14 Δεκεμβρίου, 2017

 

 ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ

Το περιοδικό antifa
και οι εκδόσεις antifa scripta
κυκλοφορούν στο βιβλιοπωλείο Nouveau
[Παντανάσσης 78, στον πεζόδρομο]
 


 

 

 

 


 

 

 

 


 

Όπως γράφαμε τις προάλλες,[1] η Ιταλία έχει βρει μια εξαιρετικά ορθολογική λύση στο «μεταναστευτικό της πρόβλημα» (sic). Πληρώνει τους πολέμαρχους της Λιβύης (τους ίδιους δηλαδή που αναλάμβαναν τη μεταφορά των μεταναστών από τη Λιβύη στην Ιταλία) για να κρατούν τους μετανάστες εντός των συνόρων της Λιβύης. Όπως μάθαμε από το παρακάτω άρθρο, η κράτηση αυτή γίνεται σε κάτι μέρη που είναι ανάμεσα σε ανεπίσημη αποθήκη και επίσημο στρατόπεδο. Σε κάθε περίπτωση, διαχειριστές είναι οι διάφοροι πολέμαρχοι, είτε φορούν στολή είτε όχι.

Λύθηκε λοιπόν το «πρόβλημα» του ιταλικού κράτους; Όχι ακριβώς. Μιας και το θέμα του ιταλικού κράτους (αλλά και κάθε κράτους) δεν ήταν ποτέ η απαγόρευση της μετακίνησης των μεταναστών, αλλά η διαχείρισή της, οι αφίξεις μεταναστών στην Ιταλία συνεχίζουν ακάθεκτες. Όλα τούτα οδήγησαν σε αγοραπωλησίες μεταναστών μεταξύ των πολεμάρχων της Λιβύης, περαιτέρω αποσταθεροποίηση της Λιβύης, αλλά και περαιτέρω πειθάρχηση των μεταναστών (τόσο αυτών που κατάφερναν τελικά να φτάσουν στην Ιταλία, όσο και αυτών που έμεναν εγκλωβισμένοι στα λιβυκά (επίσημα και ανεπίσημα, αν και απ’ ό,τι φαίνεται κι από το παρακάτω άρθρο δεν υπάρχει και μεγάλη διαφορά) στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Αντίστοιχες δοσοληψίες (ένα κράμα χρηματικών απολαβών και εξωτερικής πολιτικής) συμβαίνουν σε όλα τα κράτη υποδοχής μεταναστών. Κάπως παρόμοια είναι και η περίπτωση της Αυστραλίας, για την οποία πρόσφατα μάθαμε πως πληρώνει κι αυτή για να κρατάει τους μετανάστες της σε στρατόπεδα εκτός των συνόρων της· στην Παπούα-Νέα Γουινέα.[2] Και σίγουρα όλα αυτά κάτι θυμίζουν και σε όποιον παρακολουθεί τη μεταναστευτική πολιτική του ελληνικού κράτους τα τελευταία χρόνια. Με τη διαφορά ότι το ιταλικό κράτος έχει αποφανθεί ότι οι Λίβυοι πολέμαρχοι αποτελούν ασφαλές περιβάλλον για τους μετανάστες, ενώ το ελληνικό μπαλαντζάρει ως προς την ασφάλεια του τουρκικού περιβάλλοντος (το κράμα χρήματος-εξωτερικών που είπαμε και προηγουμένως).

Το παρακάτω άρθρο περιγράφει την κατάσταση στη Λιβύη. Μας φάνηκε αρκετά διαφωτιστικό για τα όσα λέγαμε σχετικά με την περίπτωση της, γι’ αυτό και το μεταφράσαμε και το παρουσιάζουμε.

 

 

Στη φωτογραφία φαίνεται η λιβυκή ακτοφυλακή που μεταφέρει μετανάστες στο στρατόπεδο της πόλης Σαμπράθα, στο οποίο κουμάντο κάνουν οι πολέμαρχοι. Οι διαφορές ακτοφυλακής και πολεμάρχου είναι αρκετά λεπτές, όπως μπορεί να παρατηρήσει κανείς.

