23 Ιουνίου, 2017

 

 

 


  
 

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
#55

3/2017

 

 

 

Θα το βρείτε σε βιβλιοπωλεία
και περίπτερα των εξαρχείων 
και σε αυτοδιαχειριζόμενους
κοινωνικούς χώρους.
[Αναλυτικά τα σημεία διακίνησης]


Για ταχυδρομική αποστολή του 
τρέχοντος ή παλαιότερων τευχών 
στείλτε mail στο
antifascripta@yahoo.com

 

 

 

Οι μεταφράσεις και οι λοιπές εργασίες που απαιτούνται γι’ αυτή τη σελίδα συνήθως έχουν γίνει από την ομάδα antifa scripta. Σε αντίθετη περίπτωση, αναφέρεται το όνομα του μεταφραστή.

 


Τεκμηρίωση

Οι απόψεις οφείλουν να επικυρώνονται, να μετασχηματίζονται, να απορρίπτονται μέσα στην πεισματική πραγματικότητα της Ιστορίας. Η τεκμηρίωση συνεπώς δεν στηρίζει μόνο το ήδη κατακτημένο, μπορεί να ανοίξει και νέα μονοπάτια κριτικής αυτού του κόσμου.




 



 

ΞΑΝΑΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
 

Martin Lux
  ANTIFASCIST '77
Σύντομη ιστορία του
βρετανικού αντιφασισμού
σε πρώτο πρόσωπο (1970-1980)

από τις εκδόσεις antifa scripta
  Ιούνης 2017

 

 

 

 


 

Πόση πίεση μπορεί να ασκήσει η διεθνής οικονομική κρίση και πόσο ανεπαρκές μπορεί να αποδειχτεί το παραγωγικό μοντέλο πάνω στο οποίο χτίστηκε το κινεζικό “οικονομικό θαύμα” των τελευταίων δεκαετιών; Ποια είναι τα “ευαίσθητα σημεία” του κινεζικού κράτους και πόσο πολύ μπορούν αυτά να το φρενάρουν στην κούρσα του ανταγωνισμού του με τα άλλα κράτη; Στο κείμενο που ακολουθεί και δημοσιεύθηκε στις 6 Μάρτη του 2012 στην ιστοσελίδα του αμερικανικού think tank Stratfor, ο γνωστός κύριος George Friedman εκφράζει την άποψή του για τα σημερινά προβλήματα του κινέζικου καπιταλισμού, μιλώντας με τον χαρακτηριστικό (και εντυπωσιακό κατά μία έννοια) εκείνο τρόπο των “ειδικών αναλυτών”/πρακτόρων που περιγράφουν τον διακρατικό ανταγωνισμό μέσα από τα μάτια των αφεντικών. Ο κύριος Friedman δεν χάνει, φυσικά, την ευκαιρία να υπενθυμίσει ότι το αμερικανικό κράτος είναι σε θέση να επιβάλει τα συμφέροντά του γιατί διαθέτει μια στρατιωτική ισχύ που δεν είναι και τόσο εύκολο να περάσει “απαρατήρητη” και η οποία επιδεικνύει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις παγκόσμιες θαλάσσιες διαδρομές, που ως γνωστόν είναι και διαδρομές του παγκόσμιου εμπορίου.
[Πρωτότυπος τίτλος: Η παγκόσμια κατάσταση, μέρος 2ο: αξιολογώντας τη στρατηγική της Κίνας]


Τι γυρεύει η Κίνα στο παζάρι;


Για να το θέσουμε απλά, η Κίνα έχει τρία βασικά στρατηγικά συμφέροντα, με πρώτο και κύριο τη διατήρηση της εσωτερικής ασφάλειας. Ιστορικά, όποτε η Κίνα εμπλέκεται στο παγκόσμιο εμπόριο, όπως έκανε τον 19ο και 20ο αιώνα, οι παράκτιες περιοχές της ευδοκιμούν, ενώ η ενδοχώρα – η οποία ξεκινά σε μια απόσταση 160 χιλιομέτρων (100 μιλίων) από την ακτή και διατρέχει περίπου 1.600 χιλιόμετρα προς τη δύση – μαραζώνει. Περίπου τα δύο τρίτα των κινέζων πολιτών έχουν αυτή τη στιγμή οικογενειακό εισόδημα χαμηλότερο από το μέσο οικογενειακό εισόδημα στη Βολιβία. Η πλειοψηφία των φτωχών κινέζων βρίσκεται στα δυτικά των πλουσιότερων παράκτιων περιοχών. Αυτή η ανισότητα στον πλούτο έχει κατά καιρούς αυξήσει τις εντάσεις μεταξύ των συμφερόντων των παραλίων και αυτών της ενδοχώρας. Μάλιστα, μετά από μια αποτυχημένη εξέγερση στη Σανγκάη το 1927, ο Μάο Τσετούνγκ εκμεταλλεύτηκε αυτές ακριβώς τις εντάσεις επιχειρώντας τη Μεγάλη Πορεία στην ενδοχώρα, δημιουργώντας έναν στρατό χωρικών και τελικά κατακτώντας τις παράκτιες περιοχές. Απέκλεισε έτσι την Κίνα από το διεθνές εμπορικό σύστημα, καθιστώντας την μια χώρα με περισσότερη ενότητα και ισότητα, αλλά και εξαιρετικά φτωχή.

