23 Ιουνίου, 2017

 

 

 


  
 

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
#55

3/2017

 

 

 

Θα το βρείτε σε βιβλιοπωλεία
και περίπτερα των εξαρχείων 
και σε αυτοδιαχειριζόμενους
κοινωνικούς χώρους.
[Αναλυτικά τα σημεία διακίνησης]


Για ταχυδρομική αποστολή του 
τρέχοντος ή παλαιότερων τευχών 
στείλτε mail στο
antifascripta@yahoo.com

 

 

 



 

ΞΑΝΑΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
 

Martin Lux
  ANTIFASCIST '77
Σύντομη ιστορία του
βρετανικού αντιφασισμού
σε πρώτο πρόσωπο (1970-1980)

από τις εκδόσεις antifa scripta
  Ιούνης 2017

 

 

 

 


 

Ο Zbigniew Brzezinski διετέλεσε σύμβουλος εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ το διάστημα 1977-1981, υπό τον πρόεδρο Τζίμι Κάρτερ. Είναι ειδικός σε θέματα γεωπολιτικής και διεθνών σχέσεων. Οι αναλύσεις του είναι ωμές και πέραν πάσης αμφιβολίας φιλοπόλεμες. Κατά τη γνώμη του η κυριαρχία της αμερικανικής αυτοκρατορίας δε μπορεί παρά να βασίζεται σε ένα συνδυασμό στρατιωτικής ισχύος και ορθών γεωπολιτικών κινήσεων. Στο ευρύ κοινό έγινε γνωστός με την έκδοση του βιβλίου του «Η Μεγάλη Σκακιέρα», όπου αναλύονται οι συσχετισμοί δύναμης σε πλανητική κλίμακα από τη σκοπιά των αμερικανικών συμφερόντων.
Το άρθρο που μεταφράσαμε και δημοσιεύουμε παρακάτω έχει τον εύγλωττο τίτλο «Τι πρέπει να γίνει;». Σ’ αυτό ο Brzezinski εκφράζει τη συγκρατημένη του οργή για την ολιγωρία της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στη ρωσική επιθετικότητα, έτσι όπως εκφράζεται εσχάτως στις σχέσεις της με την Ουκρανία. Πιστός οπαδός της γνώμης «Si vis pacem para bellum» ο Brzezinski διατυπώνει την άποψη ότι η ιμπεριαλιστική πολιτική του Πούτιν δε θα σταματήσει, παρά μόνον αν βρει απέναντί της την αποφασισμένη και ρωμαλέα αμερικανική στρατιωτική μηχανή. Δημοσιεύτηκε στη Washington Post, στις 4 Μαρτίου του 2014.
[Η μετάφραση έγινε από τον Οδυσσέα τον οποίο και ευχαριστούμε]


 

Τι πρέπει να γίνει;
Η επιθετικότητα του Πούτιν στην Ουκρανία δεν πρέπει να μείνει αναπάντητη

του Zbigniew Brzezinski



 Σε ό,τι αφορά την επίθεση της Ρωσίας ενάντια στην Ουκρανία, πολλά εξαρτώνται από το τι θα κάνει ο Πούτιν το επόμενο διάστημα. Και το τι θα κάνει ο Πούτιν δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο πιθανή θεωρεί μια απάντηση του ΝΑΤΟ (και ιδιαίτερα των ΗΠΑ), αλλά και από το πόσο επίμονη φαντάζεται την αντίδραση του ουκρανικού λαού σε μια περαιτέρω κλιμάκωση της έντασης εκ μέρους της Ρωσίας. Άρα, με τη σειρά της, η όποια απάντηση της Ουκρανίας θα εξαρτηθεί από δυο παράγοντες: αφενός από τη στάση που θα κρατήσουν οι πολίτες της απέναντι σε οποιαδήποτε επανάληψη της επιθετικότητας που επέδειξε ο Πούτιν στην Κριμαία, κι αφετέρου απ’ το κατά πόσο το έθνος πιστεύει πως οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ αποτελούν αληθινοί σύμμαχοι.