 

Οι λιβυκές «φυλακές» μεταναστών που γέννησε η Ευρώπη

 

Eric Reidy

The Libyan Migrant “Prisons” of Europe’s Making»

www.irinnews.org

1/11/2017

 

Για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες που έχουν εγκλωβιστεί στη Λιβύη, οι συνέπειες της ιταλικής και της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής είναι δριμείες και καταστροφικές: εκτείνονται από συγκρούσεις μεταξύ ένοπλων ομάδων μέχρι εντεινόμενους εκβιασμούς μέχρι συνωστισμένες «φυλακές» όπου εγκυμονούσες γυναίκες πωλούνται σε αδίστακτες συμμορίες διακινητών. Και το χειρότερο απ’ όλα; Κανείς δεν ξέρει ούτε πόσες δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι είναι παγιδευμένοι εκεί, ούτε πόσοι έχουν πεθάνει. Μερικά πρόσφατα δραματικά γεγονότα στη Σαμπράθα (έναν από τους μεγαλύτερους κόμβους διακίνησης ανθρώπων στη Λιβύη) μας χαρίζουν μια εκ των έσω ματιά στις παράπλευρες απώλειες της προσπάθειας να μπει ένα φρένο στην παράνομη μετανάστευση από τη Λιβύη.

 

«Σας παρακαλώ στείλτε βοήθεια», είπε μια καταπονημένη φωνή απ’ το τηλέφωνο. «Βρισκόμαστε σε άθλια, άθλια κατάσταση. Είμαστε υπό τον έλεγχο μιας ομάδας διακινητών…Πρέπει να ξεφύγουμε από δω. Δεν υπάρχει ούτε φαγητό ούτε νερό.»

Ο άντρας συνέχισε να μιλάει στη γραμμή χωρίς να έχει καλό σήμα. Τα λόγια του ήταν ψιθυριστά κι απεγνωσμένα. Ήταν κρατούμενος μαζί με εκατοντάδες άλλους στη λιβυκή παραθαλάσσια πόλη της Σαμπάθα, όπως μας είπε στις 12 Οκτωβρίου. Μαζί του ήταν παιδιά και εγκυμονούσες γυναίκες. Οι διακινητές που τους κρατούσαν υπό περιορισμό ζητούσαν 5.000$ ανά άτομο για να τους απελευθερώσουν. Κάποιοι από τους κρατούμενους, κυρίως άτομα από την Ερυθραία που ζητούσαν άσυλο, είχαν ήδη πληρώσει πάνω από μια φορά τα χρήματα που ζητούσαν οι εκβιαστές κι όμως παρέμεναν ακόμα κρατούμενοι.

Μετά, λιγότερες από 48 ώρες αργότερα, απέδρασαν. Εντόπισαν μια ευκαιρία, το έσκασαν από το κτίριο όπου βρίσκονταν και βρήκαν καταφύγιο σε ένα κοντινό τζαμί, σύμφωνα με τη Meron Estefanos, μια Σουηδέζα ακτιβίστρια και δημοσιογράφο με καταγωγή από την Ερυθραία, η οποία διατήρησε επαφή με την ομάδα των δραπετών. Αλλά οι στιγμές ελευθερίας δεν έμελλε να κρατήσουν για πολύ.

Κατά τις πρώτες τρεις εβδομάδες του Οκτώβρη, ο άντρας με τον οποίο μιλήσαμε στο τηλέφωνο δεν ήταν ο μόνος που γλίτωσε απ' την αιχμαλωσία. Στην αυγή των συγκρούσεων μεταξύ ένοπλων ομάδων για τον έλεγχο της Σαμπράθα που ξέσπασε τον προηγούμενο μήνα, σχεδόν 20.000 άνθρωποι απέδρασαν ή απελευθερώθηκαν από τις αποθήκες των διακινητών μέσα και έξω από την παραθαλάσσια πόλη. Οι περισσότεροι ήταν από τις χώρες της υποσαχάριας Αφρικής και είχαν έρθει στη Λιβύη με σκοπό να διασχίσουν τη Μεσόγειο και να φτάσουν στην Ευρώπη. Όμως κατέληξαν εγκλωβισμένοι σε αποτρόπαιες συνθήκες· βρέθηκαν αντιμέτωποι με βασανιστήρια, εκμετάλλευση και κακοποίηση. Η κατάστασή τους επιδεινώθηκε δραματικά όταν ο θαλάσσιος δρόμος προς την Ιταλία έκλεισε ξαφνικά στα μέσα Ιουλίου.