Η τωρινή κυβέρνηση αναζήτησε πιο φιλικά προς τον πλούτο μέσα για την επίτευξη της σταθερότητας: όπως το να εξαγοράσει τη λαϊκή αφοσίωση με τη μαζική απασχόληση. Τα σχέδια για βιομηχανική επέκταση λαμβάνουν ελάχιστα υπόψη τους τις αγορές και τα όριά τους· αντιθέτα, ο βασικός στόχος είναι η μεγιστοποίηση της απασχόλησης. Οι ιδιωτικές αποταμιεύσεις αξιοποιούνται για να χρηματοδοτήσουν τη βιομηχανική προσπάθεια, αφήνοντας έτσι ελάχιστο εσωτερικό κεφάλαιο για να αγοραστούν τα παραγόμενα προϊόντα. Κατά συνέπεια, η Κίνα πρέπει να εξάγει.

Το δεύτερο στρατηγικό συμφέρον της Κίνας πηγάζει από το πρώτο. Η βιομηχανική βάση της έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να παράγει περισσότερα από ό,τι η εγχώρια οικονομία μπορεί να καταναλώσει, οπότε η Κίνα πρέπει να εξάγει αγαθά στον υπόλοιπο κόσμο και ταυτόχρονα να εισάγει πρώτες ύλες. Κάτι που σημαίνει ότι οι Κινέζοι πρέπει να κάνουν τα αδύνατα δυνατά για να εξασφαλίσουν τη διεθνή ζήτηση για τις εξαγωγές τους. Αυτό περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, από το να επενδύουν χρήματα στις οικονομίες των καταναλωτριών χωρών, μέχρι να εξασφαλίζουν απρόσκοπτη πρόσβαση στις παγκόσμιες θαλάσσιες διαδρομές.

Το τρίτο στρατηγικό συμφέρον είναι η διατήρηση του ελέγχου στα κράτη ανάσχεσης. (buffer states)[1]. Ο πληθυσμός της ιστορικής εθνότητας των Χαν[2] που είναι εγκατεστημένος στην ενδοχώρα, βρίσκεται συγκεντρωμένος στο ανατολικό ένα τρίτο της χώρας, το οποίο λόγω των άφθονων βροχοπτώσεων διακρίνεται από τα πολύ πιο ξηρά και άγονα δύο τρίτα που αποτελούν το κεντρικό και δυτικό κομμάτι. Η επιβίωση της Κίνας βασίζεται, λοιπόν, στον έλεγχο των τεσσάρων κρατών/επαρχιών ανάσχεσης που την περιβάλλουν και όπου κατοικούν πληθυσμοί που δεν ανήκουν στην εθνότητα των Χαν: Μαντζουρία, Εσωτερική Μογγολία, Ξινγιάνγκ και Θιβέτ. Σιγουρεύοντας αυτές τις περιοχές, η Κίνα εξασφαλίζει τον εαυτό της απέναντι στη Ρωσία από τον Βορρά, απέναντι σε οποιαδήποτε επίθεση από τις δυτικές στέπες και επίσης απέναντι σε οποιαδήποτε επίθεση από την Ινδία ή την Νοτιοανατολική Ασία.

Ο έλεγχος των επαρχιών ανάσχεσης παρέχει στην Κίνα γεωγραφικά εμπόδια – ζούγκλες, βουνά, στέπες και την αχανή γη της Σιβηρίας – τα οποία δύσκολα μπορεί κανείς να υπερβεί, και δημιουργεί μια άμυνα σε βάθος που φέρνει τον οποιοδήποτε επιτιθέμενο σε πολύ μειονεκτική θέση.

Αμφισβητούμενα συμφέροντα

Σήμερα, και τα τρία αυτά συμφέροντα της Κίνας τίθενται σε αμφισβήτιση.
Η οικονομική ύφεση στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, τους δύο βασικούς πελάτες της Κίνας, εκθέτει τις κινεζικές εξαγωγές σε αυξανόμενο ανταγωνισμό και μειωμένη ζήτηση. Εν τω μεταξύ, η Κίνα δεν έχει μέχρι στιγμής σταθεί ικανή ούτε να αυξήσει την εσωτερική ζήτηση ούτε να εγγυηθεί την πρόσβαση στις πλανητικές θαλάσσιες διαδρομές, ανεξαρτήτως των διαθέσεων του αμερικανικού ναυτικού.

