24 Ιουνίου, 2017
 

Οι μεταφράσεις και οι λοιπές εργασίες που απαιτούνται γι’ αυτή τη σελίδα συνήθως έχουν γίνει από την ομάδα antifa scripta. Σε αντίθετη περίπτωση, αναφέρεται το όνομα του μεταφραστή.

 

Τεκμηρίωση

Οι απόψεις οφείλουν να επικυρώνονται, να μετασχηματίζονται, να απορρίπτονται μέσα στην πεισματική πραγματικότητα της Ιστορίας. Η τεκμηρίωση συνεπώς δεν στηρίζει μόνο το ήδη κατακτημένο, μπορεί να ανοίξει και νέα μονοπάτια κριτικής αυτού του κόσμου.


Το άρθρο με τίτλο Το Αφγανιστάν και ο Μακρόχρονος Πόλεμος [Afghanistan and the Long War] γράφτηκε από τον George Friedman της Stratfor και δημοσιεύθηκε στο site της εταιρείας στις 19/3/2012. Προφανώς πρόκειται για άλλη μια φορά για τα λεγόμενα των πρακτόρων της CIA με διδακτορικό στις διεθνείς σχέσεις, οπότε τίποτα από όσα λέγονται δεν πρέπει να εκλαμβάνεται όπως λέγεται. Από εκεί και πέρα αυτό το κείμενο είναι ενδιαφέρον ως σύντομη και περιεκτική παράθεση των προβληματισμών γύρω από τον νέο στρατό όπως αυτός προκύπτει έπειτα από την «Επανάσταση στις Στρατιωτικές Υποθέσεις» που εξελίσσεται εδώ και τριάντα χρόνια.
Επειδή βέβαια δεν μπορούμε να συμπεριλάβουμε τα πάντα σε μια σύντομη εισαγωγή, σας λέμε ότι τα όσα ακολουθούν χρησιμοποιήθηκαν ως αναφορά στο «Η Μηχανική Μεσολάβηση του Μακελειού: ο «Νέος Στρατός» και τα διόλου αμελητέα προβλήματά του» που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 32 του περιοδικού. Οπότε όποιος επιθυμεί να καταλάβει περισσότερα για τους λόγους μετάφρασης και δημοσίευσής του θα πρέπει να στραφεί εκεί.

Το Αφγανιστάν και ο μακρόχρονος πόλεμος
Ο πόλεμος στο Αφγανιστάν βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και πάνω από δέκα χρόνια. Δεν ήταν ο μοναδικός πόλεμος που βρισκόταν σε εξέλιξη κατά την ίδια χρονική περίοδο· για εφτά από αυτά τα χρόνια, ένας άλλος, ακόμη μεγαλύτερος πόλεμος βρισκόταν σε εξέλιξη στο Ιράκ και μικρότερες συγκρούσεις εξελίσσονταν σε άλλες χώρες. Παρόλ’ αυτά, ο πόλεμος του Αφγανιστάν παραμένει ο μακρύτερος μεγάλης κλίμακας πόλεμος στην ιστορία των ΗΠΑ. Η δολοφονία, στις 11 του Μάρτη, 16 Αφγανών πολιτών, μεταξύ των οποίων και εννέα παιδιά, από έναν Αμερικανό στρατιώτη, δεν είναι παρά μια στιγμή αυτού του πολέμου. Είναι όμως μια στιγμή, αν μη τι άλλο, ενδιαφέρουσα.
