22 Νοεμβρίου, 2017

 

 

 ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ


Το περιοδικό antifa
και οι εκδόσεις antifa scripta
κυκλοφορούν στο βιβλιοπωλείο Nouveau
[Παντανάσσης 78, στον πεζόδρομο]
 


 

 

 

 


 ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
 

Joe Sacco
  AΣΦΑΛΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗ ΓΚΟΡΑΖΝΤΕ
Ο πόλεμος στην ανατολική Βοσνία
1992-1995

Βρείτε το στο Tilt Comics
[Ασκληπιού 37 στο κέντρο της Αθήνας]

 

 

 

 


 

 

Σημαιοφόροι και (κοινωνικές) τάξεις

 

Μια φορά κι έναν καιρό, στη δεκαετία του ’80, η προηγούμενη φορά αριστερά (δλδ η πασοκάρα) σοφίστηκε να ορίζονται οι σημαιοφόροι των εθνικών εορτών με κλήρωση. Όπως θυμούνται οι σύντροφοι που διαθέτουν την κατάλληλη ηλικία, τω καιρώ εκείνο, τα ελληνικά Δημοτικά Σχολεία δεν περιείχαν γόνους μεταναστών. Περιείχαν όμως μια χαρά κοινωνικές τάξεις, συνεπώς και τον αντίστοιχο ταξικό ρατσισμό, συνεπώς και τις αντίστοιχες εντάσεις. Το ενδεχόμενο η σημαία να καταλήξει στον μεγαλύτερο αλητάμπουρα του σχολείου, αντιμετωπιζόταν με τρόπους αντίστοιχους με τους σημερινούς. Κοντολογίς, ο διευθυντής πείραζε την κλήρωση ώστε να βγει το ονοματάκι εκείνου ή εκείνης που του άρεσε, ενώ οι υπόλοιποι πιτσιρικάδες, παρότι οσμίζονταν τι είχε παίξει, συνήθως κάνανε μόκο. Αυτά· κι όποιος δεν γούσταρε, ας ζητούσε Ένορκη Διοικητική Εξέταση.

Φυσικά, όλο αυτό το ψυχικά επίπονο αλισβερίσι κάθε 28 του Οκτώβρη και 25 του Μάρτη, αφορούσε αποκλειστικά θύματα και θύτες με ελληνική ταυτότητα. Οπότε, θα μπορούσε να πει κανείς, «σήμερα είναι αλλιώς»: στις μέρες μας τα «επικίνδυνα πρόσωπα» ενδέχεται να είναι και εθνικώς εκτός από ταξικώς ύποπτα.

Από την άλλη όμως, υπάρχουν και κάποιες καλά κρυμμένες σταθερές. Λέμε «καλά κρυμμένες» και έχουμε τους λόγους μας: η κυρίαρχη αριστερή κριτική στη σχολική παρέλαση, ανιχνεύει την προέλευση των παρελάσεων στη δικτατορία του Μεταξά και επιμένει ότι πρόκειται για αναπαράσταση στρατιωτικού σώματος. Αλλά η σχολική παρέλαση δεν είναι αναπαράσταση στρατιωτικού σώματος: στα στρατιωτικά σώματα δεν συμμετέχουν γυναίκες· αυτές (υποτίθεται πως) υποστηρίζουν από το νοικοκυριό. Στα στρατιωτικά σώματα δεν συμμετέχουν οι «καλοί μαθητές»· αυτοί αναλαμβάνουν τη διοίκηση. Στα στρατιωτικά σώματα δεν συμμετέχει το σύνολο της κοινωνίας.