Οι ίδιες αυτές οικονομικές πιέσεις δημιουργούν προβλήματα και στην εγχώρια αγορά της Κίνας. Από τη μια, οι πλουσιότερες παράκτιες περιοχές εξαρτώνται από το εμπόριο που πλέον παραπαίει και από την άλλη, το φτωχό εσωτερικό χρειάζεται επιδοτήσεις που δύσκολα δίνονται όταν η οικονομική ανάπτυξη επιβραδύνεται σημαντικά.

Επιπλέον, σε δύο περιοχές ανάσχεσης της Κίνας η κατάσταση είναι ρευστή. Διάφορα στοιχεία στο Θιβέτ και την Ξινγιάνγκ αντιστέκονται σθεναρά στην κατοχή των κινέζων Χαν. Η Κίνα κατανοεί ότι η απώλεια αυτών των περιοχών θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρότατες απειλές για την ασφάλειά της, ιδιαίτερα εάν αυτές οι απώλειες θα έφερναν την Ινδία στα βόρεια των Ιμαλαΐων ή θα συνέβαλαν στην εγκαθίδρυση ενός ριζοσπαστικού ισλαμικού καθεστώτος στην Ξινγιάνγκ.

Η κατάσταση στο Θιβέτ είναι δυνητικά η πιο ανησυχητική. Ένας άμεσος πόλεμος μεταξύ Ινδίας και Κίνας - οτιδήποτε τέλος πάντων πέρα από ασήμαντες αψιμαχίες – είναι αδύνατος όσο οι δυο τους χωρίζονται από τα Ιμαλάια. Καμία από τις δύο πλευρές δεν θα μπορούσε να στηρίξει υλικοτεχνικά έναν πολυεπίπεδο πόλεμο μεγάλης κλίμακας σε εκείνο το έδαφος. Παρόλ’ αυτά, και οι δύο οι χώρες θα μπορούσαν να γίνουν απειλή η μία για την άλλη, εάν περνούσαν τα Ιμαλάια και εδραίωναν τη στρατιωτική τους παρουσία σε οποιαδήποτε από τις δύο πλευρές της οροσειράς. Κίνδυνο για την Ινδία θα συνιστούσε η εισβολή μεγάλου αριθμού κινεζικών δυνάμεων στο Πακιστάν. Αντίστοιχα για την Κίνα, ο κίνδυνος θα εμφανιζόταν με την εισβολή μεγάλου αριθμού στρατευμάτων της Ινδίας στο Θιβέτ.

Η Κίνα, ως εκ τούτου, συνεχώς τηρεί μια στάση σαν να επρόκειτο να στείλει μεγάλο αριθμό δυνάμεων στο Πακιστάν. Σε τελική ανάλυση, όμως, οι Πακιστανοί καθόλου δεν ενδιαφέρονται για μια ντε φάκτο κινεζική κατοχή - ακόμα και αν η κατοχή αυτή στρεφόταν εναντίον της Ινδίας. Ομοίως, οι Κινέζοι δεν ενδιαφέρονται να αναλάβουν στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Πακιστάν. Οι Ινδοί με τη σειρά τους, δείχνουν μικρό ενδιαφέρον για την αποστολή δυνάμεων στο Θιβέτ σε περίπτωση μιας θιβετιανής επανάστασης. Ένα ανεξάρτητο Θιβέτ, χωρίς κινεζικές δυνάμεις, αποτελεί μια ενδιαφέρουσα προοπτική για την Ινδία. Παρόλ’ αυτά, ένα Θιβέτ στο οποίο οι Ινδοί θα έπρεπε να δεσμεύσουν σημαντικό κομμάτι των δυνάμεών τους δεν μοιάζει και τόσο ενδιαφέρον. Όσο και αν οι Θιβετιανοί αποτελούν πρόβλημα για την Κίνα, το πρόβλημα αυτό είναι διαχειρίσιμο. Οι Θιβετιανοί αντάρτες μπορεί να λαμβάνουν κάποια ελάχιστη υποστήριξη και ενθάρρυνση από την Ινδία, αλλά σίγουρα όχι σε βαθμό που κάτι τέτοιο θα έθετε σε κίνδυνο τον κινεζικό έλεγχο.