Μετά την απόδρασή τους στα μέσα Οκτωβρίου, οι μετανάστες και οι αιτούντες άσυλο στη Σαμπράθα δεν παρέμειναν ελεύθεροι για πολύ. Η Υπηρεσία Αντιμετώπισης Παράτυπης Μετανάστευσης της Λιβύης (Department for Combating Irregular MigrationDCIM) τους μάζεψε, τους φόρτωσε σε ανοιχτά φορτηγάκια και τους οδήγησε σε διάφορα κατ’ όνομα επίσημα κέντρα κράτησης τα οποία βρίσκονται έξω από την πόλη και είναι διαβόητα για τις άθλιες συνθήκες κράτησης.

Τα δραματικά γεγονότα της Σαμπράθα φαίνεται πως ξεκίνησαν όταν η ιταλική κυβέρνηση υιοθέτησε μια σειρά πολιτικών που σκοπό είχαν να χαλιναγωγήσουν τον αριθμό των μεταναστών που έφταναν στις ευρωπαϊκές ακτές μέσω της Λιβύης. Από μια σκοπιά, η εκ νέου κράτηση 20.000 ανθρώπων είναι ένα δείγμα πως η πολιτική αυτή δουλεύει: η Λιβύη κρατάει τους υποψήφιους μετανάστες εντός των συνόρων της, και ο αριθμός των αφίξεων στην ΕΕ από τη Λιβύη έχει συρρικνωθεί σημαντικά τους τελευταίους μήνες. Αλλά με τί κόστος και για πόσον καιρό;

 

Επικίνδυνες Πολιτικές

Φέτος τον Ιούνιο, ο Υπουργός Εσωτερικών της Ιταλίας Marco Minniti ήταν στο δρόμο για την Ουάσινγκτον όταν έμαθε πως πάνω από 10.000 μετανάστες και αιτούντες άσυλο είχαν διασωθεί στη Μεσόγειο σε μικρό χρονικό διάστημα και λίαν συντόμως θα αποβιβάζονταν στις ακτές της Ιταλίας. Όχι πως η παράνομη είσοδος ανθρώπων στην Ιταλία από τη Λιβύη ήταν κάτι το καινούριο: Κάθε χρόνο από το 2014 και μετά, πάνω από 100.000 άνθρωποι διασχίζουν την κεντρική Μεσόγειο, και πάνω από 13.000 έχουν πνιγεί αυτά τα τέσσερα χρόνια καθώς προσπαθούσαν να τη διασχίσουν.

Αλλά το 2018 είναι χρονιά βουλευτικών εκλογών στην Ιταλία και η κοινή γνώμη γέρνει αποφασιστικά εναντίον των μεταναστών και των προσφύγων. Οι βόρειοι γείτονες της χώρας έχουν κλείσει τα σύνορά τους και οι προσπάθειες της ΕΕ να σταματήσει τους διακινητές όταν είναι ήδη στη θάλασσα έχουν υπάρξει ανεπιτυχείς, ίσως μάλιστα να ενθαρρύνουν και ακόμα πιο επικίνδυνες πρακτικές. Έτσι, η Ιταλία έχει αφεθεί να σηκώσει μόνη της το βάρος της φιλοξενίας και της διαχείρισης της μεγάλης πλειοψηφίας των νέων αφίξεων στην Ευρώπη.

Το πρώτο μισό του 2017, ο αριθμός των αφίξεων στην Ιταλία ξεπέρασε ακόμα κι αυτόν της προηγούμενης χρονιάς, φτάνοντας των αριθμό-ρεκόρ των περίπου 181.000 ανθρώπων.