Κατά τη διάρκεια των πολέμων του Ιράκ και του Αφγανιστάν, οι Αμερικανοί ειδικοί επί των στρατιωτικών υποθέσεων ανέπτυξαν την έννοια του μακρόχρονου πολέμου [long war]. Αυτή η θεωρία παρουσιάστηκε με διάφορες μορφές, η κεντρική της ιδέα όμως είχε ως εξής: η ήττα των δυνάμεων των Ταλιμπάν και της ιρακινής αντίστασης θα ήταν ένα εγχείρημα που θα απαιτούσε πολύ χρόνο. Ακόμη και η επιτυχία των αμερικανικών δυνάμεων όμως δεν θα σήμαινε το τέλος του πολέμου γιατί η ισλαμική τρομοκρατία και οι υποστηρικτές της θα συνέχιζαν να αποτελούν απειλή και μάλιστα μια απειλή διαρκώς μεταβαλλόμενη, τόσο όσον αφορά τους τόπους εκδήλωσής της, όσο και τις μεθόδους της. Συνεπώς, εφόσον η επικράτηση επί της τρομοκρατίας παρέμενε βασικός στόχος της αμερικανικής πολιτικής, οι ΗΠΑ βρίσκονταν αναμεμιγμένες σε έναν μακρόχρονο πόλεμο του οποίου το τέλος ήταν ασαφές και η πορεία απροσδιόριστη.
Εντός αυτής της θέσης, πότε άμεσα και πότε έμμεσα, περιλαμβανόταν και μια δεύτερη παραδοχή: ότι τα υπόλοιπα στρατηγικά ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ θα πρέπει να παραμεριστούν και ότι ο μακρόχρονος πόλεμος θα πρέπει να αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της στρατηγικής πολιτικής των ΗΠΑ έως ότου η απειλή της ισλαμικής τρομοκρατίας εξαφανιστεί, ή τουλάχιστον έως ότου υποχωρήσει σημαντικά. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία λοιπόν -η οποία, ας σημειωθεί, έχει μεγάλη επίδραση στη διαμόρφωση της στρατηγικής των ΗΠΑ- ακόμη και αν ο πόλεμος στο Αφγανιστάν τελείωνε, ο πόλεμος στον ισλαμικό κόσμο θα συνεχιζόταν επ’ αόριστον. Θα πρέπει να εξετάσουμε τις συνέπειες αυτής της στρατηγικής.
Ο λοχίας [Staff Sgt.] Ρόμπερτ Μπέιλς [Robert Bales], που κατηγορείται για την αποτρόπαια σφαγή στο Αφγανιστάν, βρισκόταν για τέταρτη φορά σε υπηρεσία ως μάχιμος. Στα προηγούμενα χρόνια είχε υπηρετήσει τρεις φορές στο Ιράκ για 9, 15 και 12 μήνες αντίστοιχα - με άλλα λόγια πολεμούσε συνολικά για τρία χρόνια. Αν η θητεία του στο Αφγανιστάν είχε ολοκληρωθεί, ο Μπέιλς θα είχε κλείσει τέσσερα χρόνια στο πεδίο της μάχης. Είναι βέβαια γεγονός ότι οι πόλεμοι στους οποίους πολέμησε ο Μπέιλς διέφεραν από προηγούμενους πολέμους. Η Φαλούτζα και η Τόρα Μπόρα δεν ήταν μάχες αντίστοιχες της μάχης του Στάλινγκραντ. Και πάλι όμως, οι κακουχίες, ο φόβος, η απειλή του θανάτου παραμένουν πανταχού παρούσες. Η πιθανότητα θανάτου μπορεί να είναι μικρότερη, είναι όμως υπαρκτή, είναι πραγματική, υπάρχουν σύντροφοι που πέθαναν κι εσύ μπορείς να πεις τα ονόματά τους.
Στον πόλεμο του Βιετνάμ, οι μόνοι που υπηρέτησαν για περισσότερο από έναν χρόνο ήταν εθελοντές. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος εξάλλου, για τους Αμερικανούς κράτησε για λίγο περισσότερο από τρία χρόνια και μόνο μια φούχτα Αμερικανών στρατιωτών συμμετείχαν όντως για ολόκληρο αυτό το χρονικό διάστημα. Η ανάμειξη των ΗΠΑ στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο κράτησε για λιγότερο από δυο χρόνια και η πλειοψηφία των Αμερικανών στρατιωτών παρέμεινε στο πεδίο της μάχης για ένα χρόνο ή ακόμη λιγότερο. Σε ολόκληρη την ιστορία των ΗΠΑ, μόνο ο πόλεμος της ανεξαρτησίας και ο εμφύλιος πόλεμος διήρκεσαν για όσο χρονικό διάστημα υπηρέτησε ο Μπέιλς.