Όσο τα εσωτερικά προβλήματα στην Κίνα των Χαν παραμένουν διαχειρίσιμα, το ίδιο συμβαίνει και με την κινεζική κυριαρχία στις επαρχίες ανάσχεσης, έστω κι αν αυτό απαιτεί κάποια προσπάθεια και κάπως χαλάει τη φήμη της Κίνας στο εξωτερικό. Σε κάθε περίπτωση, το κλειδί για την Κίνα είναι η διατήρηση της σταθερότητας στο εσωτερικό της. Αν το τμήμα αυτό της Κίνας των Χαν αποσταθεροποιηθεί, ο έλεγχος των επαρχιών ανάσχεσης καθίσταται αδύνατος. Η διατήρηση της σταθερότητας στο εσωτερικό απαιτεί τη μεταφορά πόρων, η οποία με τη σειρά της απαιτεί τη συνεχιζόμενη, ισχυρή ανάπτυξη της κινεζικής οικονομίας των παράκτιων περιοχών για τη δημιουργία του κεφαλαίου που μεταφέρεται στην ενδοχώρα. Αν κάποια στιγμή οι εξαγωγές σταματήσουν να ρέουν προς το εξωτερικό και οι πρώτες ύλες σταματήσουν να ρέουν προς το εσωτερικό, τα εισοδήματα στο εσωτερικό της χώρας θα πέσουν σε βαθμό που η χώρα θα οδηγηθεί σε καταστάσεις πολιτικά εκρηκτικές (σήμερα η Κίνα απέχει πολύ από την επανάσταση, ωστόσο οι κοινωνικές εντάσεις αυξάνονται και γι’ αυτό πρέπει να χρησιμοποιεί τον μηχανισμό ασφάλειας και τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό για να ελέγχει τις εν λόγω εντάσεις).

Η διατήρηση αυτών των εξαγωγών/εισαγωγών συνιστά μια σημαντική πρόκληση. Το ίδιο το μοντέλο της απασχόλησης και η υπερίσχυση του μεριδίου αγοράς έναντι της κερδοφορίας έχει ως αποτέλεσμα την κακοδιαχείριση πάρα πολλών πόρων και κόβει τη σύνδεση μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, η οποία σε κανονικές συνθήκες αυτορυθμίζεται. Ένα από τα πιο ενοχλητικά αποτελέσματα της κατάστασης αυτής είναι ο πληθωρισμός, ο οποίος αυξάνει το κόστος των επιδοτήσεων στο εσωτερικό, ενώ ταυτόχρονα διαβρώνει την ανταγωνιστικότητα της Κίνας σε σχέση με άλλους παγκόσμιους εξαγωγείς προϊόντων χαμηλού κόστους.

Από τη σκοπιά των Κινέζων, κάτι τέτοιο αποτελεί στρατηγική πρόκληση· πρόκληση που μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με την αύξηση της κερδοφορίας της κινεζικής οικονομικής δραστηριότητας. Αυτό όμως είναι σχεδόν αδύνατον για παραγωγούς προϊόντων χαμηλής προστιθέμενης αξίας. Η λύση είναι η στροφή προς την παραγωγή προϊόντων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας (λιγότερα παπούτσια, περισσότερα αυτοκίνητα), η οποία όμως με τη σειρά της απαιτεί ένα διαφορετικό είδος εργατικής δύναμης, με πολύ περισσότερα χρόνια εκπαίδευσης και εμπειρίας απ’ ό,τι ο μέσος κινέζος εργάτης των παραλίων, πόσο μάλλον της ενδοχώρας. Ταυτόχρονα, μια τέτοια μεταστροφή θα σήμαινε τον άμεσο ανταγωνισμό με τις ήδη καλά εδραιωμένες οικονομίες της Ιαπωνίας, της Γερμανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό είναι το στρατηγικό πεδίο μάχης στο οποίο η Κίνα πρέπει να διεξάγει τις επιθέσεις της, αν θέλει να διατηρήσει τη σταθερότητά της.

Μια στρατιωτική συνιστώσα

Εκτός από τα θέματα που αφορούν το οικονομικό μοντέλο της, η Κίνα αντιμετωπίζει επίσης ένα κατά βάσει στρατιωτικό πρόβλημα. Η Κίνα εξαρτάται από την ανοικτή θάλασσα για να επιβιώσει. Ο σχηματισμός της Νότιας Κινεζικής Θάλασσας και της Ανατολικής Κινεζικής Θάλασσας καθιστούν τον αποκλεισμό της σχετικά εύκολο. Η Ανατολική Κινεζική Θάλασσα περιορίζεται από μια γραμμή που εκτείνεται από την Κορέα ως την Ιαπωνία και την Ταϊβάν, καθώς και από μια σειρά νησιών που βρίσκονται ανάμεσα στην Ιαπωνία και την Ταϊβάν. Η Νότια Κινεζική Θάλασσα περιορίζεται ακόμα περισσότερο από μια γραμμή που εκτείνεται από την Ταϊβάν ως τις Φιλιππίνες και από την Ινδονησία ως τη Σιγκαπούρη. Η μεγαλύτερη στρατηγικής φύσης ανησυχία του Πεκίνου είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επιβάλουν τον αποκλεισμό της Κίνας, όχι με την τοποθέτηση του 7ου στόλου στα νησιωτικά συμπλέγματα που λειτουργούν ως όριο, αλλά έξω από αυτά. Από εκείνο το σημείο, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να αναγκάσουν την Κίνα να στείλει τις ναυτικές της δυνάμεις μακριά από την ηπειρωτική χώρα για να επιβάλουν την άρση του αποκλεισμού - και να αντιμετωπίσουν τα πολεμικά πλοία των ΗΠΑ - ενώ ταυτόχρονα [οι ΗΠΑ] θα εξακολουθούσαν να είναι σε θέση να αποκλείουν τις εξόδους της Κίνας.