Οι τακτικές που ακολούθησε ο Πούτιν για να καταλάβει την Κριμαία αποτελούν επίδειξη τσαμπουκά• την ίδια στιγμή είναι ενδεικτικές των σχεδίων του. Ο Πούτιν γνώριζε εκ των προτέρων ότι η σχεδόν απροσχημάτιστη εισβολή του θα τύγχανε λαϊκής υποστήριξης από την ρωσική πλειοψηφία της Κριμαίας. Ωστόσο δεν ήταν βέβαιος για το είδος της αντίστασης που θα πρόβαλλαν οι ελαφρώς οπλισμένες ουκρανικές μονάδες που στάθμευαν στην περιοχή. Ως εκ τούτου εισέβαλε σαν μαφιόζος γκάνγκστερ. Σε περίπτωση που συναντούσε ισχυρή ουκρανική αντίσταση, θα διερρήγνυε τα ιμάτια του ότι δεν έχει την παραμικρή σχέση και θα υπαναχωρούσε.

Αυτή η πρώτη του επιτυχία, ίσως τον παροτρύνει να επαναλάβει τα ανδραγαθήματά του στις απομακρυσμένες ανατολικές επαρχίες της Ουκρανίας – δίχως αυτή τη φορά να νιώθει υποχρεωμένος να τηρήσει τα προσχήματα. Κι αν τα σχέδιά του στεφθούν ξανά με επιτυχία, η τρίτη και τελευταία φάση θα έχει στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης του Κιέβου με διπλό τρόπο: απ’ τη μια με τη δημιουργία πολιτικών αναταραχών και απ’ την άλλη με την όλο και πιο ανοιχτή χρήση ρωσικής στρατιωτικής δύναμης. Αυτό που θα συμβεί θα μοιάζει με την, σε δύο φάσεις, κατάληψη της Τσεχοσλοβακίας από τον Χίτλερ: αφού πρώτα προσάρτησε τη Σουδητία1 με τη Συμφωνία του Μονάχου το 1938, κατέλαβε κατόπιν την Πράγα και ολόκληρη την Τσεχοσλοβακία στις αρχές του 1939.

Οπωσδήποτε πολλά θα εξαρτηθούν απ’ το πόσο ξεκάθαρο θα κάνει η Δύση στον δικτάτορα του Κρεμλίνου (αυτή την ολίγον τι καρικατούρα του Μουσολίνι αλλά, κυρίως, την απειλητική υπόμνηση του Χίτλερ) ότι το ΝΑΤΟ δεν πρόκειται να παραμείνει ουδέτερο σε περίπτωση πολέμου στην Ευρώπη. Αν η Ουκρανία συντριβεί υπό το απαθές βλέμμα της Δύσης, η όψιμη ελευθερία και ασφάλεια των όμορων κρατών της Ρουμανίας, της Πολωνίας και των τριών Δημοκρατιών της Βαλτικής θα τεθούν εν αμφιβόλω.

Σε καμία περίπτωση πάντως δεν πρέπει να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι η Δύση, ή οι Ηνωμένες Πολιτείες, οφείλουν να επισείσουν την απειλή του πολέμου. Οι μονομερείς κι απειλητικές κινήσεις της Ρωσίας ωστόσο, δεν αφήνουν καμία διέξοδο στη Δύση πέρα απ’ την άμεση αναγνώριση της νομιμότητας της παρούσας ουκρανικής κυβέρνησης. Το έωλο νομικό στάτους της τελευταίας, είναι πιθανό να δελέαζε τον Πούτιν να επαναλάβει την οπερέτα της Κριμαίας. Κατά τα άλλα, η Δύση θα πρέπει να καταστήσει σαφές - με έμμεσο προς το παρόν τρόπο, ώστε να μην ταπεινώνει τη Ρωσία - ότι ο ουκρανικός στρατός μπορεί να βασίζεται στην άμεση και αποφασιστική συνδρομή της Δύσης σε ό,τι αφορά την ενίσχυση των αμυντικών του δυνατοτήτων. Στον Πούτιν δε θα πρέπει να απομείνει η παραμικρή αμφιβολία πως μια επίθεση στην Ουκρανία θα οδηγήσει σε μια παρατεταμένη και πολυδάπανη εμπλοκή. Αλλά και οι Ουκρανοί θα πρέπει να νιώθουν σίγουροι ότι σε καμία περίπτωση δε θα αφεθούν στην μοίρα τους.