Κάθε πόλεμος συνοδεύεται από κτηνωδίες. Πρόκειται για παρατήρηση και όχι για προσπάθεια δικαιολόγησης. Οι κτηνωδίες γίνονται τόσο περισσότερο πιθανές, όσο μεγαλύτερο είναι το χρονικό διάστημα που οι στρατιώτες παραμένουν στο πεδίο της μάχης. Ο πόλεμος είναι μια κτηνώδης διαδικασία και σαν τέτοια αποκτηνώνει τις ψυχές των πολεμιστών. Κάποιοι αντιστέκονται στην αποκτήνωση αποτελεσματικότερα από τους συμπολεμιστές τους, αλλά δεν υπάρχει άνθρωπος που να έρχεται συχνά αντιμέτωπος με τον θάνατο δίχως η εμπειρία να τον αλλάξει βαθιά. Εξίσου σημαντική είναι η διαδικασία απανθρωποποίησης του εχθρού. Δεν μπορείς να πολεμάς και να φοβάσαι τον εχθρό για χρόνια δίχως να φτάσεις να τον αντιλαμβάνεσαι σαν κάτι εντελώς ξένο προς τον εαυτό σου. Ακόμη χειρότερα, όταν ο εχθρός είναι δυσδιάκριτος από τον γενικό πληθυσμό, όπως συμβαίνει στις επιχειρήσεις εναντίον αντάρτικων στρατών [counterinsurgency] ο φόβος και η οργή φτάνουν να απευθύνονται στους πάντες. Στην περίπτωση του Μπέιλς, έφτασαν να συμπεριλάβουν ακόμη και μικρά παιδιά.
Τα πράγματα είναι παρόμοια από τη σκοπιά των Ταλιμπάν, αλλά με δύο σημαντικές διαφορές. Κατά πρώτον, οι Ταλιμπάν πολεμούν για την πατρίδα τους και πολεμούν στο εσωτερικό της πατρίδας τους. Οι Αμερικανοί πολεμούν μεν για την πατρίδα τους, με την έννοια ότι πολεμούν ενάντια στην τρομοκρατία, η μάχη όμως γίνεται αφηρημένη έπειτα από κάποιο καιρό. Για τους Ταλιμπάν η μάχη αποτελεί αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Οι Αμερικανοί μπορούν να γυρίσουν στην πατρίδα και να εκφράσουν την πικρία τους απέναντι σε όσους δεν μοιράστηκαν το ίδιο φορτίο. Οι Ταλιμπάν από την άλλη είναι ήδη στην πατρίδα και η πικρία τους απέναντι σε όσους δεν μοιράζονται το ίδιο φορτίο ξεπερνάει κατά πολύ εκείνη των Αμερικανών. Κατά δεύτερον, οι κτηνωδίες από τη μεριά των Ταλιμπάν, μπορεί να παραμένουν αόρατες για τα δυτικά μήντια, είναι όμως εξίσου πραγματικές, παρούσες όσο απόντες είναι οι δημοσιογράφοι την στιγμή που συμβαίνουν. Θα μπορούσε κανείς να σημειώσει ότι οι Ταλιμπάν είχαν ήδη αποκτηνωθεί από χρόνια και χρόνια πολέμου προτού φτάσουν οι Αμερικανοί, σε τελική ανάλυση όμως, το γεγονός της αποκτήνωσης είναι σημαντικότερο από τη γέννησή της.