Το γεγονός ότι η Κίνα δεν έχει ένα ναυτικό, ικανό να ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενισχύει το πρόβλημα. Η Κίνα βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της ολοκλήρωσης του πρώτου αεροπλανοφόρου της· πράγματι, το ναυτικό της είναι ανεπαρκές σε μέγεθος και ποιότητα για να ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρόλ’ αυτά, η υλικοτεχνική υποδομή του ναυτικού της δεν είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για την Κίνα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξόπλισαν το πρώτο αεροπλανοφόρο τους το 1922 και από τότε βελτιώνουν συνεχώς τόσο τη μεταφορική ικανότητα της αεροπορίας τους όσο και τις τακτικές των μάχιμων ομάδων τους. Για τη δημιουργία ναυάρχων και προσωπικού, ικανού να διοικεί τις μάχιμες ομάδες αεροπλανοφόρων, χρειάζονται γενιές. Δεδομένου ότι οι Κινέζοι δεν διέθεταν ποτέ μια μάχιμη ομάδα αεροπλανοφόρου, δεν είχαν και ποτέ ναυάρχους ικανούς να διοικούν μια τέτοια ομάδα.

Η Κίνα το αντιλαμβάνεται αυτό το πρόβλημα και έχει επιλέξει μια διαφορετική στρατηγική για να αποτρέψει έναν αμερικανικό ναυτικό αποκλεισμό. Έχει επιλέξει τα βλήματα κατά των ναυτικών σκαφών επιφάνειας, τα οποία, σε συνδυασμό με σημαντική παρουσία υποβρυχίων, είναι ικανά να προκαλέσουν εμπλοκή και ίσως να διαπεράσουν τα αμερικανικά αμυντικά συστήματα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν καμία απολύτως επιθυμία να εμπλακούν με τους Κινέζους, αλλά αν αυτό επρόκειτο να αλλάξει, η κινεζική απάντηση θα τις δυσκόλευε πολύ.

Κι ενώ η Κίνα έχει ένα ισχυρό χερσαίο πυραυλικό σύστημα, πρόκειται για ένα σύστημα που είναι εγγενώς ευάλωτο σε επιθέσεις από πυραύλους Κρουζ, αεροσκάφη, μη επανδρωμένα αεροσκάφη που είναι υπό εξέλιξη, καθώς και σε διάφορα άλλα είδη επίθεσης. Η ικανότητα της Κίνας να διεξάγει μια μάχη μεγάλης διάρκειας είναι περιορισμένη. Επιπλέον, μια πυραυλική στρατηγική λειτουργεί μόνο όταν συνυπάρχει με μια αποτελεσματική αναγνωριστική ικανότητα. Γιατί δεν μπορείς να καταστρέψεις ένα πλοίο, εάν δεν ξέρεις πού είναι. Κάτι που με τη σειρά του απαιτεί την ύπαρξη διαστημικών συστημάτων που να είναι σε θέση να εντοπίσουν τα πλοία των ΗΠΑ, καθώς και ένα ολοκληρωμένο σύστημα ελέγχου πυρός. Από εδώ προκύπτει το ερώτημα του κατά πόσον οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αντιδορυφορική δυνατότητα. Θα υποθέσουμε ότι έχουν και ότι εάν τη χρησιμοποιούσαν, η Κίνα θα έτριβε τα μάτια της.

Η Κίνα, ως εκ τούτου, ενισχύει αυτή τη στρατηγική με την απόκτηση πρόσβασης σε λιμάνια χωρών του Ινδικού Ωκεανού και εκτός της Νότιας Κινεζικής Θάλασσας. Το Πεκίνο έχει σχέδια για την κατασκευή λιμανιών στη Μιανμάρ, η οποία φλερτάρει με τον τερματισμό της διεθνούς της απομόνωσης, καθώς και στο Πακιστάν. Το Πεκίνο έχει ήδη χρηματοδοτήσει και αναπτύξει την πρόσβαση στα λιμάνια Γκουαντάρ στο Πακιστάν, Κολόμπο και Χαμπαντότα στη Σρι Λάνκα, Τσιταγκόνγκ στο Μπαγκλαντές, ενώ τρέφει ελπίδες και για ένα λιμάνι βαθέων υδάτων στο Sittwe της Μιανμάρ. Για να λειτουργήσει αυτή η στρατηγική, η Κίνα χρειάζεται μεταφορικές υποδομές που να την συνδέουν με τα λιμάνια. Αυτό σημαίνει εκτεταμένα σιδηροδρομικά και οδικά δίκτυα. Η δυσκολία όμως της οικοδόμησής τους στη Μιανμάρ, για παράδειγμα, δεν πρέπει να υποτιμάται.

