14 Δεκεμβρίου, 2017

 

 ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ

Το περιοδικό antifa
και οι εκδόσεις antifa scripta
κυκλοφορούν στο βιβλιοπωλείο Nouveau
[Παντανάσσης 78, στον πεζόδρομο]
 


 

 

 

 


 

 

 

 


 

 


Στις 16 του Φλεβάρη του 2010, ο Νικολά Τόντι (Αλβανός, εργάτης, οικογενειάρχης) προσπάθησε να περάσει ένα δρόμο στο Βύρωνα. Ατυχώς, σύμφωνα με τον εκπρόσωπο τύπου της ελληνικής αστυνομίας, περνώντας τον δρόμο, ο Τόντι «έπεσε πάνω στα πυρά αστυνομικού που έβαλλε ασταμάτητα».[1] Ο αστυνομικός που «έβαλλε ασταμάτητα», μαζί με πολλούς άλλους του ιδίου φυράματος, είχε στήσει ενέδρα στο Βύρωνα περιμένοντας «επικίνδυνους κακοποιούς». Η Ελληνική Αστυνομία είπε «σόρυ» και υποσχέθηκε ότι θα επανορθώσει προσλαμβάνοντας τη χήρα του Τόντι ως καθαρίστρια του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης (αυτό τελικά δεν έκατσε).

Η διαδήλωση διαμαρτυρίας που διοργανώθηκε στις 27 του Φλεβάρη του 2010 χτυπήθηκε αγρίως. Από τα κρατητήρια, οι συλληφθέντες κατέστρωσαν μια υπερασπιστική γραμμή που τους έβγαλε με σχετική αξιοπρέπεια μέχρι τη δίκη και την αθώωσή τους το Καλοκαίρι που μας πέρασε. Ζητήσαμε από έναν από αυτούς να μας πει τι κατάλαβε και είχε την καλοσύνη να μας στείλει το παρακάτω κείμενο:

 

Διδάγματα από τη δίκη του Βύρωνα

 

 

Δίδαγμα 1: Η ιστορική σημασία του «τι συνέβη»

Σαν σε συλλάβουν και βγεις στον πηγαιμό για το κελί σου, εύχεσαι να είναι μακρύς ο δρόμος, αλλά δεν είναι. Γρήγορα βρίσκεσαι μέσα, να αναρωτιέσαι τι σου συνέβη. Αυτό το «τι συνέβη» είναι ένα πολύ ιδιόμορφο ερώτημα. Τα δικαστήρια και οι δίκες, είναι διαδικασίες που θεωρούν δεδομένο ότι «αυτό οπου συνέβη» είναι καλά ορισμένο στο χρόνο και μπορεί να συνοψισθεί ως «σύνολο συμβάντων» πάνω από τα οποία θα μπει η ταμπέλα «η Αλήθεια». Στην περίπτωσή μας, τα «συμβάντα» ήταν του είδους «ο αναρχοαυτόνομος Α πέταξε πέτρα στον μπάτσο Β - ο μπάτσος Β μωλωπίστηκε». Ή από τη δική μας σκοπιά, «οι μπάτσοι σκοτώσανε τον Τόντι και λένε ψέματα».

Δηλαδή μας περίμενε μια δίκη υπόδειγμα: οι μπάτσοι θα λέγανε «τον θυμάμαι, πέταγε πέτρες». Οι συριζαίοι μάρτυρες θα λέγανε «όχι είναι καλό παιδί, δείτε τον, ποτέ δεν έχει πετάξει πέτρα». Εμείς θα ντυνόμασταν κοσμίως, θα δηλώναμε την απέχθειά μας για τη βία και τη συμπάθειά μας για τους συριζαίους μάρτυρες υπεράσπισης. Τελικά ο δικαστής θα αποφάσιζε αν πιστεύει τους μπάτσους ή τους συριζαίους και «τα παιδιά». Ω της φρίκης! Ήμασταν έτοιμοι για εγγραφή στη νεολαία Σύριζα!

Τα «γεγονότα» όμως, έχουν μια παράξενη ζωή. Τα «γεγονότα» που συζητιούνται στα δικαστήρια ως «συμβάντα», δηλαδή ατομικές πράξεις, ουδέποτε είναι ατομικά ή απομονωμένα από τον ιστορικό χρόνο. Πάντα περιβάλλονται από ένα πλαίσιο που εκτείνεται πολύ πλατιά και πολύ βαθιά, στο παρελθόν και στις κοινωνικές σχέσεις. Το δικό μας παράδειγμα είναι διαφωτιστικό: στα κρατητήρια, αφού μας πέρασε η ζαλάδα από τις φάπες, και υπό τον τρόμο της υποχρεωτικής εγγραφής μας στη νεολαία Σύριζα, αποφασίσαμε να στήσουμε την υπεράσπισή μας γύρω από το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο των «συμβάντων». Αφού βγήκαμε από τα κρατητήρια και αρχίσαμε την έρευνα,  ανακαλύψαμε ότι «τα συμβάντα» για τα οποία κατηγορούμασταν ήταν τριτεύουσας σημασίας.

