23 Ιουνίου, 2017

 

 

 


  
 

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
#55

3/2017

 

 

 

Θα το βρείτε σε βιβλιοπωλεία
και περίπτερα των εξαρχείων 
και σε αυτοδιαχειριζόμενους
κοινωνικούς χώρους.
[Αναλυτικά τα σημεία διακίνησης]


Για ταχυδρομική αποστολή του 
τρέχοντος ή παλαιότερων τευχών 
στείλτε mail στο
antifascripta@yahoo.com

 

 

 



 

ΞΑΝΑΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ
 

Martin Lux
  ANTIFASCIST '77
Σύντομη ιστορία του
βρετανικού αντιφασισμού
σε πρώτο πρόσωπο (1970-1980)

από τις εκδόσεις antifa scripta
  Ιούνης 2017

 

 

 

 


 

Οι μεταφράσεις και οι λοιπές εργασίες που απαιτούνται γι’ αυτή τη σελίδα συνήθως έχουν γίνει από την ομάδα antifa scripta. Σε αντίθετη περίπτωση, αναφέρεται το όνομα του μεταφραστή.

 

Τεκμηρίωση

Οι απόψεις οφείλουν να επικυρώνονται, να μετασχηματίζονται, να απορρίπτονται μέσα στην πεισματική πραγματικότητα της Ιστορίας. Η τεκμηρίωση συνεπώς δεν στηρίζει μόνο το ήδη κατακτημένο, μπορεί να ανοίξει και νέα μονοπάτια κριτικής αυτού του κόσμου.

 


Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στον Economist της 21ης Δεκέμβρη του 2013. Το μεταφράσαμε και το δημοσιεύουμε εδώ για δύο κυρίως λόγους: κατά πρώτον επειδή αποτυπώνει εν συντομία τις δυσκολίες και τους κινδύνους που αντιμετωπίζει η αμερικανική αυτοκρατορία στους ανά τον πλανήτη ανταγωνισμούς [βασικά λέγε με Κίνα…]. Και κατά δεύτερον επειδή ασκεί ευστοχότατη κριτική στη δυτική μεταφυσική πεποίθηση που θέλει  τον πόλεμο και την καταστροφή μακρινές αναμνήσεις μιας τόσο παλιάς εποχής. Κατά τα άλλα ο συγγραφέας του δεν κάνει κανένα απολύτως κόπο να κρύψει την υποστήριξή του στα αμερικανικά συμφέροντα, αντίθετα με την προσπάθειά του να συγκαλύψει τις προθέσεις του: πίσω απ’ το διαρκές ξόρκισμα του πολέμου και την ταύτισή του με τον καταστροφικό παραλογισμό διατυπώνονται ωμά επιχειρήματα υπέρ της άμεσης κλιμάκωσης της σύγκρουσης. Τελικά, το άρθρο του Economist θα πρέπει να διαβαστεί ως μια αγχωμένη επιβεβαίωση ότι τα πράγματα δεν πάνε και πολύ καλά τελευταία. Πόλεμος, καταστροφή, εκατομμύρια νεκροί… Μα αυτά δεν ανήκαν οριστικά στο παρελθόν;
[Πρωτότυπος τίτλος First World War: Look back with angst]


Ευτυχισμένο το 1914!
Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος: αναθυμούμενοι το παρελθόν με ανησυχία