Η σχολική παρέλαση, αντίθετα με το στρατιωτικό σώμα, επιζητά να κινητοποιήσει το σύνολο της νεολαίας υποχρεωτικά. Και παρατάσσει αυτό το σύνολο με μια συγκεκριμένη ιεραρχία η οποία συνίσταται με βάση τη σχολική επίδοση, δηλαδή, όπως γνωρίζουν ως και οι πιο αφελείς, την κοινωνική τάξη. Το αποτέλεσμα είναι μια πειθαρχημένη, εμφανώς ταξικά διαρθρωμένη και βασικά καθολική κινητοποίηση. Δηλαδή δεν πρόκειται για αναπαράσταση στρατιωτικού σώματος, αλλά για την αναπαράσταση ενός συνολικού υπερταξικού προσανατολισμού προς τους σκοπούς του έθνους. Αυτό που φιλοδοξούσαν να αναπαραστήσουν τα στελέχη της μεταξικής δικτατορίας, δεν ήταν ένα στρατιωτικό σώμα· ήταν μια ολόκληρη κοινωνία που ετοιμαζόταν να συμμετάσχει σε ολοκληρωτικό πόλεμο, όχι πια εσωτερικό και εμφύλιο, αλλά εξωτερικό και εθνικό.[1] ‘Ηταν ένας πόλεμος η υποστήριξη του οποίου θα εκτεινόταν πολύ πέρα από το καθεαυτό πεδίο της μάχης. Ήταν ένας πόλεμος που γνώριζαν πως έρχεται.[2]

Η πρακτική της σχολικής παρέλασης επιβίωσε πολύ πέρα από τη δικτατορία του Μεταξά εξαιτίας του επιτυχημένου τρόπου με τον οποίο αναπαριστά (και συνεπώς επιβεβαιώνει) την ταξική ιεραρχία που τίθεται υπό τους σκοπούς του έθνους κράτους. Και ας σημειωθεί ότι αυτή η αναπαράσταση μπορεί να επιτυγχάνεται εύκολα στον δρόμο, κάθε έξι μήνες, γιατί πρώτα έχει επιτευχθεί εντός της σχολικής αίθουσας μέσα από τη διαδικασία της βαθμολόγησης.

Είναι γι’ αυτό άλλωστε που η -τάχα «προοδευτική»- εμμονή στην «δίκαιη» επιλογή του σημαιοφόρου είναι τόσο πετυχημένα παραπλανητική. Η παρέλαση δεν είναι παιχνιδάκι· είναι η συμβολική επικύρωση μιας μακρόχρονης «ισότιμης» διαδικασίας από αυτές που συνηθίζονται στον καπιταλισμό: οι «μαθητές» ξεκινούν τον μεταξύ τους ανταγωνισμό τάχα με ίσους όρους, ενώ αυτό που δουλεύει στην πραγματικότητα είναι η καθολικότητα της ταξικής συνθήκης: το πιο αβίωτο σπίτι, η χειρότερη τσάντα, ο χειρότερος γνωσιολογικός εξοπλισμός των γονιών, οι συχνές μετακομίσεις, η εξοικείωση με το δρόμο και τις χαρές του, η ταξική προκατάληψη των καθηγητών, όλα μαζί εξασφαλίζουν ότι η ταξική θέση θα εκφραστεί με ατσάλινη αναγκαιότητα: πρώτα ως ρόλος, έπειτα ως «επίδοση» και ως βαθμολογία· τελικά ως θέση στην παρέλαση.

Αυτή η σχολική έκφραση της ταξικής θέσης δεν πρέπει να υποτιμάται. Αφορά το σύνολο του πληθυσμού από την πιο τρυφερή ηλικία. Και είναι ο τρόπος μέσω του οποίου αυτή η κοινωνία, επί τριάντα χρόνια, καταφέρνει να διαθέτει μια νεολαία το είκοσι τοις εκατό της οποίας είναι μη ελληνικής προέλευσης, ενώ ταυτόχρονα αυτό το είκοσι τοις εκατό δεν εμφανίζεται στα πανεπιστήμια παρά ως δακτυλοδεικτούμενη εξαίρεση.