Αλλά μεγαλύτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η Κίνα πρέπει να διατηρήσει τις πολιτικές σχέσεις που θα της επιτρέψουν να έχει πρόσβαση στα λιμάνια. Το Πακιστάν και η Μιανμάρ, για παράδειγμα, έχουν έναν βαθμό αστάθειας και η Κίνα δεν μπορεί να υποθέτει ότι στις χώρες αυτές θα υπάρχουν πάντα κυβερνήσεις με τις οποίες θα μπορεί να συνεργαστεί. Στην περίπτωση της Μιανμάρ, τα πρόσφατα πολιτικά ανοίγματα θα μπορούσαν να οδηγήσουν την Νάι Πι Τάου[3] (Naypyidaw) εκτός της σφαίρας επιρροής της Κίνας. Το να κατασκευάσουν, λοιπόν, λιμάνια και δρόμους και στη συνέχεια να ανακαλύψουν ότι μια αντι-κινέζικη κυβέρνηση έχει έρθει στα πράγματα μετά από ένα πραξικόπημα ή μετά από εκλογές αποτελεί πιθανό σενάριο. Δεδομένου ότι πρόκειται για ένα από τα θεμελιώδη στρατηγικά συμφέροντα της Κίνας, το Πεκίνο δεν μπορεί απλά να υποθέσει ότι η κατασκευή ενός λιμανιού θα συνεπάγεται αυτόματα και την απεριόριστη πρόσβαση σε αυτό. Κι εδώ να προστεθεί ότι οι δρόμοι και οι σιδηροδρομικές γραμμές εύκολα σαμποτάρονται από τις αντάρτικες δυνάμεις ή καταστρέφονται από αέρος ή μετά από επιθέσεις με πυραύλους.

Προκειμένου τα λιμάνια στον Ινδικό Ωκεανό να αποδειχθούν χρήσιμα, το Πεκίνο θα πρέπει να είναι σίγουρο για την ικανότητά του να ελέγχει την πολιτική κατάσταση στη χώρα υποδοχής για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτό το είδος του εκτεταμένου ελέγχου μπορεί να διασφαλιστεί μόνο μέσω της συντριπτικής ισχύος που θα επιβάλει την πρόσβαση στα λιμάνια και το δίκτυο μεταφοράς. Είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι, από τοτε που πήραν την εξουσία οι κομμουνιστές, η Κίνα έχει σπάνια διεξάγει επιθετικές στρατιωτικές επιχειρήσεις - και μάλιστα με ανεπιθύμητα αποτελέσματα. Η εισβολή στο Θιβέτ μπορεί να ήταν επιτυχής, αλλά αντιμετώπισε ελάχιστα αποτελεσματική αντίσταση. Η παρέμβασή της στην Κορέα πέτυχε μια ισοπαλία αλλά με φοβερό κόστος για τους Κινέζους, οι οποίοι υπέμειναν μεν τις απώλειες, έγιναν δε πολύ προσεκτικοί στη συνέχεια. Το 1979, επιτέθηκαν στο Βιετνάμ, αλλά υπέστησαν σημαντική ήττα. Η Κίνα έχει καταφέρει να προβάλει μια εικόνα του εαυτού της ως ικανής στρατιωτικής δύναμης, αλλά στην πραγματικότητα είχε μικρή εμπειρία στην προβολή ισχύος, κι η εμπειρία αυτή δεν ήταν ευχάριστη.