Πρέπει να έχουμε κατά νου ότι για τις ΗΠΑ, ο πόλεμος του Αφγανιστάν είναι ο πρώτος μεγάλος πόλεμος, από τον αμερικανικό εμφύλιο και μετά, που δεν περιλαμβάνει γενική επιστράτευση. Η αντίθεση στη στρατιωτική θητεία κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ γέννησε την ιδέα του εθελοντικού στρατού. Έπειτα από το Βιετνάμ, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι οι ΗΠΑ θα προσπαθούσαν ξανά να πολεμήσουν εναντίον αντάρτικου στην ασιατική ενδοχώρα, οπότε οι συνθήκες υπό τις οποίες θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε σε μια επαναφορά της υποχρεωτικής στράτευσης, ουδέποτε έγιναν αντικείμενο μελέτης.
Όταν ξεκινούσε ο πόλεμος στο Αφγανιστάν, η θεωρία περί μακρόχρονου πολέμου δεν είχε ακόμη διατυπωθεί. Ο στόχος υποτίθεται πως ήταν η εξάρθρωση και η καταστροφή της Αλ Κάιντα και οι μεγαλειώδεις ιδέες περί εκδημοκρατισμού του Αφγανιστάν δεν είχαν ακόμη ενσωματωθεί στην γενική πολιτική των ΗΠΑ. Στο Ιράκ, η βασική παραδοχή ήταν ότι η ήττα των συμβατικών δυνάμεων του Σαντάμ Χουσεΐν δεν θα απαιτούσε ιδιαίτερο κόστος ή χρόνο και ότι η κατασκευή μιας φιλοαμερικανικής δημοκρατίας θα εξελισσόταν δίχως αντιστάσεις. Χρειάστηκε χρόνος προτού οι επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν να στραφούν προς τον εκδημοκρατισμό, όπως χρειάστηκε χρόνος προτού γίνει αντιληπτό ότι δεν πανηγύριζαν όλοι οι Ιρακινοί για την αμερικανική κατοχή της χώρας.
Ακόμη όμως και όταν έγινε προφανές ότι οι ΗΠΑ είχαν εμπλακεί σε έναν μακρόχρονο πόλεμο, ούτε η κυβέρνηση Μπους, ούτε η κυβέρνηση Ομπάμα θεώρησαν καλό να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της δημιουργίας μιας ένοπλης δύναμης της οποίας τα μέλη θα μπορούσαν να συμμετέχουν σε μάχες για τέσσερα ή περισσότερα χρόνια. Θα μπορούσαμε μάλιστα να σημειώσουμε εδώ και τους κινδύνους για τους μη μάχιμους και όσους επανδρώνουν τους μηχανισμούς διοίκησης αντιμετωπίζοντας όλμους και ρουκέτες από τα γραφεία τους. Το φορτίο για το οποίο μιλήσαμε αφορά τους πάντες.
Το αποτέλεσμα ήταν ένας πόλεμος που από τη σκοπιά του εγχώριου μετώπου γινόταν αντιληπτός σαν πόλεμος που δεν απαιτούσε μαζική προσπάθεια, απλά κάποιους εθελοντές που θα παρέμεναν στο πεδίο της μάχης για περισσότερο χρόνο από τη συντριπτική πλειοψηφία των Αμερικανών που είχαν συμμετάσχει στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ενώ βέβαια ήταν αλήθεια ότι όλοι οι στρατιώτες συμμετείχαν εθελοντικά, εξίσου αλήθεια ήταν ότι οι εθελοντές δεν ήταν καλύτερα προετοιμασμένοι από την κυβέρνηση για να αντιμετωπίσουν τον ρυθμό και την ένταση των επιχειρήσεων που προέκυψαν έπειτα από την αμερικανική εμπλοκή. Επιπλέον δεν ήταν ελεύθεροι να φύγουν όποτε ήθελαν. Κατά την κορύφωση των επιχειρήσεων, ορισμένοι από εκείνους που προσπάθησαν να εγκαταλείψουν την υπηρεσία με τη λήξη της θητείας τους, ανακάλυψαν ότι η παραμονή τους στο πεδίο της μάχης μπορούσε να παραταθεί υποχρεωτικά μέχρι τη λήξη του συνολικού συμβολαίου που είχαν υπογράψει [Η πρακτική είναι γνωστή με το όνομα «stop - loss» (Σ.τ.Μ.)]. Στη δική τους περίπτωση, ο στρατός των εθελοντών μετατράπηκε σε στρατό αιχμαλώτων.