Καθώς το 1914 ήταν προ των πυλών, οι περισσότεροι άνθρωποι στη Δύση το υποδέχονταν με αισιοδοξία. Τα εκατό χρόνια που είχαν μεσολαβήσει από τη μάχη του Βατερλώ, δεν ήταν φυσικά δίχως τις πληγές τους – ένας τρομακτικός εμφύλιος πόλεμος είχε συγκλονίσει την Αμερική, πολεμικές συρράξεις είχαν ξεσπάσει στην Ασία, ο Γαλλο-Πρωσικός Πόλεμος είχε αφήσει τα σημάδια του και οι αποικίες ξεσηκώνονταν από καιρού εις καιρόν. Σε γενικές γραμμές ωστόσο, βασίλευε παγκόσμια ειρήνη. Η παγκοσμιοποίηση και οι νέες τεχνολογίες – το τηλέφωνο, το ατμόπλοιο, το τρένο – είχαν φέρει τον πλανήτη πιο κοντά. Στον Τζων Μέιναρντ Κέινς οφείλουμε την υπέροχη εικόνα ενός Λονδρέζου της εποχής «να πίνει νωχελικά το πρωινό του τσάι ξαπλωμένος στο κρεβάτι», να παραγγέλνει κατ’ οίκον «καλούδια απ’ όλον τον κόσμο», με την ίδια φυσικότητα που σήμερα θα χρησιμοποιούσε τις υπηρεσίες της Amazon, μα κυρίως να θεωρεί αυτήν την κατάσταση «φυσική, απαράλλακτη και μόνιμη, με τυχόν αλλαγές να βαίνουν πάντα προς το καλύτερο - αποτέλεσμα της διαρκούς προόδου». Και, (γιατί όχι;) ο Λονδρέζος είναι πολύ πιθανό να είχε ακουμπισμένο στο κομοδίνο του το βιβλίο του Norman Angell «Η Μεγάλη Ψευδαίσθηση»• εκεί διατυπωνόταν το επιχείρημα ότι οι ευρωπαϊκές οικονομίες ήταν τόσο αλληλοεξαρτώμενες, ώστε ένας πόλεμος θα ήταν άσκοπος.

Κι όμως! Μέσα σ’ ένα χρόνο ο κόσμος ήρθε αντιμέτωπος μ’ έναν τρομακτικό πόλεμο, που άφησε πίσω του εννιά εκατομμύρια νεκρούς. Ο αριθμός αυτός μεγαλώνει εκθετικά, αν συνυπολογίσουμε τις αναρίθμητες γεωπολιτικές τραγωδίες που τον ακολούθησαν: τη δημιουργία της Σοβιετικής Ρωσίας, την τόσο ρουτινιάρικη επαναχάραξη των συνόρων στη Μέση Ανατολή και τελικά την άνοδο του Χίτλερ. Από φορέας ελευθερίας, η  τεχνολογία μεταλλάχτηκε σε υπηρέτη της φρίκης• συνέβαλε σε μια σφαγή και σ’ έναν εξανδραποδισμό τεράστιας κλίμακας. Συρματοπλέγματα περιτύλιξαν ολόκληρη την οικουμένη, για να την πνίξουν οριστικά την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης των χρόνων του ’30. Η παγκοσμιοποίηση που είδαμε ν’ απολαμβάνει ο Λονδρέζος του Κέινς, έγινε εκ νέου πραγματικότητα μόνο μετά το 1945 – ή, κατά πως ισχυρίζονται ορισμένοι άλλοι, στη δεκαετία του ’90 με την απελευθέρωση της ανατολικής Ευρώπης και με τις πρώτες επιτυχίες που είχε αρχίσει να σημειώνει το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του Ντεγκ Ξιαοπίνγκ στην Κίνα.
Η κινητήριος δύναμη πίσω απ’ την καταστροφή που γνώρισε η Ευρώπη έναν αιώνα πριν, ήταν η Γερμανία, η οποία έψαχνε αφορμή για να κηρύξει έναν πόλεμο που θα της επέτρεπε να κυριαρχήσει στην Ευρώπη. Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο μακάριος εφησυχασμός συνέβαλε κι αυτός καθοριστικά. Διότι εκείνοι – στο Λονδίνο, στο Παρίσι και παντού αλλού – που εμφορούνταν από την πεποίθηση ότι δε θα ξεσπούσε πόλεμος ήταν πολλοί: νόμιζαν ότι, στο βαθμό που η Βρετανία και η Γερμανία συνδέονταν αναμεταξύ τους με ισχυρούς δεσμούς εμπορικής συνεργασίας – τους μεγαλύτερους ύστερα απ’ αυτούς που τους συνέδεαν με την Αμερική –η σύγκρουση, από οικονομικής άποψης, δεν θα είχε κανένα νόημα. Όπως έλεγε ο Κέινς: «Τα σχέδια και οι πολιτικές του μιλιταρισμού και του ιμπεριαλισμού, των φυλετικών και πολιτιστικών αντιπαλοτήτων, των μονοπωλίων, των περιορισμών και των αποκλεισμών, με άλλα λόγια το σατανικό φίδι του επίγειου παραδείσου, δεν είχαν άλλο λόγο ν’ αναφέρονται, παρά μόνο για να γεμίσουν τα μονόστηλα που τόση θυμηδία προκαλούσαν στον [Λονδρέζο…] αναγνώστη του ημερήσιου Τύπου».