Εσωτερική ασφάλεια έναντι προβολής ισχύος

Η αιτία αυτής της απειρίας βρίσκεται στο ζήτημα της εσωτερικής ασφάλειας. Ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός της Κίνας (ΛΑΣ) έχει διαμορφωθεί κατά κύριο λόγο ως μια εγχώρια δύναμη ασφαλείας - μία αναγκαιότητα που προέκυψε λόγω της ιστορίας της Κίνας στις εσωτερικές εντάσεις. Το θέμα δεν είναι κατά πόσον η Κίνα βιώνει σήμερα τέτοιες εντάσεις· το θέμα είναι τι δυνατότητες έχει. Ένας συνετός στρατηγικός σχεδιασμός προϋποθέτει την ανάπτυξη δυνάμεων που να μπορούν να αντιμετωπίσουν ακόμη και το χειρότερο σενάριο. Το γεγονός όμως ότι έχει σχεδιαστεί με στόχο την εσωτερική ασφάλεια, καθιστά αποτρεπτική για τον ΛΑΣ, βάσει δόγματος και υλικοτεχνικής υποδομής, τη διεξαγωγή επιθετικών επιχειρήσεων. Το να χρησιμοποιηθούν δυνάμεις που έχουν εκπαιδευτεί για την εσωτερική ασφάλεια σε επιθετικές επιχειρήσεις οδηγεί είτε σε ήττα είτε σε πολύ επώδυνη ισοπαλία. Και με δεδομένο το μέγεθος των εσωτερικών ζητημάτων της Κίνας που δυνητικά θα προέκυπταν, καθώς και το πόσο δύσκολη είναι η κατάληψη μιας χώρας όπως η Μιανμάρ, πόσο μάλλον του Πακιστάν, η οικοδόμηση μιας δευτερεύουσας δύναμης που να μπορεί να ανταπεξέλθει σε αυτούς τους στόχους μπορεί να μην υπερβαίνει το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό της Κίνας, αλλά σίγουρα υπερβαίνει τις διοικητικές και υλικοτεχνικές της δυνατότητες. Ο ΛΑΣ σχεδιάστηκε με στόχο τον έλεγχο της Κίνας και όχι την εξωτερική προβολή ισχύος και οι στρατηγικές που χτίζονται γύρω από την πιθανή ανάγκη για προβολή ισχύος είναι στην καλύτερη περίπτωση ριψοκίνδυνες.

Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι από το 1980 οι Κινέζοι προσπαθούν να μεταβιβάσουν την αρμοδιότητα για την εσωτερική ασφάλεια στην Ένοπλη Λαϊκή Αστυνομία, στις συνοριακές δυνάμεις και σε άλλες δυνάμεις εσωτερικής ασφάλειας που έχουν πληθύνει και εκπαιδευτεί στη διαχείριση της κοινωνικής αστάθειας. Παρόλη όμως την αναδιάρθρωση, εξακολουθούν να υπάρχουν τεράστιοι περιορισμοί στην ικανότητα της Κίνας να προβάλει στρατιωτική ισχύ τέτοιας κλίμακας που να μπορεί να ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες άμεσα.

H αντίληψη, λοιπόν, που θέλει την Κίνα να είναι μια περιφερειακή δύναμη δεν συμβαδίζει με την πραγματικότητα. Η Κίνα μπορεί μεν να ελέγχει το εσωτερικό της, αλλά η ικανότητά της να ελέγχει τους γείτονές της μέσω στρατιωτικής ισχύος είναι περιορισμένη. Πράγματι, οι φόβοι περί κινεζικής εισβολής στην Ταϊβάν είναι αβάσιμοι. Η Κίνα δεν μπορεί να εξαπολύσει μια αμφίβια επίθεση σε τέτοια απόσταση, πόσο μάλλον να συντηρήσει υλικοτεχνικά παρατεταμένες εχθροπραξίες. Μια επιλογή που έχει η Κίνα είναι το να διεξάγει παράπλευρους ανταρτοπολέμους σε μέρη όπως οι Φιλιππίνες ή η Ινδονησία. Το βασικό πρόβλημα με τέτοιου τύπου πολέμους είναι ότι η Κίνα θέλει να κρατά ανοιχτές τις θαλάσσιες διαδρομές, ενώ οι αντάρτες – ακόμα και οι αντάρτες που είναι εξοπλισμένοι με πυραύλους κατά πλοίων ή νάρκες – μπορούν στην καλύτερη των περιπτώσεων να τις κλείνουν.

Πολιτική λύση

Ως εκ τούτου, η Κίνα αντιμετωπίζει ένα σημαντικό στρατηγικό πρόβλημα. Πρέπει να βασίσει τη στρατηγική της για την εθνική ασφάλεια στο τι είναι ικανές να κάνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και όχι σε ό,τι φαίνεται να θέλει αυτή τη στιγμή το Πεκίνο. Η Κίνα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τις Ηνωμένες Πολιτείες στη θάλασσα και η στρατηγική της κατασκευής λιμανιών στον Ινδικό Ωκεανό πάσχει λόγω του ότι το κόστος είναι τεράστιο και οι πολιτικές προϋποθέσεις, που θα της εξασφαλίζουν την πρόσβαση, αβέβαιες. Οι απαιτήσεις της δημιουργίας μιας δύναμης που θα είναι σε θέση να εγγυηθεί την πρόσβαση έρχονται σε αντίθεση με τις απαιτήσεις για την ασφάλεια στο εσωτερικό της ίδιας της Κίνας.