Οι ανακαλύψεις μας: Η δολοφονία του Νικολά Τόντι ήταν «παράπλευρη απώλεια» μιας ευρύτερης στρατηγικής επιχείρησης του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης. Ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης ανακαλύφθηκε να αναγγέλλει στη Βουλή των Ελλήνων ότι η Ελληνική Αστυνομία έπρεπε να αναβαθμίσει το πρόσωπό της που είχε υποστεί ζημιά κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του Δεκέμβρη του 2009. Ο ίδιος υπουργός ανήγγειλε ότι «θα στήσει μάχες στο δρόμο» και πρέπει «η μάχη να είναι πραγματική με την αστυνομία να μπορεί να νικήσει».[2] Ο υπουργός ετοίμαζε την έξοδο των ΔΙΑΣ και ΔΕΛΤΑ στους δρόμους. Δηλαδή δεν είχαμε απλά μπλέξει με ψεύτες μπάτσους. Είχαμε εμπλακεί σε ένα στρατηγικό σχέδιο του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης που είχε πάει στραβά και είχε πέσει στην πλάτη του Τόντι. Και ήταν εξαιτίας αυτής της ανάμιξης που είχαμε βρεθεί στο δρόμο για τη δίκη. Στήσαμε την υπεράσπισή μας γύρω από αυτή την ανακάλυψη.

Δηλαδή: αρνηθήκαμε να στήσουμε την υπεράσπισή μας γύρω από το «δεν το έκανα - πώς θα μπορούσα - είμαι τόσο γλυκούλης». Υποστηρίξαμε ότι εχθρευόμαστε την αστυνομία ως θεσμό και ειδικά τα σχέδια «μάχης στο δρόμο» που καταστρώνονταν το 2010. Υποστηρίξαμε ότι αυτή η γνώμη ήταν που μας είχε φέρει να διαδηλώνουμε στο Βύρωνα και ότι αυτή η γνώμη, σε συνδυασμό με τα σχέδια του υπουργείου και τη δολοφονία του Νικολά Τόντι, ήταν ο λόγος που μας επιτέθηκε η αστυνομία. Στην πράξη, πρώτα λέγαμε μονολεκτικά ότι δεν πετούσαμε πέτρες κι έπειτα υποστηρίζαμε επί μακρών ότι το αν πετούσαμε πέτρες ή όχι, δεν είχε καμία σχέση με τη σύλληψή μας.

 

Δίδαγμα 2: Η Δίκη και το Άτομο

Τα δικαστήρια δικάζουν άτομα για ατομικές πράξεις. Είναι μια στρατηγική επιλογή, με συνέπειες που καταλάβαμε καλά στα χρόνια που ακολούθησαν τη σύλληψή μας. Είχαμε συλληφθεί ως συλλογικό υποκείμενο με συλλογικές πολιτικές απόψεις (στο κάτω κάτω είχαμε συλληφθεί σε διαδήλωση). Αλλά η ίδια η διαδικασία της δίκης και της υπεράσπισης, είναι σχεδιασμένη για να εξατομικεύει τους κατηγορούμενους και να αδιαφορεί για τις πολιτικές θέσεις τους. Όπως έσπευσαν να μας πληροφορήσουν, θα δικαζόμασταν «για συγκεκριμένες πράξεις και όχι για τη γνώμη μας για τον κόσμο». Ταυτόχρονα όμως, καλό θα ήταν να προσκομίσουμε πτυχία, ένσημα, πιστοποιητικά συμμετοχής σε σκακιστικούς συλλόγους... για να μας συμπαθήσουν.

Η ίδια η μακρόσυρτη διαδικασία των αλλεπάλληλων αναβολών που κρατάει για χρόνια, λειτουργεί εξαιρετικά για τους σκοπούς της εξατομίκευσης. «Πεντέξι» χρόνια είναι μακρύ διάστημα· οι άνθρωποι κάνουν παιδιά, παίρνουν πτυχία, πιάνουν δουλειές, μεγαλώνουν ηλικιακά, τσακώνονται και διαλύουν ομάδες. Οι δικαστές μπορούν να υπολογίζουν ότι θα βρεθούν απέναντι σε διαφορετικά πολιτικά υποκείμενα από εκείνα που είχαν διαπράξει τα αδικήματα. Και φυσικά, όταν έρθει η ώρα, μπορούν να παίξουν με τους εξατομικευμένους κατηγορούμενους το παιχνίδι που παίζει κάθε εξουσία, από τα κρατητήρια μέχρι τα δικαστήρια: «έλα να με πείσεις ότι δεν το έκανες - καθώς προσπαθείς να με πείσεις, θα πεις ψέμματα - θα εξευτελιστείς - θα δώσεις πληροφορίες». Συνήθως το τελικό αποτέλεσμα είναι να καταδικάζεσαι ή να αθωώνεσαι αφού προηγουμένως έχεις γίνει από εντελώς ρόμπα έως πληροφοριοδότης της αστυνομίας.