Με λίγα λόγια, το δόγμα του μακρόχρονου πολέμου στον οποίο πολεμούν οι ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ δεν εξετάζει κατά πόσο αυτές οι ένοπλες δυνάμεις είναι ικανές να αντέξουν τον πόλεμο. Ο πρώην υπουργός Άμυνας Ντόναλντ Ράμσφελντ [Donald Rumsfeld] κάποτε υποστήριξε ότι πολεμάς με τον στρατό που έχει στη διάθεσή σου. Αυτό που ξέχασε να αναφέρει είναι ότι, ενώ όντως ξεκινάς με τον στρατό που έχεις στη διάθεσή σου, όπως έκαναν οι ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, δεν συνεχίζεις να πολεμάς με αυτόν τον στρατό, αλλά προχωράς στην κινητοποίηση ολόκληρης της χώρας. Ο Ράμσφελντ δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο θα διαρκούσε ο πόλεμος του Αφγανιστάν και πιο συγκεκριμένα δεν είχε προβλέψει το κόστος που θα είχαν δύο ταυτόχρονοι ευρείας κλίμακας πόλεμοι με τη συμμετοχή διαφόρων σωμάτων στρατού. Με αυτή την έννοια, το γεγονός ότι ο Μπέιλς προερχόταν από τρεις διαδοχικές θητείες στο Ιράκ είναι σημαντικό. Μας δείχνει ότι ο πόλεμος στο Ιράκ μπορεί να τελείωσε, αλλά οι επιπτώσεις του στις ένοπλες δυνάμεις παραμένουν.
Οι πράξεις για τις οποίες κατηγορείται ο Μπέιλς είναι ασυγχώρητες. Οι κτηνωδίες που διαπράχθηκαν είναι πάρα πολλές, είναι καταγεγραμμένες και μη καταγεγραμμένες, είναι συγκεκριμένες αλλά και γενικής φύσεως, έχουν διαπραχθεί τόσο από το ΝΑΤΟ όσο και από τους Ταλιμπάν. Δεν είναι ρεαλιστικό να φανταζόμαστε έναν πόλεμο τέτοιας διάρκειας να διεξάγεται δίχως κτηνωδίες. Το ζήτημα ωστόσο είναι ότι, σε έναν πόλεμο εναντίον αντάρτικου, όπου ο στόχος δεν είναι μόνο να ηττηθούν οι αντίπαλες δυνάμεις, αλλά και να πειστεί ο πληθυσμός ότι η εναντίωση σε αυτές τις δυνάμεις είναι ο ασφαλέστερος δρόμος, μια σφαγή σαν κι αυτή μπορεί να έχει στρατηγικές συνέπειες. Οι επιχειρήσεις ψυχολογικού πολέμου των Ταλιμπάν θα χρησιμοποιήσουν το περιστατικό, όπως χρησιμοποίησαν το κάψιμο του Κορανίου σε μια αμερικανική βάση τον Φλέβάρη που μας πέρασε. Εν τω μεταξύ, οι αμερικανικές επιχειρήσεις ψυχολογικού πολέμου θα εστιαστούν στις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις με στόχο από τη μια να εξασφαλίσουν πως αυτές θα παραμείνουν συγκρατημένες και από την άλλη -έπειτα και από τη δολοφονία δύο αξιωματικών από έναν Αφγανό συνάδελφό τους εντός υπουργικού κτιρίου της Καμπούλ στις 25 Φλεβάρη- να τις διαβεβαιώσουν ότι δεν πρέπει να φοβούνται τους Αφγανούς, αφού η εκπαίδευση των Αφγανών είναι η αποστολή τους.