Εντωμεταξύ, οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ πρέπει να τεθούν σε επιφυλακή, όπως προβλέπει η κατάσταση έκτακτης ανάγκης του οργανισμού. Η υψηλή ετοιμότητα για την άμεση μεταφορά μονάδων της αμερικανικής αεροπορίας στην Ευρώπη θα είχε ταυτόχρονα πολιτική και στρατιωτική σημασία. Στο βαθμό που η Δύση επιθυμεί να αποφύγει τη σύγκρουση, δεν πρέπει να αφήσει ίχνος αμφιβολίας στο Κρεμλίνο ως προς το κόστος που θα επέφεραν περαιτέρω βίαιες, τυχοδιωκτικές ενέργειες στην Κεντρική Ευρώπη.

Και βέβαια, οι προσπάθειες πρόληψης λανθασμένων χειρισμών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πόλεμο, δε μπορούν παρά να συμβαδίζουν με την επανεπιβεβαίωση των ειρηνικών προθέσεων της Δύσης, δε μπορούν παρά να τείνουν χείρα φιλίας στη Ρωσία. Οι προσπάθειες για την πολιτική σταθεροποίηση και την οικονομική ανόρθωση της Ουκρανίας θα πρέπει να καταβληθούν από κοινού. Η Δύση πρέπει να ξανακερδίσει την εμπιστοσύνη της Ρωσίας στα εξής δυο πράγματα: πρώτον στο ότι δεν αποβλέπει στον προσεταιρισμό της Ουκρανίας στους κόλπους του ΝΑΤΟ και δεύτερον στο ότι δε θέλει να τη στρέψει εναντίον της Ρωσίας. Προφανώς οι ίδιοι οι Ουκρανοί έχουν κάθε δικαίωμα να καθορίζουν και το είδος της σχέσης τους με την Ευρώπη και την έκταση της οικονομικής συνεργασίας τους με την Ρωσία, προς όφελος της ειρήνης και της σταθερότητας στην Ευρώπη. Κι ύστερα απ’ τις εκλογές του Μαΐου, θα μπορούν να επανεξετάσουν ορισμένες απ’ τις λεπτομέρειες που διέπουν το ειδικό καθεστώς υπό το οποίο τελεί η Κριμαία. Επουδενί βέβαια μια τέτοια επανεξέταση δεν είναι δυνατόν να συμβεί τη στιγμή που αντιμετωπίζουν απειλή ή επίθεση από κάποιο γείτονα, στη βάση ιμπεριαλιστικών ή προσωπικών φιλοδοξιών.


[1] Έτσι ονομάζονταν οι δυτικές επαρχίες της Τσεχοσλοβακίας κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Στο πρωτότυπο Sudetenland.
         

 

 

 

 
 Σε κείνο το παλιό βιβλίο [Η Μεγάλη Σκακιέρα, 1997] γράφονταν πράγματα του είδους: «Αν η Μόσχα ανακτήσει τον έλεγχο της Ουκρανίας, με τον πληθυσμό των 52 εκατομμυρίων, τους σημαντικούς πλουτοπαραγωγικούς πόρους και την πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα, η Ρωσία θα ανακτήσει αυτόματα τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να γίνει ισχυρό αυτοκρατορικό κράτος, που θα ενώνει την Ευρώπη και την Ασία. Αν η Ουκρανία έχανε την ανεξαρτησία της, αυτό θα είχε άμεσες συνέπειες για την κεντρική Ευρώπη, μετασχηματίζοντας την Πολωνία στον γεωπολιτικό άξονα του ανατολικού συνόρου της ενωμένης Ευρώπης». Ενδιαφέρον.