Αντιμέτωπος με τις εκλογικές συνέπειες και την πιθανότητα ανόδου των λαϊκιστικών και ακροδεξιών κομμάτων που εκμεταλλεύονται την κοινή γνώμη που δε βλέπει με καλό μάτι τους μετανάστες, ο Minniti ακύρωσε το ταξίδι του στην Ουάσινγκτον και επέστρεψε στην πατρίδα του για να αντιμετωπίσει το δισεπίλυτο αυτό ζήτημα.

Εν μέρει η αντιμετώπιση του είχε ήδη αρχίσει από το Φεβρουάριο, όταν η Ιταλία και η ΕΕ άρχισαν να εκπαιδεύουν και να εξοπλίζουν τη λιβυκή ακτοφυλακή για να σταματάει τις βάρκες των μεταναστών και να επαναπροωθεί τους μετανάστες στη Λιβύη πριν αυτοί φτάσουν σε διεθνή ύδατα. Τώρα, διπλασίασε τις προσπάθειές του να συνεργαστεί με τις τοπικές αρχές των μεγάλων λιβυκών πόλεων με στόχο να εμποδιστεί η παράνομη μετανάστευση. Φέρεται να έχει συνάψει μια συμφωνία με ένοπλες ομάδες στη Σαμπράθα, έναν από τους μεγαλύτερους κόμβους διακίνησης ανθρώπων στη Λιβύη, ώστε αυτές να εμποδίζουν τη φυγή των μεταναστών από τη Λιβύη και να εμποδίζουν αντίπαλες ομάδες που διακινούν μετανάστες.

Η Ιταλία επισήμως αρνείται πως πλήρωσε κάποια από τις ένοπλες ομάδες της Λιβύης, αλλά ο Minniti υπερασπίζεται τα πάρε-δώσε του με τους φυλάρχους· και είναι βέβαιο πως κάτι φαίνεται να αλλάζει στις ακτές της Λιβύης. Από τα μέσα Ιουλίου μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου, ο αριθμός των αφίξεων στην Ιταλία μειώθηκε κατά 87% σε σχέση με την ίδια περίοδο το 2016. «Νομίζω πως ακόμα κι η ιταλική κυβέρνηση δεν περίμενε να πετύχει σε τέτοιο βαθμό αυτή η πολιτική» λέει ο Matteo Villa, ένας αναλυτής του ιταλικού Ινστιτούτου για τις Διεθνείς Πολιτικές Μελέτες.

Αυτή η κάπως σκοτεινή πολιτική αποτέλεσε μεγάλη επιτυχία για την Ιταλία και την ΕΕ, αλλά στο έδαφος της Σαμπράθα «οι συνέπειες είναι κάθε άλλο παρά καλές», λέει ο Villa. «Απλώς συνεργάζεσαι με ένοπλες ομάδες που δρουν ως αντιπρόσωποί σου στην ξηρά», λέει, χαρακτηρίζοντας την πολιτική αυτή ως συνταγή αστάθειας.

 Στα μέσα του Σεπτέμβρη, οι ένοπλες ομάδες με τις οποίες φημολογείται πως συνεργάζεται η Ιταλία δέχθηκαν επίθεση από αντίπαλες ένοπλες ομάδες και εκδιώχθηκαν από την πόλη. Δεκάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν στις μάχες και εκατοντάδες τραυματίστηκαν. Η πολιτική της Ιταλίας και η νομιμοποίηση και το χρήμα που προσφέρει το να είσαι σε θέση να σταματάς την παράνομη μετανάστευση φαίνεται πως ήταν ο καταλύτης πίσω από τη σύγκρουση. «Οι άλλες ένοπλες ομάδες που κέρδισαν τον έλεγχο της Σαμπράθα ήθελαν να δείξουν πως είναι ακόμα πιο πρόθυμες να συνεργαστούν [με την Ιταλία]», λέει ο Villa.

