί μήνες συνεισέφεραν στην ελληνική γραμματεία. Είχε στόχο να αναδείξει το γεγονός ότι οι συλλογικοί προβληματισμοί, ακόμη και αν φαίνονται εξαιρετικά πλήρεις, μπορεί τελικά να αφήνουν απ’ έξω τεράστια και προφανή ζητήματα, ειδικά όταν αφορούν τα εξωτερικά. Μη γελιέστε: η χώρα μας είναι παράξενη, κι εμείς μαζί της. Σκεφτείτε μόνο ότι πρόκειται για τη μοναδική χώρα του κόσμου όπου οι εξωτερικές σχέσεις του κράτους αποκαλούνται από όλους και απροβλημάτιστα «τα εθνικά μας ζητήματα» [our national matters].

Η αφίσα ασχολείται και με ένα τελευταίο ζητηματάκι: με τις προτάσεις προς το ελληνικό κράτος και τη σοβαροφάνεια που τις συνοδεύει. Έχουμε κατά νου την εικόνα των περιθωριακών γύρω μας που ξάφνου σοβαρεύουν, λογικεύονται, «ωριμάζουν» αν θέλετε. Αναζητούν τρόπο επιδιόρθωσης των κρατικών πολιτικών και αναγκαστικά υιοθετούν και το ανάλογο ύφος. Από τη μια πρέπει να παραδεχτούμε ότι ακόμη και αν το χούι ήταν μια χαρά, το συνοδευτικό ύφος μας φαίνεται τίμημα τόσο βαρύ, που, τέλος πάντων, ας το πληρώσει κάνας άλλος (πληρώνει τώρα που μιλάμε). Από την άλλη, νομίζουμε ότι αυτό το χούι θα έπρεπε να έχει εγκαταλειφθεί, τουλάχιστον από το δημοψήφισμα και μετά. Γιατί μέχρι το δημοψήφισμα νιώθαμε, κάπως διαισθητικά, πως μας οδηγεί να απαντάμε στις ερωτήσεις των αφεντικών και όχι να κάνουμε τις δικές μας. Στο δημοψήφισμα, επιτέλους η κρατική ερώτηση τέθηκε ρητά, σε πανελλήνια κλίμακα. Και είδαμε τι παθαίνει όποιος δεν κάνει τις δικές του ερωτήσεις.

Τέλος πάντων. Αντί να μιλάει με γενικούς όρους για το ζήτημα του «ρεφορμισμού» που μόνο πατριωτικός μπορεί να είναι, καθώς και για το φλέγον ζήτημα του συνοδευτικού ύφους, η περί ης ο λόγος αφίσα δουλεύει μέσω παραδείγματος: να κι ένα δικό μας ερώτημα! Το μήνυμα είναι υπόκωφο, αλλά ελπίζουμε σαφές: να κάνεις τις δικές σου ερωτήσεις, μπορεί να είναι δύσκολο, επιτέλους όμως, είναι διαφωτιστικό.

ʼσε που έχει και την πλάκα του!

 

Υ.Γ: Το Ρισπερντάλ είναι ψυχοφάρμακο με ετικέτα Νοβάρτις στο οποίο όμως, κατά πάσα πιθανότητα, είχε συμμετοχή και η ελληνική φαρμακοβιομηχανία. Γύρω στα 2003, για λόγους που θα πρέπει να είναι σαφείς σε όποιον ήρθε στην εκδήλωση «Τι είναι η Αυτονομία»,[1] οι ψυχίατροι του ΙΚΑ εγκατέλειψαν το παλιο καλό Αλοπεριντίν και πλακώθηκαν να γράφουν Ρισπερντάλ. Το Αλοπεριντίν έκανε 10 ευρώ το κουτί, ενώ το Ρισπερντάλ έκανε 90. Το αποτέλεσμα ήταν ότι όποιος πήγε για τρελόχαρτο από το 2003 και μετά, μάζεψε μια σκουπιδοσακούλα Ρισπερντάλ. Μερικοί τα φάγαμε κιόλας για να δούμε πώς είναι.

Ε, είναι σαν να συζητάς για τη Μακεδονία!



[1] Δες «Τι είναι η Αυτονομία και γιατί είναι κάπως Επίκαιρη», Antifa #61, 7/2018.