Με αυτή την έννοια, κάθε σημαιοφόρος «της δεύτερης γενιάς» δεν είναι παρά η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα: πίσω του βρίσκουμε εκατοντάδες χιλιάδες πιτσιρικάδες να επιβεβαιώνουν την ταξική θέση τους μέσα από τις «χαμηλές επιδόσεις» που σημειώνουν στις αέναες «αντικειμενικές» διαδικασίες αξιολόγησης. Το αποτέλεσμα είναι μια διαδικασία που καταφέρνει να παρουσιάζεται ως η πεμπτουσία της αξιοκρατίας και της αντικειμενικότητας, ενώ στην πραγματικότητα είναι η τεχνική και γι’ αυτό η καθολικότερη έκφραση του ελληνικού ταξικού απαρτχάιντ.

Καλούμαστε εξ αριστερών να υπερασπιστούμε τον σημαιοφόρο της «δεύτερης γενιάς». Και ταυτόχρονα να επικυρώσουμε το δίκαιο της μοίρας των εκατοντάδων χιλιάδων πολύχρωμων πιτσιρικάδων της πολυεθνικής εργατικής τάξης που καλούνται να παραταχθούν πίσω του. Να συμφωνήσουμε ότι η θέση τους προσδιορίστηκε δίκαια και αντικειμενικά. Να πιστοποιήσουμε κι εμείς με τη σειρά μας τη διαδικασία «αντικειμενικής» αποτύπωσης της κοινωνικής ιεραρχίας σε καθημερινές διακρίσεις, σχολικούς ελέγχους και κρατικά καραγκιοζιλίκια.

Ευτυχώς δηλαδή που ούτε ο σημαιοφόρος - στατιστικό παράδοξο, ούτε όσοι τον ακολουθούν χρειάζονται την ευαισθησία και την υποστήριξή μας! Το ξέρουμε κι εμείς, το ξέρει και το κράτος: η πρώτη και βασικότερη γνώση που αποκομίζει η εργατική τάξη από το σχολείο είναι να εφευρίσκει τεχνολογίες και γλώσσες αντίστασης στην υποτίμησή της. Κοντολογίς, οι δικοί μας και οι δικές μας, ακόμη κι αν κλάψουν με τα πρώτα στραπάτσα, γρήγορα μαθαίνουν να περιφρονούν βαθιά τη σχολική ιεραρχία και ειδικά τις παρελάσεις και όσους συμμετέχουν. Προτιμούν το πέταγμα στραγαλιών, την υπόκωφη περιφρόνηση της σημαίας μέσω της περιφρόνησης του κουβαλητή της, είτε ως σημαιοφόρου, είτε ως απουσιολόγου. Στην πραγματική πρώτη φορά αριστερά, μας λένε οι παλιότεροι, οι σωστοί αλητάμπουρες χρησιμοποιούσαν την παρέλαση και τις ατέλειωτες πρόβες της για να βελτιώσουν τις επιδόσεις τους στο κάπνισμα και το μπιλιάρδο, δηλαδή για να διαμορφώσουν και να ενισχύσουν τις δικές τους εναλλακτικές μορφές συλλογικής ύπαρξης.

Σήμερα δεν ξέρουμε τι κάνουν.

Αλλά ποτέ δεν πάψαμε να έχουμε εμπιστοσύνη στη συλλογική τους εφευρετικότητα.

Πάντοτε ήταν τόση, που είχε μπόλικη για να δανειστούμε κι εμείς.

 

Οι δικοί μας στην αρχή στεναχωριούνται.

Μετά μαζεύονται όλοι μαζί.

Μετά μαθαίνουν.



[1] Τελικά μάλιστα, οι «σημαιοφόροι» των ανώτερων τάξεων δεν συμμετείχαν και τόσο στα στρατιωτικά σώματα που ανέλαβαν την «υπεράσπιση της πατρίδος» στα αλβανικά βουνά. Σχετικά μπορεί να δει κανείς το «28 Οκτωβρίου του 1940: Ορισμένες από τις Πίσω Σελίδες του Μεγάλου Πατριωτικού Έπους», Antifa #33-35, 10/2012 - 3/2013.