Στην αυγή της σύγκρουσης, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, η UNHCR, περιέγραψε μια κατάσταση όπου οι πάνω από 20.000 μετανάστες και αιτούντες άσυλο που έμειναν εγκλωβισμένοι στην πόλη όταν ο δρόμος προς την Ιταλία έκλεισε απότομα, «υποφέρουν και δέχονται κακοποίηση σε σοκαριστικό βαθμό». Εκατοντάδες κόσμου δεν είχαν ούτε ρούχα: υπήρχαν εγκυμονούσες γυναίκες και νεογέννητα μωρά· και ήταν σαφές πως διάφοροι είχαν υποστεί φυσική, αλλά και ψυχολογική κακοποίηση.

 

Κακοποίηση στη Λιβύη

Ακόμα και πριν την καινούρια πολιτική της Ιταλίας, οι συνθήκες για όσους δοκίμαζαν να περάσουν στην Ευρώπη μέσω Λιβύης ήταν απλά τρομακτικές. Πολλοί βρίσκονταν φυλακισμένοι και δέχονταν εκβιασμούς. Στη Σικελία και τη Ρώμη, μιλήσαμε με ανθρώπους που έφτασαν πρόσφατα στην Ιταλία και οι οποίοι μας περιέγραψαν την εμπειρία τους. Η Mercy Osabouhiem, 26 χρονών, άφησε το σπίτι της στη Νιγηρία με την ελπίδα να διασχίσει τη Μεσόγειο, αναζητώντας θεραπεία για μια στομαχική πάθηση που απειλούσε τη ζωή της. Όταν έφτασε στη Λιβύη τον περασμένο Μάιο, βρέθηκε κρατούμενη. Όπως μας είπε:

 

«Κάθε βράδυ, πυροβολισμοί από δω κι από κει… Χωρίς φαγητό. Χωρίς Νερό. Το νερό που έχουν εκεί είναι θαλασσινό. Σου διαλύει το στομάχι. Μερικές φορές ερχόταν αυτός. Αυτός έχει πολλά αγόρια, πολλά αγόρια που δουλεύουν μαζί του και μας δέρνουν κάθε μέρα, κάθε νύχτα…Μας βιάζουν, σχεδόν κάθε βράδυ. Μας βιάζουν κάθε βράδυ. Λέει ότι πρέπει να τον πληρώσουμε λεφτά. Αν δεν πληρώσουμε, λέει, δεν πάμε πουθενά.»

 

Ο Vincent, 25 χρονών, είναι επίσης από τη Νιγηρία. Έφυγε από τη χώρα όταν η αστυνομία επιτέθηκε στους διαδηλωτές στη Μπιάφρα το 2016:

 

«Όταν έφτασα στη Λιβύη, άρχισαν να γίνονται τα ίδια και στη Λιβύη. Παντού προβλήματα. Ούτε να βγεις έξω δε μπορείς. Ούτε να περπατήσεις λίγο ή να ηρεμήσεις για μια στιγμή. Ούτε να κοιμηθείς δε μπορείς στη Λιβύη. Παντού προβλήματα. Έχουν σκοτωθεί πάρα πολλοί εδώ.»

 

Ο Mohammed, 20 χρονών, είναι από το Νταρφούρ, στο Σουδάν. Έμεινε φυλακισμένος στη Λιβύη για δυο χρόνια πριν καταφέρει να ξεφύγει από τη βία της Σαμπράθα και να επιβιβαστεί σε μία από τις λίγες βάρκες που αναχώρησαν με προορισμό την Ιταλία απ’ όταν άρχισε η καταστολή:

 

«Με βασάνισαν για δύο χρόνια και με έβαλαν να καλέσω τους γονείς μου και να ζητήσω λεφτά. Αλλά ήξερα πως οι γονείς μου δεν είχαν λεφτά για να πληρώσουν. Μετά από δυο χρόνια, κατάφερα να αποδράσω μαζί με άλλους 40. Το σκάσαμε από τη φυλακή μέσα στη νύχτα και ξεφύγαμε»

 

Η κακοποίηση που περιγράφουν η Mercy, ο Vincent και ο Mohammed πιθανότατα περιγράφει τα όσα αντιμετωπίζει η πλειονότητα αυτών που δοκιμάζουν να διασχίσουν τη Λιβύη προσπαθώντας να φτάσουν στην Ευρώπη. Στη Λιβύη υπάρχουν πάνω από 43.000 καταγεγραμμένοι πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο, αλλά ο πραγματικός τους αριθμός μπορεί να πλησιάζει τις αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες. Και οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συμβαίνουν τόσο στις αποθήκες των διακινητών όσο και στα επίσημα κέντρα κράτησης.