Έκαστος εφ’ ω ετάχθη
Η ανθρωπότητα μπορεί να διδαχθεί από τα λάθη της, αν κρίνουμε από την αντίδρασή της στην οικονομική κρίση και την αποφασιστικότητα που επιδεικνύει για την αποφυγή επανάληψης των λαθών που οδήγησαν στην Μεγάλη Ύφεση. Οι μνήμες του τρόμου που απελευθερώθηκε πριν από έναν αιώνα αναγκάζουν τους ηγέτες να είναι πιο συγκρατημένοι, πιο απρόθυμοι να εμπλακούν σε έναν πόλεμο στις μέρες μας. Την απροθυμία τους επιτείνει και η τρομακτικά καταστροφική ισχύς ενός σύγχρονου Αρμαγεδώνα: η απειλή του πυρηνικού ολοκαυτώματος αποτελεί ισχυρό ανάχωμα στην αψήφιστη κλιμάκωση που οδήγησε μια ολόκληρη γενιά νέων αντρών στα χαρακώματα.
Παρόλα αυτά, οι αναλογίες με το 1914 παραμένουν ανησυχητικές. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν διαδεχθεί τη Βρετανία, στη θέση της παραπαίουσας υπερδύναμης που αδυνατεί να εγγυηθεί την παγκόσμια ασφάλεια. Ο βασικός εμπορικός της εταίρος, η Κίνα, βρίσκεται στη θέση της Γερμανίας: μια νεοαναδυόμενη οικονομική δύναμη που ριγά από εθνικιστικό πυρετό και στρατιωτικοποιείται με ταχείς ρυθμούς. Η σύγχρονη Ιαπωνία μοιάζει με τη Γαλλία: σύμμαχος ενός Αυτοκράτορα υπό κατάρρευση, μια περιφερειακή δύναμη σε ύφεση. Οπωσδήποτε, οι αναλογίες δεν είναι ολόιδιες: η Κίνα επουδενί δεν έχει τις εδαφικές φιλοδοξίες ενός Κάιζερ, ενώ κι ο αμυντικός προϋπολογισμός των ΗΠΑ είναι πολύ πιο εντυπωσιακός από εκείνον της αυτοκρατορικής Βρετανίας, δίχως αυτό να σημαίνει ότι η κατάσταση δεν είναι αρκούντως ανησυχητική ή ότι ο κόσμος δεν πρέπει να είναι σε εγρήγορση.

Κι όμως! Σε γενικές γραμμές αυτός ο τελευταίος δε μοιάζει να αγχώνεται. Κι είναι ακριβώς αυτός ο μακάριος εφησυχασμός που ενσαρκώνει την πιο ανησυχητική ομοιότητα ανάμεσα στο 1914 και στην εποχή μας. Στις μέρες μας οι επιχειρηματίες μοιάζουν με τους επιχειρηματίες της εποχής εκείνης: είναι τόσο αφιερωμένοι στον πλουτισμό, ώστε δε διακρίνουν τον κίνδυνο που σαλεύει πίσω απ’ τις οθόνες των υπολογιστών τους. Οι πολιτικοί παίζουν με τη φωτιά του εθνικισμού, ακριβώς όπως έπαιζαν οι συνάδελφοί τους πριν από εκατό χρόνια. Οι Κινέζοι πολιτικοί αρχηγοί επενδύουν στην Ιαπωνοφοβία, χρησιμοποιώντας τη μάλιστα σαν μοχλό οικονομικών μεταρρυθμίσεων. Την ίδια στιγμή ο Σίνζο Άμπε υποδαυλίζει τον ιαπωνικό εθνικισμό για παρόμοιους λόγους. Την επόμενη χρονιά δε, είναι πιθανό να εκλεγεί ο Ναρέντρα Μόντι, ένας εθνικιστής hindu, ο οποίος αρνείται να απολογηθεί για το πογκρόμ εναντίον των μουσουλμάνων στην περιφέρεια της οποίας είναι διοικητής και ο οποίος δεν το ’χει σε τίποτα να πατήσει το κουμπί, προκαλώντας έναν πυρηνικό πόλεμο με τους μουσουλμάνους γείτονές του στο Πακιστάν. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν νιώθει ικανοποίηση καθώς βλέπει τη Συρία να διαμελίζεται. Και τέλος η Ευρωπαϊκή Ένωση που προέκυψε σαν απάντηση στην αιματοχυσία που σημάδεψε τον 20ο αιώνα, μοιάζει τόσο κατακερματισμένη και πολωμένη από τον νέο-εθνικισμό, όσο δεν έχει υπάρξει από την εποχή της σύστασής της.

