22 Νοεμβρίου, 2017

 

 

 ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ


Το περιοδικό antifa
και οι εκδόσεις antifa scripta
κυκλοφορούν στο βιβλιοπωλείο Nouveau
[Παντανάσσης 78, στον πεζόδρομο]
 


 

 

 

 


 ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
 

Joe Sacco
  AΣΦΑΛΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗ ΓΚΟΡΑΖΝΤΕ
Ο πόλεμος στην ανατολική Βοσνία
1992-1995

Βρείτε το στο Tilt Comics
[Ασκληπιού 37 στο κέντρο της Αθήνας]

 

 

 

 


 

Αντιφασιστική Διαδήλωση Λήθης για τον Παύλο Φύσσα

 

 

 

Η στενή συνάρτηση της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα με το σιχαμένο σύνθημα «να κλείσουν τα γραφεία της Χρυσής Αυγής», είναι γεγονός και πιστοποιήθηκε, για άλλη μια φορά, με διαδήλωση. Σήμερα, αυτό το αίτημα συνοψίζει υποδειγματικά την πολύχρονη συνεισφορά της άκρας αριστεράς στη διαχείριση των μεταναστών εργατών, την ομαλή λειτουργία του ελληνικού κράτους και τελικά στον ελληνικό φασισμό.

 

Θα πρέπει να περιγράψουμε αυτή τη συνεισφορά: όποιος παρακολούθησε τα τεκταινόμενα γύρω από το πογκρόμ του Αγίου Παντελεήμονα, γνωρίζει ότι η άνοδος των Ελλήνων ναζιστών δεν ήταν αποτέλεσμα «στραβής ψήφου». Αντιθέτως, η άνοδος των Ελλήνων ναζιστών προήλθε από διεργασίες στο εσωτερικό του ελληνικού κράτους και στηρίχθηκε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, από το σύνολο του ελληνικού τύπου. Μπορούμε και πιο συγκεκριμένα: η άνοδος των Ελλήνων ναζιστών προήλθε από διεργασίες που εξελίχθηκαν από το 2009 και μετά στο εσωτερικό του αστυνομικού μαφιόζικου συμπλέγματος που ξεκινούσε από μέρη όπως τα στριπτιτζάδικα της Συγγρού και κατέληγε στη διοίκηση του αστυνομικού τμήματος Αγίου Παντελεήμονα και στα ανώτατα κλμάκια της ΓΑΔΑ και της ΕΥΠ.[1] Τελικά αυτές οι διεργασίες κατέληξαν σε μια σύγκρουση στο εσωτερικό του ελληνικού κράτους, έπειτα από την οποία η μισή ηγεσία της ελληνικής αστυνομίας αποστρατεύθηκε και διοικητές αστυνομικών τμημάτων κατέληξαν υπόδικοι ή μπήκαν σε διαθεσιμότητα. Ακόμη και συζητήσεις περί «αυτονόμησης κομματιών της ελληνικής αστυνομίας» απασχόλησαν τον κύριο Δένδια και τους προϊσταμένους του.[2]

 

Κατά συνέπεια, η ελληνική κοινωνία, άρα και οι υποτιθέμενοι ακροαριστεροί εχθροί του φασισμού, βρέθηκαν σε εξαιρετικά προνομιακή θέση: είχαν μπροστά τους την απόδειξη ότι ο φασισμός δεν είναι γραφικό μειοψηφικό φαινόμενο, αλλά (γενικά) ιστορική διαδικασία και (συγκεκριμένα) καθημερινή νομοθετική και αστυνομική πρακτική που προέρχεται από τους κρατικούς θεσμούς και την εμπλοκή τους με το μαφιόζικο και το εφοπλιστικό κεφάλαιο. Θα μπορούσαν να καταδείξουν τους τρόπους με τους οποίους το καπιταλιστικό κράτος σε καιρούς κρίσης παράγει τον φασισμό και τις πολιτικές του εκφράσεις. Θα μπορούσαν να αντιληφθούν αυτές τις πολιτικές εκφράσεις ως αυτό που είναι: όχι σαν τον φασισμό τον ίδιο, αλλά σαν την διατύπωσή του στη γλώσσα των εκλογών. Θα μπορούσαν να συνειδητοποιήσουν ότι αυτές οι πολιτικές εκφράσεις δεν φέρουν απαραιτήτως τη σβάστικα.

 

Θα μπορούσαν. Αντί γι’ αυτό, επέλεξαν να ξεχάσουν. Ξέχασαν την κρατική και μηντιακή συνεισφορά στην άνοδο του φασισμού, ξέχασαν τη σταθερή αστυνομική συμμετοχή στο πογκρόμ του Αγίου Παντελεήμονα, ξέχασαν την εκκαθάριση της ηγεσίας της ελληνικής αστυνομίας το Φθινόπωρο του 2013, ξέχασαν ακόμη και τα αυθόρμητα λόγια του Ρουπακιά προς τους ανώνυμους και άγνωστούς του μπάτσους που έσπευσαν να ελέγξουν τον «τόπο του εγκλήματος»: «Δικοί σας είμαστε» - το μήνυμα ενός κατώτερου υπάλληλου προς έναν άλλον.