Ευτυχώς για εμάς, η υπερασπιστική γραμμή που είχαμε επιλέξει, ήταν εντελώς αταίριαστη με την ατομική προσέγγιση του ζητήματος. Λέγαμε πως η σύλληψή μας είχε για αιτία της μια επίκαιρη συλλογική γνώμη, οπότε ήταν δύσκολο για οποιονδήποτε από εμάς να προσεγγίσει την όλη διαδικασία ατομικά. Αντιθέτως, ήταν εύκολο να αρνηθούμε να προσκομίσουμε πτυχία, να αρνηθούμε να χρησιμοποιήσουμε το επιχείρημα «πώς γίνεται εγώ που είμαι γυναίκα να έδειρα αυτό το βόδι» και να πείσουμε τις (εξαίρετες - όποιος θέλει τις συστήνουμε) δικηγόρους μας να αφήσουν την πολιτική υπεράσπιση σε εμάς. Η υπερασπιστική μας γραμμή, μάς έφερνε στο εδώλιο του κατηγορουμένου ως συλλογικό υποκείμενο από τη σκοπιά του οποίου αυτές οι συνήθεις πρακτικές, πολύ απλά δεν είχαν νόημα.

 

3. Αθώοι και Ηττημένοι

Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε όμως ότι όλα αυτά τα όμορφα δεν είναι η ιστορία μιας νίκης. Είναι η ιστορία του πώς έντεκα άνθρωποι βρέθηκαν σε μια διαδήλωση τη σημασία της οποίας δεν κατανοούσαν επαρκώς και πώς κατόρθωσαν να τη βγάλουν αξιοπρεπώς στα δικαστήρια μετά την ήττα τους.

Γιατι -ας μην υπάρχει αμφιβολία- η ήττα μας ήταν δεδομένη από τη στιγμή που βρεθήκαμε στα κρατητήρια δίχως να έχουμε ιδέα «τι μύγα είχε τσιμπήσει» τους μπάτσους και έτρεχαν τη διαδήλωση για τρία χιλιόμετρα. Ή μάλλον από πιο πριν: από τη στιγμή που είχαμε συμμετάσχει σε μια διαδήλωση «για το φόνο του Νικολά Τόντι» δίχως να έχουμε ιδέα ότι το πραγματικό διακύβευμα ήταν ο αστυνομικός έλεγχος του δημόσιου χώρου και η στρατιωτική αναβάθμιση των πρακτικών της ελληνικής αστυνομίας. Η «αστυνομική» επιχείρηση εναντίον της διαδήλωσης ήταν επιτυχημένη εξαιτίας αυτής της άγνοιας: βλέπαμε ως «αστυνομική» επιχείρηση εκείνο που ήταν πρώτα και κύρια μια πολιτική επιχείρηση. Και όντως, ήταν κυρίως οι πολιτικοί στόχοι της αστυνομίας που στέφθηκαν από επιτυχία: από το ξύλο και μετά, ουδείς ασχολήθηκε με το ζήτημα του Τόντι, πόσο μάλλον της «μάχης στις πόλεις» - ήμασταν όλοι απασχολημένοι με ζητήματα πολύ μικρότερου βεληνεκούς, όπως να δικαστούμε δίχως να σκοτωθούμε μεταξύ μας και δίχως να γίνουμε εντελώς ρόμπα.

Θα μπορούσαμε να είμαστε ανειλικρινείς και να μοστράρουμε αυτό το ελάχιστο, σχεδόν αυτονόητο, επίτευγμα, σαν «άλλη μια δίκη που ‘γινε του κράτους καταδίκη». Αλλά δεν έχουμε ούτε την όρεξη ούτε την κλίση. Αντιθέτως, νομίζουμε πως «οι δίκες που ‘γιναν του κράτους καταδίκες» είναι σημαντικό κομμάτι της διανοητικής παράλυσης που οδήγησε μεταξύ άλλων και στην ήττα του Βύρωνα.

Γιατί, ας μην μπερδευόμαστε, περί ήττας πρόκειται. Απόδειξη της ήττας είναι ότι τα ίδια σχέδια που οδήγησαν στη δολοφονία του Τόντι, σήμερα συνεχίζονται, τόσο απρόσκοπτα, που δεν μπορούμε να αποκλείσουμε πως κάποιοι από τους μάρτυρες υπεράσπισης, στον ελεύθερο χρόνο τους, ίσως προπονούνται για κάποιον νυχτερινό κυριακάτικο Μαραθώνιο με τερματισμό στο Πεδίο του Άρεως.



[1] Δες «Για Δες Καιρό που Διάλεξε: η Δολοφονία του Νικολά Τόντι και γιατί δεν Έπρεπε να Νοιάζει Κανέναν», Antifa #32, 7/2012. Πάτησε εδώ.

[2] Ομιλία Μιχάλη Χρυσοχοΐδη στη Βουλή των Ελλήνων, 19/2/2010. Πάτησε εδώ.