Ο μακρόχρονος πόλεμος, όπως διεξάγεται, δίχως μια μείζονα αναδιάρθρωση των αμερικανικών δομών εξουσίας, ήδη δημιουργεί ανεπιθύμητες συνέπειες. Μία από αυτές είναι η δημιουργία μιας ένοπλης δύναμης η οποία περιλαμβάνει μεγάλους αριθμούς στρατιωτών που έχουν φτάσει στα όρια της αντοχής τους. Οι πράξεις στις οποίες μπορεί να επιδοθούν, υπονομεύουν τον στρατηγικό στόχο του πολέμου ενάντια σε αντάρτικο, που δεν είναι άλλος από το να πάρεις με το μέρος σου τον γενικό πληθυσμό. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της επιρροής των Ταλιμπάν και να μειώσει τη διάθεσή τους να διαπραγματευθούν, ειδικά όσο η θέση των ΗΠΑ χειροτερεύει. Για να το θέσουμε με διαφορετικά λόγια, οι στρατιώτες δεν είναι νούμερα σε οργανογράμματα. Οι στρατιώτες τείνουν να φθείρονται.
Πίσω από την έννοια του μακρόχρονου πολέμου βρίσκουμε τέσσερις βασικές αντιλήψεις: πρώτον ότι η ισλαμική τρομοκρατία δεν είναι μια απειλή την οποία πρέπει απλά να αποδεχθούμε, αλλά ότι η μάχη εναντίον της μπορεί να κερδηθεί. Δεύτερον ότι οι μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεις εναντίον της ισλαμικής τρομοκρατίας, όπως το Ιράκ και το Αφγανιστάν, βοηθούν στην επίτευξη αυτού του στόχου. Τρίτον ότι οι ΗΠΑ είναι ικανές να διεξάγουν έναν μακρόχρονο πόλεμο δίχως τεράστιες μεταβολές της ζωής στο εσωτερικό της χώρας. Τέταρτον ότι αυτή θα πρέπει να συνεχίσει να είναι η κεντρική ιδέα της στρατηγικής των ΗΠΑ επ’ άπειρον και ανεξαρτήτως των υπόλοιπων τεκταινόμενων παγκοσμίως -με άλλα λόγια ότι πρόκειται για τη σημαντικότερη από τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ.
Η εισβολή στο Αφγανιστάν βρίσκει ενδεχομένως στρατηγική δικαιολόγηση ως μέσο για την αποδιοργάνωση της Αλ Κάιντα και την πρόληψη ενδεχόμενων επιθέσεων στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Η εισβολή στο Ιράκ βασιζόταν στην εσφαλμένη πεποίθηση ότι οι Ιρακινοί δεν θα αντιστέκονταν στην εισβολή. Όσο όμως αυτοί οι πόλεμοι προχωρούσαν, όσο η στρατιωτική κατάσταση δυσκόλευε, τόσο επεκτείνονταν οι στόχοι τους. Σύμφωνα με την τελευταία από αυτές τις επεκτάσεις, οι ΗΠΑ έχουν ξεκινήσει έναν πόλεμο απεριόριστης χρονικής διάρκειας, πρέπει να χρησιμοποιήσουν αποκλειστικά τις διαθέσιμες δυνάμεις τους για να τον φέρουν εις πέρας και το εγχείρημα περιλαμβάνει την κατοχή μεγάλων και εχθρικών ξένων χωρών.