Όσο οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι η κυρίαρχη ναυτική δύναμη στον κόσμο, η στρατηγική της Κίνας πρέπει να είναι η πολιτική εξουδετέρωσή τους. Αλλά το Πεκίνο πρέπει να γνωρίζει ότι η Ουάσινγκτον δεν αισθάνεται τόση πίεση, ώστε να διαλέξει τον αποκλεισμό ως λύση. Ως εκ τούτου, η Κίνα πρέπει να παρουσιάζει τον εαυτό της ως ένα σημαντικό κομμάτι της οικονομικής ζωής των ΗΠΑ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ωστόσο, δεν θεωρούν κατ' ανάγκη την οικονομική δραστηριότητα της Κίνας ευεργετική και δεν είναι σαφές το κατά πόσον η Κίνα μπορεί να διατηρήσει επ' αόριστον αυτή τη μοναδική της σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Υπάρχουν όμως και εναλλακτικές λύσεις με μικρότερο κόστος. Η επίσημη ρητορική και η σκληρή γραμμή που τηρεί στις θέσεις της η Κίνα, οι οποίες σχεδιάστηκαν για να παράξουν εθνικιστική υποστήριξη στο εσωτερικό της, μπορεί να είναι χρήσιμες πολιτικά, αλλά δυσχεραίνουν τις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μπορεί να μην τις δυσχεραίνουν τόσο ώστε να υπάρχει ο κίνδυνος της στρατιωτικής εμπλοκής, δεδομένης όμως της αδυναμίας της Κίνας κάθε ένταση είναι επικίνδυνη. Οι Κινέζοι αισθάνονται πως ξέρουν να ισορροπούν μεταξύ ρητορικής και πραγματικού κινδύνου σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρόλ' αυτά, πρόκειται για μια πολύ λεπτή ισορροπία.

Υπάρχει η αντίληψη ότι η Κίνα είναι μια ανερχόμενη περιφερειακή, ίσως ακόμα και παγκόσμια, δύναμη. Και μπορεί όντως να είναι, εξακολουθεί όμως ακόμα να απέχει πολύ από την επίλυση των θεμελιωδών στρατηγικών προβλημάτων της και ακόμη περισσότερο από τη δυνατότητα να ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι εντάσεις στα πλαίσια της στρατηγικής της Κίνας είναι σίγουρα εξουθενωτικές, αν όχι μοιραίες. Όλες οι επιλογές της έχουν σοβαρές αδυναμίες. Η πραγματική στρατηγική της Κίνας πρέπει να συνίσταται στην αποφυγή των ριψοκίνδυνων στρατηγικών επιλογών. Η Κίνα στάθηκε αρκετά τυχερή τα τελευταία 30 χρόνια ώστε να μπορεί να αποφεύγει τέτοιου είδους αποφάσεις, αλλά το Πεκίνο στερείται εντελώς τα εργαλεία που απαιτούνται για την αναμόρφωση αυτού του περιβάλλοντος. Λαμβάνοντας υπόψη το πόσο ρευστός είναι ο κόσμος της Κίνας αυτή τη στιγμή – ας σκεφτούμε τις ενεργειακές της διαφορές με το Σουδάν και τους πολιτικούς πειραματισμούς της Μιανμάρ – η πολιτική της είναι ουσιαστικά μια πολιτική τυφλών ελπίδων.

 


Σημειώσεις:
 [1] Τα κράτη ανάσχεσης είναι κράτη που βρίσκονται μεταξύ δύο ή και περισσότερων ανταγωνιστικών δυνάμεων και θεωρείται ότι η ύπαρξή τους αποτρέπει τη σύγκρουση μεταξύ των δυνάμεων αυτών. Τα κράτη ανάσχεσης είναι ανεξάρτητα και ακολουθούν σχετικά ουδέτερη εξωτερική πολιτική, πράγμα το οποίο τα διακρίνει από τα δορυφορικά κράτη. Η σύλληψη των κρατών ανάσχεσης είναι μέρος της θεωρίας της ισορροπίας δυνάμεων, όπως αυτή εισήχθηκε στην ευρωπαϊκή στρατηγική και διπλωματική σκέψη το 17ο αιώνα. Τον 19ο αιώνα, ο χειρισμός των κρατών ανάσχεσης, όπως το Αφγανιστάν και τα κεντρικά ασιατικά εμιράτα, ήταν ένα στοιχείο στο διπλωματικό "Μεγάλο παιχνίδι" που παιζόταν μεταξύ της Μεγάλης Βρετανίας και της Τσαρικής Ρωσίας για τον στρατηγικό έλεγχο των βουνών και των διαδρομών που οδηγούσαν στη βρετανική Ινδία.
Η εισβολή σε ένα κράτος ανάσχεσης από μια από τις δυνάμεις που το περιβάλλουν, οδηγεί συχνά στον πόλεμο μεταξύ των δυνάμεων αυτών (σ.τ.μ).
[2]  Από τις 56 εθνότητες που κατοικούν στην Κίνα εκείνη των Χαν είναι η μεγαλύτερη, αποτελώντας περίπου το 92% του πληθυσμού (σ.τ.μ).

[3] Πρόκειται για την πρωτεύουσα της Μιανμάρ (σ.τ.μ).