Η ΕΕ έχει γνώση αυτών των τρομερών συνθηκών: Καθώς έχει εντείνει τις προσπάθειές της για να κρατήσει τον κόσμο εντός της Λιβύης, έχει δώσει και χρήματα για να βελτιωθεί η κατάσταση στα κέντρα που διαχειρίζεται η DCIM. Αλλά το θεσμικό καθεστώς αυτών των κέντρων συχνά αποτελεί απλώς τη βιτρίνα. «Καμία από τις εγκαταστάσεις της DCIM που έχω επισκεφτεί δε μπορώ να πω πως διαχειρίζεται εξ ολοκλήρου από τις αρμόδιες αρχές», εξηγεί η Hanan Salah, Λίβυα ερευνήτρια που δουλεύει για το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Αντίθετα, τα περισσότερα επίσημα κέντρα κράτησης βρίσκονται υπό τον έλεγχο πολεμάρχων και ένοπλων ομάδων που τα αντιλαμβάνονται ως πηγές άντλησης κέρδους. Σε μια μη ανακοινωμένη επίσκεψή της σε μία από τις εγκαταστάσεις της DCIM, η Salah βρήκε πάνω από 1.300 άτομα σε ένα δωμάτιο που δεν ήταν φτιαγμένο για πάνω από 150. Υπήρχε κόσμος που κοιμόταν σε βάρδιες και η πρόσβαση σε τουαλέτες ήταν περιορισμένη. Όπως μας είπε: «Οι συνθήκες υγιεινής ήταν εντελώς απάνθρωπες και εντελώς αηδιαστικές. Μίλησα με ανθρώπους που ήταν αναγκασμένοι να φορούν τα ίδια ρούχα για…έξι μήνες».

Σ’ αυτά τα κατ’ όνομα επίσημα κέντρα κράτησης είναι που στάλθηκαν οι 20.000 μετανάστες που βρίσκονταν στη Σαμπράθα όταν απελευθερώθηκαν από τις αποθήκες των διακινητών. Η Salah υποστηρίζει πως η μεγάλη εισροή ανθρώπων στα κέντρα της DCIM μπορεί να οδηγήσει σε ανθρωπιστική καταστροφή. «Εδώ δε μπορούν να διαχειριστούν τους 1.000 ή τους 2.000 ανθρώπους που υπάρχουν σε κάθε μία από τις φυλακές», λέει.

Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των κέντρων κράτησης της DCIM και των εγκληματικών επιχειρήσεων που περιβάλλουν την παράνομη μετανάστευση είναι διάτρητη. «Υπάρχουν αποδεδειγμένες σχέσεις μεταξύ αυτών που διοικούν αυτές τις εγκαταστάσεις κράτησης και των διακινητών», υποστηρίζει η Salah.

Για όσους έχουν κολλήσει σ’ αυτό το σύστημα υπάρχουν επισήμως μόνο δύο λύσεις: να παραμείνουν εκεί επ’ αόριστον ή να ζητήσουν να επιστρέψουν εθελοντικά στην πατρίδα τους – πράγμα το οποίο για πολλούς δεν αποτελεί βιώσιμη επιλογή. Ως αποτέλεσμα, η μόνη πραγματική ελπίδα για πολλούς απ’ αυτούς είναι είτε να αποδράσουν, είτε να πωληθούν από τους διοικητές των κέντρων στους διακινητές κι αυτοί με τη σειρά τους να τους περάσουν από την άλλη μεριά της Μεσογείου.

Στις 23 Οκτωβρίου, μιλήσαμε με τον W, του οποίου το όνομα δεν αποκαλύπτουμε για να διαφυλάξουμε την ασφάλειά του, έναν άνδρα από την Ερυθραία ο οποίος μεταφέρθηκε από τη Σαμπράθα σε ένα επίσημο κέντρο κράτησης 120 χιλιόμετρα μακριά, στην πόλη Γκαριάν. «Είμαστε σε κακή κατάσταση. Δεν έχουμε τίποτα… Υποφέρουμε. Κοιμόμαστε στο πάτωμα…Δεν έχουμε φάρμακα», μας είπε. «Είναι μια φυλακή. Μια μεγάλη φυλακή.»