Όσα δε φέρνει ο χρόνος, τα φέρνει η στιγμή
Δύο είναι τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν προκειμένου να αποσοβήσουν τα χειρότερα. Κατά πρώτον απαιτείται μια μέθοδος ελαχιστοποίησης κάθε πιθανής απειλής. Κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το τι μέλλει γενέσθαι στην περίπτωση που η Βόρειος Κορέα καταρρεύσει – ωστόσο και οι ΗΠΑ και η Κίνα οφείλουν, δίχως να μπουν σ’ έναν αναμεταξύ τους ανταγωνισμό, να είναι προετοιμασμένες αν θέλουν να διασφαλίσουν ότι το πυρηνικό της οπλοστάσιο δε θα πέσει σε λάθος χέρια. Η Κίνα παίζει ένα επικίνδυνο παιχνίδι ισορροπίας, «το παίγνιο του δειλού» [chicken game], στις θάλασσές της με τους παράκτιους γείτονές της. Αργά ή γρήγορα, δε θα απομένει καμία λύση πέρα από τη σύγκρουση – και προς το παρόν η κατάσταση οδεύει ολοταχώς προς τα κει. Αυτό που απαιτείται είναι μια δέσμη νόμων που να ρυθμίζει τις ναυτικές σχέσεις.

Το δεύτερο μέτρο που θα κάνει τον κόσμο μας πιο ασφαλή είναι μια πιο ενεργητική αμερικανική εξωτερική πολιτική. Μολονότι ο Μπάρακ Ομπάμα πέτυχε μια αποφασιστική προσωρινή πυρηνική συμφωνία με το Ιράν, οπισθοχώρησε στα θέματα που έχουν να κάνουν με τη Μέση Ανατολή. Τρανή απόδειξη επ’ αυτού αποτελεί η απροθυμία του να χρησιμοποιήσει βία στην περίπτωση της Συρίας. Κι εντωμεταξύ υπήρξε ελάχιστα παραγωγικός σε παγκόσμια κλίμακα στην αντιμετώπιση των ανερχόμενων γιγάντων: της Ινδίας, της Ινδονησίας, της Βραζιλίας και προπάντων της Κίνας. Ετούτη η αναποτελεσματικότητα προδίδει αφενός έλλειψη φιλοδοξίας και αφετέρου άγνοια της ιστορίας. Χάρη στη στρατιωτική, οικονομική και διπλωματική της ισχύ, η Αμερική διατηρεί ακόμη την πρωτοκαθεδρία, ειδικά μάλιστα στην αντιμετώπιση απειλών, όπως είναι η κλιματική αλλαγή και η τρομοκρατία - φαινόμενα με παγκόσμιες συνέπειες. Πλην όμως, στην περίπτωση που η Αμερική δεν αρθεί στο ηγετικό ύψος που της αρμόζει, ως εγγυητής της παγκόσμια τάξης, θα αφήνει χώρο στις περιφερειακές δυνάμεις να απειλούν τις γειτονικές τους χώρες δοκιμάζοντας τις δυνάμεις τους.

Κατά πάσα πιθανότητα, κανείς απ’ τους κινδύνους που αντιμετωπίζει αυτή την περίοδο ο πλανήτης δε θα δημιουργήσει μια κατάσταση αντίστοιχη με τον τρόμο που κυριάρχησε το 1914. Ο παραλογισμός, ασχέτως αν πυροδοτείται από το χρώμα, τη θρησκεία ή τη φυλή συνήθως υποχωρεί μπροστά στο ίδιον συμφέρον. Όταν όμως θριαμβεύει, οδηγεί σε μακελειό. Οπότε, το επιχείρημα που λέει ότι η λογική θα επικρατήσει ισοδυναμεί με δόλιο εφησυχασμό. Αυτό είναι το δίδαγμα του αιώνα που μας πέρασε.



Αποτύπωση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών στην ευρωπαϊκή ήπειρο σε σκίτσο του 1915