 Όπως υποστήριξα στο τελευταίο μου βιβλίο με τίτλο The Next Decade [η επόμενη δεκαετία], ο μεγάλος κίνδυνος που ενέχεται στη μετατροπή σε αυτοκρατορία, είναι οι απειλές που ταυτόχρονα θα αντιμετωπίζει η δημοκρατία [republic]. Έπειτα από την πτώση της ΕΣΣΔ, οι ΗΠΑ απέμειναν η μοναδική υπερδύναμη του πλανήτη, η μοναδική δύναμη που συνδυάζει στρατιωτική, οικονομική και πολιτική ισχύ σε πλανητική κλίμακα. Αυτό ήταν το μέγεθος της αμερικανικής ισχύος, είτε οι ΗΠΑ την ήθελαν είτε όχι. Μόλις μια δεκαετία έπειτα από την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης συνέβη η 11η Σεπτέμβρη. Όποιες κι αν ήταν οι αρχικές προθέσεις τους, οι ΗΠΑ βρέθηκαν αναμεμειγμένες σε έναν πόλεμο που κράτησε για περισσότερο από δέκα χρόνια. Αυτός ο πόλεμος καταπόνησε τους πόρους των ΗΠΑ. Επίσης καταπόνησε την ίδια την υφή της αμερικανικής ζωής.
Οι απειλές προς την δημοκρατία προέρχονται από διάφορες κατευθύνσεις, από τη δημιουργία συστημάτων εθνικής άμυνας που υπονομεύουν τις δημοκρατικές αρχές, μέχρι την υπερεκτίμηση των στρατιωτικών δυνατοτήτων, μέχρι την δέσμευση της δημοκρατίας σε έναν πόλεμο με ασαφές τέλος και ανεπαρκή μέσα. Ο πόλεμος μεταμορφώνει τα κράτη· ο μακρόχρονος πόλεμος μεταμορφώνει την ζωή στην ενδοχώρα και δημιουργεί σημαντικές ανισορροπίες στην εξωτερική πολιτική. Πάνω απ’ όλα όμως, δημιουργεί μία τάξη επαγγελματιών αφοσιωμένη στη διεξαγωγή πολέμων που θεωρούνται απεριόριστοι. Την ίδια στιγμή, η υπόλοιπη κοινωνία, αν και πληρώνει τους λογαριασμούς, δεν βλέπει τον πόλεμο σαν κομμάτι της καθημερινής ζωής. Όπως διδάσκει η ιστορία, η αποξένωση του πολίτη από τον στρατιώτη, σε ένα έθνος που αγωνίζεται να συμφιλιώσει την παγκόσμια ισχύ του με τους δημοκρατικούς θεσμούς, μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά επικίνδυνη.
Η κατάσταση όμως καθίσταται ακόμη περισσότερο επικίνδυνη αν λάβουμε υπ’ όψη ότι οι ένοπλες δυνάμεις φτάνουν τα όριά τους. Η αντίσταση στην τρομοκρατία είναι ένα εγχείρημα σημαντικό. Η καταστροφή της τρομοκρατίας από την άλλη είναι αυταπάτη άνευ προηγουμένου. Η συνέχιση του μακρόχρονου πολέμου αποκλειστικά με τις διαθέσιμες δυνάμεις, θέτει σε κίνηση διαδικασίες που απειλούν τη δημοκρατία δίχως να διασφαλίζουν τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Ακόμη όμως και αν αφήσουμε κατά μέρος τον κίνδυνο για τη δημοκρατία, ένα ένοπλο σώμα που έχει φτάσει στα όριά του και αφήνεται να διεξάγει έναν πόλεμο στο περιθώριο της εθνικής συνείδησης, πολύ απλά, αποκλείεται να είναι αποτελεσματικό.

 

 


  Αμερικανός «εθελοντής» ποζάρει με φόντο ελεγχόμενη έκρηξη. Προφανώς σκοπεύει να ποστάρει τη φωτό στο Φέισμπουκ.