 

Οι άγνωστες παράμετροι

Καθώς η πολιτική της ΕΕ και της Ιταλίας περιορίζει όσους θέλουν να φύγουν από τη Λιβύη δια της θαλάσσιας οδού, και όχι μόνο όσους βρίσκονται στη Σαμπράθα, κανείς δε γνωρίζει στ’ αλήθεια πόσες δεκάδες χιλιάδες βρίσκονται στα κέντρα κράτησης της χώρας, τόσο τα επίσημα όσο και τα άλλα.

«Βρισκόμαστε μπροστά σε μία κατάσταση όπου οι προσπάθειες της Ευρώπης να σταματήσει τις βάρκες οδηγεί όλο και περισσότερους να είναι παγιδευμένοι και αντιμέτωποι με τρομερή κακοποίηση» λέει η Judith Sunderland, υποδιευθύντρια του Παρατηρητηρίου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, υπεύθυνη για την Ευρώπη και την Κεντρική Ασία. «Έχουμε πλέον φτάσει στο σημείο όπου πρέπει να αρχίσουμε να μιλάμε για συνενοχή στην κακοποίηση».

Από μεριάς της, η ΕΕ λέει πως δεν παρέχει χρηματοδότηση απευθείας στα κέντρα κράτησης· αντιθέτως υποστηρίζει τις προσπάθειες της UNHCR και του Διεθνή Οργανισμού Μετανάστευσης (IOM) για να βελτιωθούν οι συνθήκες κράτησης των μεταναστών στη Λιβύη. «Καταδικάζουμε κάθε πράξη βίας απέναντι στους μετανάστες», μας είπε ένας εκπρόσωπος της ΕΕ. «Προτεραιότητά μας είναι να τους προστατέψουμε και να πολεμήσουμε τους διακινητές που εκμεταλλεύονται την κατάστασή τους».

Ενώ οι περισσότεροι μετανάστες στη Λιβύη φαίνεται πως είναι έγκλειστοι σε επίσημα και ανεπίσημα κέντρα κράτησης, οι αφίξεις στην Ιταλία αυξάνονται ξανά. Τον Αύγουστο οι αφίξεις ήταν σχεδόν τέσσερις χιλιάδες. Τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο κυμάνθηκαν κοντά στις έξι χιλιάδες. «Οι περισσότεροι εξ αυτών δε φεύγουν από τη Σαμπράθα, πράγμα που πάει να πει πως έχουν ανοίξει άλλες θαλάσσιες οδοί. Ωστόσο, ακόμα το φαινόμενο δεν έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις», λέει ο Villa.

Στην Ιταλία, όπου η παράνομη μετανάστευση από τη Λιβύη έχει διάφορα σκαμπανεβάσματα από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 και μετά, πιθανολογούν πως η μετακίνηση ανθρώπων δια μέσου της Μεσογείου αποκλείεται να έχει τελειώσει, πόσω δε μάλλον που η Λιβύη συνεχίζει να βρίσκεται σε κατάσταση χάους. «Εκτιμώ πως οι ροές θα αυξηθούν», λέει ο Villa. Εν τω μεταξύ, αυτή η προσωρινή παύση έχει τρομερές και ανείπωτες συνέπειες. Ο Villa το έθεσε ευθέως: «Η παύση αυτή γίνεται με κόστος ανθρώπινες ζωές…που βρίσκονται στα κέντρα κράτησης».

 

 

 



[1] Διαγωνισμός για την Ασφαλέστερη Χώρα του Κόσμου, Προκριματικοί: Ιταλία/Λιβύη, antifascripta.net, 14/11/2017 Πάτησε εδώ.

[2] Papua New Guinea tells Australia it must resettle refugees unwilling to stay, The Guardian, 29/10/2017.