 

Δεν ήταν μια «λησμονιά» όπως αυτή που φέρνει ο χρόνος· ήταν βίαιο ξερίζωμα σαν κι αυτό που προκαλείται από κάθε εκούσια λοβοτομή: η μπροσούρα Επιτροπές Κατοίκων και τα λεγόμενα του περιοδικού Antifa έχουν χρησιμοποιηθεί κατά κόρον από τη διαβαστερή υπεράσπιση της οικογένειας Φύσσα για τη σύσταση του «κατηγορητηρίου» της δίκης της Χρυσής Αυγής. Και όμως, έπειτα από κάποιο είδος αριστερού γλωσσικού θαύματος, το μόνο που εκπέμπεται, όχι μόνο από το κατηγορητήριο, αλλά και από την αριστερή «πολιτική υπεράσπιση» του Παύλου Φύσσα, είναι η καταδίκη εγκλημάτων του κοινού ποινικού δικαίου που διαπράχθηκαν από τρελλούς. Η σχέση των «τρελλών» με το ελληνικό κράτος, η σχέση μαφίας, αστυνομίας και εφοπλιστικού κεφαλαίου, η καθημερινή λειτουργία του στρατοπέδου εργασίας του Αγίου Παντελεήμονα και η κορύφωσή της σε ναζιστικό πογκρόμ, όλα διαγράφηκαν μονοκοντυλιά.

 

Φυσικά δεν πρέπει να εκπλησσόμαστε με αυτό το είδος πολιτικής ευστοχίας. Η συνεισφορά της αριστεράς και της άκρας αριστεράς στον ελληνικό φασισμό, ούτε ξεκίνησε με τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, ούτε εξαντλείται στην πολυετή πολιτική της διαχείριση. Θα μπορούσε κανείς να γράψει ολόκληρο βιβλίο σχετικά, ξεκινώντας τουλάχιστον από την πρώτη μεταναστευτική νομοθεσία και τη στιγμή που ο πρώτος Αλβανός μετανάστης εργάτης πάτησε το πόδι του στην από δω μεριά των συνόρων. Αλλά μιας και που χρόνος για τέτοια, θα αρκεστούμε σε ένα ξεχασμένο γεγονός. Όταν την Άνοιξη του 2009, οι μουσουλμάνοι μετανάστες εργάτες του Αγίου Παντελεήμονα εξεγέρθηκαν με αφορμή ένα σκισμένο κοράνι βάζοντας σε κίνηση την εποποιία της «ανόδου της Χρυσής Αυγής» και του «προβλήματος», οι ακροαριστερές οργανώσεις ήταν ήδη εκεί: έβαλαν τα νεαρά μέλη τους να κάνουν αλυσίδες για να μην «παρεκτραπούν» οι μετανάστες εργάτες και μιας και η περίσταση ήταν κάπως εξαιρετική, οι αριστεροί φοιτητές εισέπραξαν και τις σχετικές δίκαιες φάπες προτού οι μετανάστες τούς ξεφύγουν. Είναι αυτού του είδους η μεσολαβητική λειτουργία που, στους ταραχώδεις καιρούς που ακολούθησαν, οδήγησε τις ακροαριστερές οργανώσεις να μετατραπούν σε κανονικό τμήμα ιδεολογικής διαφώτισης της Ασφάλειας Αθηνών.

 

Και όταν λέμε «τμήμα ιδεολογικής διαφώτισης της Ασφάλειας», δεν το λέμε για πλάκα: η επιβεβλημένη λήθη γύρω από τα γεγονότα της περιόδου 2009-2013, αυτή η τεράστια συνεισφορά στη διαχείριση των μεταναστών εργατών και ολόκληρης της εργατικής τάξης της Ελλάδας που αν δεν υπήρχε θα έπρεπε να εφευρεθεί, σε μεγάλο μέρος οφείλεται στην ελληνική άκρα αριστερά. Το «να κλείσουν τα γραφεία της Χρυσής Αυγής» είναι το απόσταγμα της όλης διαδικασίας σε μορφή εύπεπτου συνθήματος: το ελληνικό κράτος, από κατεξοχήν παραγωγός και διαχειριστής του φασισμού, μετατρέπεται σε δίκαιο και εκ των πραγμάτων μάλλον φιλικό ενδιάμεσο, που -ποιος ξέρει;- αν πιεστεί καταλλήλως, μπορεί και να τα κλείσει τα γραφεία. Η αποσύνδεση του φασισμού και των ναζιστών από το ελληνικο κράτος και την αστική του τάξη είναι μια πολύτιμη ιδεολογική συνεισφορά. Στα χρόνια που έρχονται θα αποδείξει ακόμη περισσότερο την αξία της.

 

Προς το παρόν πάντως, μπορούμε τουλάχιστον να θαυμάσουμε την ιστορική συνέπεια του πράγματος. Όντως, πόσο ταιριαστό για ετούτη τη χώρα, η επιβεβλημένη λήθη να γιορτάζεται κάθε χρόνο με μια αριστερή διαδήλωση μνήμης!



[1] Μπορούμε και ακόμα πιο συγκεκριμένα. Σχετικά διάβασε τη μπροσούρα Autonome Antifa, Επιτροπές Κατοίκων: Κατάδυση στο Μέλλον του Ελληνικού Φασισμού, Αθήνα, 2012.

[2] Σχετικά διάβασε το «Φασισμός και Αντιφασισμός Σήμερα, μέρος Δ: Το Αντιφασιστικό Κράτος», Antifa #38, 10/2013.10/2013.